espa pkm

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2026, 9:18:28 μμ
Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2026 09:12

Παλαμάς, ο ποιητής της εργατιάς

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης

Εκπαιδευτικός-συγγραφέας.

Φλεβάρης του 1943, 27 του μήνα. Ο ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και γλωσσοπλάστης Παλαμάς αφήνει την τελευταία του πνοή στον κόσμο των ζωντανών και πάει να πολιτογραφηθεί στην κοινωνία των νεκρών.

«Ένας μικρός λάκκος δέχτηκε έναν μεγάλο άνθρωπο» είπε ο ποιητικής της διαλεκτικής Τέχνης Κώστας Βάρναλης. Την επομένη, 28 του μήνα, ο λαός της Αθήνας με σεβασμό και αγάπη συνόδεψε τον μέγα πατριδολάτρη στην τελευταία του κατοικία, τιμώντας τον για την προσφορά του στην ποίηση και την  πατρίδα.

 Η πάνδημη νεκρώσιμη ακολουθία σήμαινε εγερτήριο και σάλπισμα Αντίστασης ενάντια στη φασιστική Κατοχή, της οποίας τη φρίκη γνώρισε και ο ίδιος ο ποιητής. Και όντας πολύ νέος, αντί για μύδρους, ξεφώνισε τους παρακάτω στίχους:  «…Τούτο το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλον κανένα/ μεθύστε με το αθάνατο κρασί του εικοσιένα».

«Δεν πενθούνε σήμερα μονάχα οι μούσες. Πενθεί ολάκερο το ελληνικό έθνος. Ο μεγαλύτερος ποιητής δύο γενιών, δεν υπάρχει πια», είπε χαρακτηριστικά για τον θάνατο του Παλαμά ο Κώστας Βάρναλης, ενώ ο Άγγελος Σικελιανός στο επιτάφιό του ποίημα αναφέρει:

«Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα... Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα! Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα, κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό, ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα. Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά, Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια, μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια…».

Η ζωή του Παλαμά ήταν πικρή από τα παιδικά του χρόνια. Μόλις εφτά χρονών ορφανεύει από μάνα και πατέρα. Την πλέρια του αγάπη για τη μητέρα πατρίδα τη διοχέτευσε περίτεχνα στους παρακάτω στίχους: «Ελλάδα, εσύ που το αθάνατο όνομά σου, Πηγή, από εσέ πάντα αναβρύζει, κι ο ήρωας και ο σοφός, ακόμα και στο γέρμα σου, στο κατρακύλισμά σου, της ιστορίας είσαι το φως».

Στα 1898 ένα άλλο ατύχημα, ο θάνατος του πεντάχρονου παιδιού του Άλκη σημάδεψε τη ζωή του ποιητή, ρίχνοντας μόνιμο πένθος μέσα στην ψυχή του. Η πίκρα του για το όμορφο αγόρι του τον Άλκη αποτυπώνεται στους στίχους του ποιήματος  «ο τάφος». Ας αναφέρουμε μερικούς:

«…Στο ταξίδι που σε πάει/ ο μαύρος καβαλάρης/, κοίταξε απ’ το χέρι του/ τίποτε να μη πάρεις. Κι αν διψάσεις μη το πιεις/ από τον κάτω κόσμο/, το νερό της αρνησιάς/, φτωχό κομμένο δυόσμο! Μη το πιεις κι ολότελα/ κι αιώνια μας ξεχάσεις/,
βάλε τα σημάδια σου/ τον δρόμο να μη χάσεις…. και  στο σπίτι τ’ άραχνο/, γυρνώντας, ω ακριβέ μας/, γίν’ αεροφύσημα/ και γλυκοφίλησε μας»!

Στη συλλογή «τα μάτια της ψυχής μου»,  στον πρόλογο, πλέκει ο Παλαμάς έναν ύμνο στην εθνική μας γλώσσα, όπως έτσι θα έπρεπε να ονομάζεται η δημοτική. Οι καθαρευουσιάνοι αρχίζουν τότε τις διώξεις κατά του ποιητή.  Ξεσηκώνουν τον λαό εναντίον του και τον απολύουν από τη θέση του. Αυτός όμως συνεχίζει ατάραχος, δείχνοντας την πίστη του στην Ελλάδα με την καινούργια ποιητική συλλογή του, «Ίαμβοι και Ανάπεστοι», όπου η Ελλάδα συμβολίζεται από τον Διγενή Ακρίτα, που βρίσκει πάντα νέες δυνάμεις να συνεχίσει τον αγώνα της για την επιβίωσή της. Ας παραθέσουμε δύο στροφές που αποτελούν και το επιμύθιο του ποιήματος:

«Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα/, δεν περνώ με τα χρόνια/. Μ' άγγιξες και δε μ' ένιωσες στα μαρμαρένια αλώνια… Δε χάνομαι στα Τάρταρα/, μονάχα ξαποσταίνω. Στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω»!

Το δεύτερο μέρος του ποιήματος δείχνει πόσο καλά μελέτησε ο Παλαμάς τον Μαραθονομάχο και Σαλαμινομάχο Αισχύλο, που στο έργο του «Προμηθέας Δεσμώτης» μεταξύ άλλων γράφει κάτι παρόμοιο: «..Ες Τάρταρον άρδην ρίψειε  δέμας τούμόν, πάντως εμέ γε ου θανατώσει».

Ακολουθούν οι «Ύμνοι κι οι Θυμοί», τραγούδια που διαλαλούν τις αντιπάθειες και τα μίση του ποιητή για τις αξίες που κυβερνούσαν ακόμα την Ελλάδα και την κρατούσαν δέσμια των προλήψεων, αναζητώντας το ηρωικό πνεύμα του 1821. «Ξύπνησες μ’ όλη σου την πανοπλία, ξύπνησες μ’ όλη του την Ιστορία». Και όμως η ίδια η ιστορία σου έγινε ο νεκροθάφτης σου. 

Στο ποίημά του «Μέγα όνειρο», ένα ποίημα άρνησης και αισιοδοξίας γράφει ότι η Ελλάδα, με τη ζωή που την πλημμυρεί, δεν μπορεί να πεθάνει. Στα σπλάχνα της μέσα κλείνει την αναγέννηση.

Στα 1904 δημοσιεύτηκε η «Ασάλευτη Ζωή». Μια μεγάλη ποιητική συλλογή με σονέτες, αφιερωμένες στα διάφορα μέρη της Ελλάδας. Σ’ ένα από τα ποιήματά του διαπιστώνει ότι το μόνο που απομένει από έναν άνθρωπο είναι ό,τι δημιούργησε στη ζωή του. Το σώμα του θα αποσυνδεθεί στα υλικά από τα οποία φτιάχτηκε.

Μία από τις επαναστατικές ποιητικές συλλογές του Παλαμά είναι τα «Σατυρικά Γυμνάσματα». Είναι μια καυστική σάτιρα που χτυπά τις αρνητικές καταστάσεις στην Ελλάδα. Παρακάτω ακολουθούν μερικοί στίχοι που καθρεφτίζουν τις διαθέσεις της αστικής τάξης, πριν από το κίνημα στο Γουδί το 1909. «Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ’ άλλη στράτα, το νου μας πρώτα στύλωσε και χτίσε, και πρώτα απ’ όλα το αλφαβητάρι κράτα».

Στα 1907 το ποίημά του ο «Γκρεμιστής»  αποτελεί ένα επαναστατικό κήρυγμα: «Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής γιατί είμ’ εγώ και ο χτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης…. (Απόσπασμα, Δειλοί και Σκληροί Στίχοι).

Παρόμοιο κήρυγμα απευθύνει προς τον λαό με τους παρακάτω στίχους από το εμβληματικό ποίημα «Πατέρες».

Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, (γίνε) διαφεντευτής.
Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά ! τσεκούρι !τράβα !,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.

 «Μπορεί –έλεγε- να μην είμαι άξιος πολίτης μα δεν μπορεί να είμαι μονάχα ο ποιητής του εαυτού μου. Είμαι ο ποιητής του καιρού μου και του γένους μου και ό,τι μέσα μου κρατώ δεν μπορεί να χωριστεί από την έξω πλάση… Χίλιες χρυσές λιανοκάμωτες αλυσίδες με δένουνε με την πραγματικότητα.

Στη συλλογή του «Η Πολιτεία και η Μοναξιά» αναφέρεται στον κοινωνικό ρόλο του ποιητή, να μάχεται άφοβα για την αλήθεια, με τις εξής λέξεις. «Μείνε ποιητή, στην Πολιτεία μείνε! Κι η φωνή σου όταν γροικιέται πάντα ας είναι/ σίδηρο πυρό για να λέει την ατιμία/ με σημείο που τέχνη δεν το σβει καμιά».

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και στη συλλογή «Η πολιτεία και η Μοναξιά»: «Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάνα Γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι. Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι, και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι Λεβαντίνοι· λύκοι, ω κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη!

Με τους παραπάνω στίχους που αποτελούν και την πιο οργισμένη σάτιρα, που έγραψε ο Παλαμάς, δίνει πρώτος το παράδειγμα διαλαλώντας την αλήθεια, για την οποία είναι πρόθυμος να θυσιαστεί. Να σταυρωθεί, αρκεί να την υπερασπίσει. Χτύπησε παλικαρίσια το καθεστώς, διώκτη του πνεύματος. Τον εξευτελισμό των ηθικών αξιών κι αυτών των «πιστικών» που έφθασαν στο σημείο να εκπορνεύσουν τη Ρωμιοσύνη.  Απέναντι σ’ όλους αυτούς αντιπαραβάλλει τη φτωχολογιά, για την οποία εκφράζει την άμετρη  συμπάθειά του με τους παρακάτω στίχους:

«Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι, ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη. Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου. Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου».

Αν και δεν ήταν σοσιαλιστής ο Παλαμάς έβλεπε με μεγάλη συμπάθεια την εργατική τάξη. Εκτιμούσε τον πρωτοπόρο κοινωνικό της ρόλο και τον αγώνα της για δικαιοσύνη, όπως λένε οι παρακάτω στίχοι:

«Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ' αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας
φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.

«Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και με όλο τ' αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί».

Στα 1910 δημοσιεύεται η «Φλογέρα του Βασιλιά». Όπως και στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», ο ποιητής βλέπει σαν κύρια δύναμη του έθνους τον λαό. Στο ποίημά του αυτό  οραματίζεται ο Παλαμάς μια πανανθρώπινη πολιτεία, όπου οι εργαζόμενοι θα εξουσιάζουν και ο λαός θα φέρει την ειρήνη: «Ειρήνη, Εσύ ω πασίχαρη και ω πλουτοδότρα ειρήνη, ο ξάστερος εσύ ουρανός και η ξεδιψάστρα κρήνη…»

Ακολουθεί το επικολυρικό ποίημα ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου». Είναι ένας μονόλογος  στον οποίο ο γύφτος, δηλαδή ο ποιητής, εκφράζει τα συναισθήματά του για τα περασμένα και τα μελλοντικά, περνώντας από την άρνηση στη θέση, γκρεμίζοντας και χτίζοντας. Πολλοί πάλι υποστήριξαν ότι ο γύφτος συμβολίζει την ελληνική ψυχή. Για το ποιος είναι ο γύφτος υπάρχουν πολλές ερμηνείες που διαφωνούν η μία με την άλλη.

Ο πρώτος Λόγος του Δωδεκάλογου συμβολίζει την εμφάνιση του καινούργιου κόσμου. Της καινούργιας Ελλάδας. Ο «Δουλευτής», ο δεύτερος Λόγος, αποτελεί έναν ύμνο για τον εργάτη, που γίνεται μαρμαράς, σιδεράς, οικοδόμος. Τον διώχνουν ωστόσο από παντού τον γύφτο, γιατί διαμαρτύρεται για το άδικο. Γιατί δεν μπορεί να χαρεί τη δημιουργία του.  Ο τρίτος  Λόγος αναφέρεται στην «Αγάπη» στον έρωτα, στην απόκτηση παιδιών, ανακαλύπτει όμως ότι ούτε ο έρωτας ούτε τα παιδιά που θα γεννηθούν από αυτόν θα αναμορφώσουν την κοινωνία. Τότε ο γύφτος παίρνει άλλον ρόλο: Του χαλαστή και του γκρεμιστή των ψεύτικων αξιών. Στον τέταρτο Λόγο αναφέρεται στον αρχαίο πολιτισμό. Στον πέμπτο Λόγο μιλά για τα προβλήματα του αρχαίου πολιτισμού και στον έκτο Λόγο μιλά  για τον βυζαντινό σκοταδισμό. Στη συνέχεια αναφέρεται στο πανηγύρι των γύφτων, παρουσιάζοντας τα διάφορα κοινωνικά στρώματα του ελληνικού έθνους. Στον τελευταίο Λόγο κλείνει με τις αναγεννητικές δυνάμεις που θα ξαναφτιάξουν τον κόσμο.

Ο Παλαμάς ήταν υπέρμαχος των ευρωπαϊκών και των παγκόσμιων αξιών διατυπώνοντάς τες ως εξής: «Η Αθήνα δεν υπάρχει πια, υπάρχει η Ευρώπη», ενώ στον Λόγο Ζ  γράφει: «όλος ο κόσμος ένας κόσμος και μια πατρίδα η Γη». Όταν όμως είδε τη Μικρασιατική Καταστροφή την  έννοια πατρίδα την  αναδιατύπωσε με τη φράση: «Μάνα η πατρίδα χάνεται, μάνα μου ο κόσμος χάνεται». 

Το έργο του Παλαμά είναι τόσο μεγάλο, που κανένα άρθρο δεν μπορεί καθολικά να το διαφωτίσει και δικαίως θεωρείται δεύτερος εθνικός ποιητής, μετά τον Διονύσιο Σολωμό…

Στην κηδεία του  που έγινε στις 28 Φλεβάρη του 1943 συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικού λαού  και εξελίχθηκε σε πράξη Αντίστασης κατά της ναζιστικής Κατοχής.