Οι λέξεις «μέθη» και «κραιπάλη» διαφέρουν μεταξύ τους. Μέθη είναι η ζάλη της πρώτης ημέρας, ενώ κραιπάλη είναι η ζάλη της δεύτερης ημέρας, μετά από μεθύσι.
«Άντρο» και «σπήλαιο» διαφέρουν, επίσης. Άντρο είναι το αυτοφυές κοίλωμα, ενώ σπήλαιο είναι το χειροποίητο. Αυτό που έχει δεχθεί παρέμβαση ανθρώπου.
Στην ομηρική γλώσσα το «σπήλαιο» το συναντούμε και ως «σπέος». Στη Ραψωδία ν 350 αναφέρεται επί λέξει: «τούτο δέ τοι σπέος ευρὺ κατηρεφές (και αυτό το ευρύ, σκεπαστό σπήλαιο).
Παραδείγματα με όμοιες, πλην όμως διαφορετικές λέξεις υπάρχουν πολλά, αποθησαυρισμένα στο «Λεξικόν Ομοίων και Διαφόρων Λέξεων» του Αμμωνίου, Εκδόσεις Ηλιοδρόμιον.
Η λέξη «απαλός» είναι παράγωγη του ρήματος «άπτω» της αρχαίας ελληνικής και παραπέμπει αρχικά στην αφή. Από την αφή έχουμε τις λέξεις «αφαλόν» και «απαλόν», που σημαίνουν κάτι το τρυφερό. Στην ποντιακή «άπαλον», με αναβιβασμό, με μετάθεση δηλαδή του τόνου σε προηγούμενη συλλαβή, λέμε το μαλακό κρέας, το ψαχνό που δεν έχει κόκαλα ή λίπος.
Το ρήμα «βήχω» (βέχω στην ποντιακή, η οποία διατηρεί την προφορά του «η» ως «ε») προέρχεται από το ρήμα της αρχαίας «βήσσω» ή «βήττω» και στον μέλλοντα «βέξω», από όπου και ο «βηξ» και το «βέξιμον» της ποντιακής. Ο αόριστος «έβηξα» («έβεξα» στην ποντιακή) απαντάται στον Ιπποκράτη, 607, 46 και στον Ηρόδοτο, 4, 197 (βλέπε σχετικά στο λήμμα «βήσσω» Λεξικόν Liddell & Scott, εκδόσεις Σιδέρη).
Το αρχαίο ρήμα «δεύω», σημαίνει υγραίνω, βρέχω, ποτίζω με υγρό. «Δεύε δε γαίαν», Ιλ, Ν. 655 και Ψ 220. Στον μέλλοντα το ρήμα «δεύω» γίνεται δεύσω από όπου και η αρχαία λέξη «δείσα» (Λεξικό Σουίδα). «Δείσα» λέγεται επίσης και στην ποντιακή.
Ειρήσθω εν παρόδω ο χορός πυρρίχιος για τον οποίο ως Πόντιοι είμαστε περήφανοι και δίκαια ετυμολογικά παραπέμπει στο ουσιαστικό «πυρ» + το ρήμα οίχομαι που σημαίνει κινούμαι.
Η φράση «με το κοσκίν θα κουβαλώ νερό σην χαρά σ'» (με το κόσκινο θα κουβαλώ νερό στον γάμο σου) αντιστοιχεί στην αρχαία «Κοσκίνω ύδωρ φέρεις». Η φράση «τηγανί καπάκ'» στην ποντιακή δηλώνει τον ευπροσάρμοστο άνθρωπο κι είναι αντίστοιχη με τη νεοελληνική «κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι».
Το ρήμα «δεματάζω» της ποντιακής που σημαίνει κάνω δεμάτια, μετά τον θερισμό ενός σιταροχώραφου, παραπέμπει στη λέξη «δέμα» της νέας ελληνικής , αλλά και στη λέξη «δέμας» της αρχαίας , με τη σημασία του «δεσμού» (δεμένου). Οι παλιότεροι, όσοι θέρισαν με δρεπάνι θυμούνται τα δεμάτα (δεμάτια) με τα οποία έκαναν τα λεγόμενα «σταυρά» στο χωράφι.
Από το ρήμα «γαρύω» ή «καρύω» που σημαίνει «βγάζω ιαχή», έχουμε τη λέξη «γάρυς» και την ποντιακή «γαρκόν» (ταύρος). Το ρήμα της αρχαίας «κοΐζω», αναφέρεται στα χοιρίδια (γουρουνόπουλα) και σημαίνει «κραυγάζω, γρυ(λ)λίζω σαν χοιρίδιο». Το «κοΐζω» το λέμε στην ποντιακή ως «κουΐζω», και το γρυ(λ)λίζω ως «γρυλίσκουμαι».
Η λέξη "αλλόκοτον" της ποντιακής σημαίνει κάτι το παράξενο, το αφύσικο και παραπέμπει στην αρχαία λέξη "αλλότοκον", όπου με υποβιβασμό (με αλλαγή δηλαδή του "τ" σε "κ" γίνεται "αλλόκοτον". (Τη φράση «ντο αλλόκοτος είσαι» τη λέμε και σήμερα).
Από τον παρακείμενο «πεποίηκα» του αρχαίου ρήματος «ποιώ» έχουμε το «εποίκα» της ποντιακής. Ενώ το ποντιακό «τσιτσίν» σχετίζεται με ουσιαστικό της αρχαίας «τιτθίς» που σημαίνει γυναικείος μαστός.
Τέλος, να προσθέσω ότι η ποντιακή έχει το πλεονέκτημα να ζει μέσα στην αρχαία ελληνική, σε σημαντικό βαθμό, γεγονός που βοηθά στην ετυμολογική αναγνώριση αρκετών λέξεών της. Η λαλούμενη γλώσσα υπό των Ελλήνων, απ' αρχαιοτάτων ήδη χρόνων, στα παράλια του Ευξείνου Πόντου, δικαιούται να καυχιέται πως έχει ήδη το πρώτο της διδακτορικό από το 1887. Πρόκειται για τη διατριβή του Δημοσθένη Οικονομίδη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λειψίας και αφορά τη φωνητική της.



