Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021, 12:24:31 μμ
etpa
Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2020 21:57

Η κασέτα της Ιταλίας

Συντάκτης:

Γράφει ο Μάκης Ιωσηφίδης, Δάσκαλος.

Τον Νοέμβρη του 1973 σπούδαζα στο δεύτερο και τελευταίο έτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαρίσης. Για τα γεγονότα της τριήμερης εξέγερσης του Πολυτεχνείου στην Αθήνα είχαμε ελάχιστη έως καθόλου πληροφόρηση.


Τον Μάιο της επόμενης χρονιάς, έξι μήνες μετά το Πολυτεχνείο και δύο μήνες πριν από την πτώση της Χούντας, προγραμματίστηκε εκδρομή των τελειόφοιτων στην Ιταλία. Διανυκτερεύσαμε στο Μπρίντεζι και η δεύτερη διανυκτέρευσή μας ήταν προγραμματισμένη για τη Νάπολι. Φθάσαμε αργά στην πόλη αλλά μπροστά στο ξενοδοχείο διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι μας περικύκλωσαν αυτοκίνητα με Ιταλούς που κρατούσαν κόκκινες σημαίες και δεν μας άφηναν να κατεβούμε από τα λεωφορεία. Ήρθε η καραμπινιερία και μπορέσαμε να πάμε στο ξενοδοχείο. Μάθαμε εκ των υστέρων ότι ανάμεσά τους ήταν και Έλληνες αντιχουντικοί φοιτητές στην Ιταλία.
Την άλλη μέρα το πρωί όταν πήγαμε στο λεωφορείο για την περιήγηση, διαπιστώσαμε ότι ο χώρος γύρω του ήταν γεμάτος από προκηρύξεις και εφημερίδες όλες γραμμένες στα ελληνικά. Πρόλαβα να μαζέψω δύο εφημερίδες σε μέγεθος περιοδικού και να τις κρύψω κάτω από το σακάκι μου πριν τις μαζέψουν.
Το βράδυ στο ξενοδοχείο άρχισα να διαβάζω. Ανατρίχιασα. Για πρώτη φορά έβλεπα το τι έγινε στο Πολυτεχνείο ένα εξάμηνο πριν. Είδα περιγραφές των γεγονότων και φωτογραφίες νεκρών. Η μορφή που μου έμεινε ήταν ενός νεαρού παλικαριού του Μιχάλη Μυρογιάννη.
Έκρυβα σ’ όλην την εκδρομή τις εφημερίδες για να τις περάσω στην Ελλάδα. Μέρες μετά, κάνοντας βόλτα στο Λιβόρνο, στη βιτρίνα ενός δισκάδικου πρόσεξα έναν δίσκο βινυλίου που είχε στο εξώφυλλό του δυο χέρια δεμένα με χειροπέδες. Κοίταξα τον τίτλο και διάβασα: Mikis Theodorakis. Η μουσική του Μίκη ήταν απαγορευμένη στην Ελλάδα από τις αρχές ακόμα της δικτατορίας. Μετά την πτώση της δικτατορίας κατάλαβα ότι ήταν τα ‘’Τραγούδια του αγώνα’’.
Με τα λίγα ιταλικά που έμαθα μέχρι τότε και με πολλές … παντομίμες κατάφερα να ρωτήσω τον υπάλληλο αν μπορούσε να μου γράψει τον δίσκο σε κασέτα και μου απάντησε καταφατικά. Πέρασα την άλλη μέρα, πλήρωσα και πήρα την κασέτα. Αφού διασχίσαμε όλη την Ιταλία από νότο προς βορρά, μπήκαμε στην τότε Γιουγκοσλαβία και από τις Δαλματικές ακτές κατευθυνόμασταν στα σύνορα, στους Ευζώνους. Όλο αυτό το διάστημα το πρόβλημά μου ήταν πώς θα περάσω από τον έλεγχο τις εφημερίδες και την κασέτα.
Το πρωί μετά την τελευταία διανυκτέρευση στην πόλη των Σκοπίων, δίπλωσα σχολαστικά τις εφημερίδες και έβαλα την καθεμιά κάτω από τα πέλματα στο εσωτερικό των παπουτσιών μου. Πριν μπούμε στο λεωφορείο για την αναχώρηση, έπιασα τον οδηγό και του είπα συνωμοτικά για την κασέτα (που δεν έγραφε τίποτα απ’ έξω). Του πρότεινα να την ανακατέψει με τις κασέτες του λεωφορείου. Μετά από λίγη σκέψη, πήρε την κασέτα, έγραψε απ’ έξω ‘’ΔΙΑΦΟΡΑ ΛΑΪΚΑ’’ και ένα μικροσκοπικό σημαδάκι, την ανακάτεψε με τις άλλες και μου έβαλε έναν όρο. Όταν φθάσουμε στην Ελλάδα να του φτιάξω ένα αντίγραφο. Φυσικά το δέχτηκα και τον ευχαρίστησα.
Και φθάνουμε στους Ευζώνους. Μας κατέβασαν κάτω, γίνεται ένας τυπικός έλεγχος στο εσωτερικό των λεωφορείων και σε λίγο μας λένε να ανέβουμε για να φύγουμε. Ανάσανα. Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε και τότε ακούστηκε μια φωνή: ‘’Όλοι κάτω’’. Ένας τελωνειακός την τελευταία στιγμή ανακάλυψε μια καραμπίνα που είχε αγοράσει ένας συσπουδαστής μας και την είχε κρύψει. Ακούω έντρομος τον προϊστάμενο να φωνάζει έξαλλος: ‘’Αυστηρός και λεπτομερής έλεγχος’’. Πάγωσα.
Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και μας λένε να ανέβουμε πάλι στα λεωφορεία για να φύγουμε. Ανακουφίστηκα. Ο συνοδός καθηγητής μας κ. Πανταζής μάς ενημέρωσε ότι σε εκείνον οφείλουμε το γεγονός ότι ξεμπλέξαμε γρήγορα επειδή βρέθηκε συμπατριώτης από το Βόλο με τον προϊστάμενο και υποστήριζαν μάλιστα την ίδια ομάδα που ήταν η Νίκη Βόλου.
Φθάσαμε στη Λάρισα και στο σπίτι μου έβαλα την κασέτα στο κασετόφωνο. Στον αέρα ξεχύθηκε η φωνή της Μαρίας Φαραντούρη:
‘’Πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες,
οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί…’’
Η κασέτα από την Ιταλία έγινε η αγαπημένη μου κασέτα που την άκουγα κρυφά και η γοητεία του απαγορευμένου δημιουργούσε μια άλλη διάσταση μέσα μου.
Τον Ιούλιο του 1974 η δικτατορία έπεσε και ζούσαμε το αγωνιστικό μεθύσι της εποχής. Τα χρόνια πέρασαν και τι απόγιναν εκείνες οι εφημερίδες δεν θυμάμαι. Για την αγαπημένη μου κασέτα από την Ιταλία όμως τα θυμάμαι όλα καλά. Όταν πήγα φαντάρος, σε μια άδεια μου την πήρα μαζί μου. Ένα βράδυ, λίγα φαντάρια ‘’δημοκρατικών φρονημάτων’’ σε ένα απομονωμένο γραφειάκι τραβούσαμε τις μπύρες μας, ακούγαμε αγωνιστικά τραγούδια και τραγουδάγαμε χαμηλόφωνα του καλού καιρού σηκώνοντας τρομάρα μας στον αέρα και τη γροθιά μας. Δεν πήραμε βέβαια χαμπάρι τον αξιωματικό υπηρεσίας που μας έκανε τσακωτούς πάνω στην αγωνιστική μας έξαρση. Το κασετόφωνο και τις κασέτες τις κατάσχεσε σαν πειστήρια του εγκλήματος.
Την άλλη μέρα βγήκαμε όλοι σαν βρεγμένες γάτες στη σέντρα, οι εικοσάρες έπεσαν σύννεφο και έτσι άδοξα τελείωσε η ιστορία της αγαπημένης μου κασέτας από την Ιταλία.
Πέρασαν τα χρόνια, τα ‘’Τραγούδια του αγώνα’’ τα αγόρασα σε δίσκο βινυλίου, αργότερα σε cd αλλά τίποτα δεν αναπλήρωσε την αίσθηση που ένιωθα με την κασέτα της Ιταλίας. Της κασέτας που μου θύμιζε την ηλικία της άγνοιας κινδύνου, την ηλικία του Πολυτεχνείου, την ηλικία της μεταπολίτευσης, την ηλικία που η γενιά μου ήθελε ν’ αλλάξει την Ελλάδα και τον κόσμο, την ηλικία που εμείς οι νεαροί δάσκαλοι ονειρευόμασταν το σχολείο του 2000.
Το 2000 ήρθε και προσπέρασε και η γενιά μου βγήκε στην σύνταξη. Τον κόσμο που παραλάβαμε τον παραδώσαμε χειρότερο και την Ελλάδα καταχρεωμένη. Το σχολείο που ονειρευόμασταν παρέμεινε μόνο στα όνειρά μας…
…και στις αναμνήσεις μου μαζί με την κασέτα της Ιταλίας.