Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2020, 9:46:50 πμ
Τετάρτη, 06 Ιανουαρίου 2016 19:36

Σοσιαλδημοκρατία: Το μείζον έλλειμμα

Συντάκτης:

Γράφει ο Θεοφύλακτος Παγλαρίδης

 

Τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις,  δυο μνημόνια και διαρκείς αναταράξεις του πολιτικού σκηνικού κυρίως ενόψει ή κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές (τρόικα ή θεσμούς) οδήγησαν τελικά στην επαναδιαμόρφωσή του. Το μείζον κυβερνόν κόμμα  αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερά. Επικεφαλής της ευρωπαϊκής αριστεράς κατήλθε   άλλωστε στις περσινές ευρωεκλογές ο πρόεδρός του και πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας.

Ήταν επίμονη και σαφής πάντα η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να διαχωριστεί από τη σοσιαλδημοκρατία την οποία ενοχοποιούσε (μαζί με τον κύριο τότε πολιτικό εκφραστή της το ΠΑΣΟΚ) για τα δεινά που επισώρευσε στην ελληνική κοινωνία  κατά  τη διετή διαχείριση της κρίσης. Μάλιστα προεκλογικά φρόντιζε να υπενθυμίζει ότι εφόσον του δοθεί η ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης προνομιακοί συνομιλητές του αποτελούσαν το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και διάφορες οικολογικές ομάδες. Επιλέγοντας ως εταίρο κυβερνητικό τους ΑΝΕΛ, αφού το ΚΚΕ αρνήθηκε σταθερά πάσα συνεργασία και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν εισήλθε στη Βουλή.  
Η Νέα Δημοκρατία καλύπτει τον χώρο της κεντροδεξιάς , συρρικνωμένη όμως από την απώλεια στα δεξιά της όλου εκείνου του τμήματος που κάλυπτε πριν την κρίση και η οποία στεγάστηκε κυρίως στην Χ.Α. αλλά και στους ΑΝΕΛ στο όνομα μιας αντιμνημονιακής ρητορικής, δημοφιλούς στην κοινωνία και πολιτικά επαρκούς για να συγκροτήσει κόμματα που εισήλθαν στη Βουλή.
Το ΚΚΕ παραμένει σε όλη τη διάρκεια της κρίσης  σταθερό στις θέσεις του με κόστος την απώλεια του 1/3 της εκλογικής του επιρροής που έτεινε ευήκοον ους και επέλεξε τον ΣΥΡΙΖΑ ως μια αριστερή κυβερνητική πρόταση εξόδου από την κρίση.
Η κρίση όμως σε πολιτικό επίπεδο έπληξε κυρίως τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ που μεταπολιτευτικά κάλυψε τον χώρο αυτό, υπέστη δεινή ήττα, απαξιώθηκε  και τέθηκε στο περιθώριο και από την αδυναμία του να συγκροτήσει πειστική πρόταση εξόδου από την κρίση. Η αντιμνημονιακή ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ  λειτούργησε ως πόλος έλξης σε εκατομμύρια ψηφοφόρων του που αναγνώρισαν σε αυτό ένα συγγενή πολιτικό χώρο ικανό να οδηγήσει την χώρα χωρίς κοινωνικά επαχθείς συνέπειες.
Αδύναμο να αντιληφθεί τις απαιτήσεις των καιρών αναλώθηκε να υπερασπίζεται το παρελθόν του. Δέσμιο του λαϊκισμού των στελεχών του και εν πολλοίς υπεύθυνου για την κατάπτωση της χώρας, απροετοίμαστο να διαχειριστεί  μια νέα οικονομική πραγματικότητα και να προσφέρει διεξόδους  χωρίς να καταφεύγει στις εύκολες λύσεις των οριζόντιων περικοπών αφέθηκε έρμαιο σε πολιτικά κύματα που υπερέβαιναν τις δυνάμεις του.  Τα νέα (και πολιτικά) δεδομένα της πολυετούς κρίσης αντί να το συνεγείρουν έφεραν στην επιφάνεια και έδωσαν πρώτο ρόλο σε προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης  των στελεχών του επιτείνοντας τη συρρίκνωσή του και διευκολύνοντας την ίδρυση του Ποταμιού, ενός πολιτικού σχηματισμού που κινείται στα ίδια χνάρια αλλάζοντας μόνο τη ρητορική του που ζαρακτηρίζεται  από ένα εκσυγχρονιστικό, αλλά πολιτικά soft  λόγο με νεφελώδες το ιδεολογικό του στίγμα.
Η αδυναμία και των δυο αυτών κομματικών σχηματισμών να συγκροτήσουν τη σοσιαλδημοκρατική συνιστώσα του νέου πολιτικού σκηνικού έδρασε διαλυτικά και έφερε στο προσκήνιο ακόμα και τον κ. Λεβέντη με την Ένωση Κεντρώων να διεκδικεί ρόλο κομβικό ! Ο πολιτικός αρχηγός που δοξάστηκε στα καφενεία της χώρας – όσοι δεν έχουν κοντή μνήμη όπως ο κ. Φλαμπουράρης θα θυμούνται ασφαλώς τις μυθικές ομιλίες του Βασίλη Λεβέντη στα καφενεία και τα τηλεοπτικά πλατό- λογίζεται σήμερα ως υπερασπιστής των λαϊκών συμφερόντων. Και όλα αυτά καταχείμωνο.
Για να συγκεφαλαιώσουμε,  στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης πολιτικά επαναλήφθηκε, τηρουμένων των αναλογιών,  ό,τι συνέβη και μεταπολιτευτικά. Η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων λαϊκών στρωμάτων με αντιμνημονιακό προσανατολισμό, τις έστρεψε αριστερότερα. Το 1974 ήταν  το ΠΑΣΟΚ που σε τρία χρόνια αφάνισε την κραταιά πριν την Χούντα,  Ένωση Κέντρου. Μετά το 2009  είναι ο ΣΥΡΙΖΑ  που αφάνισε το ΠΑΣΟΚ.
Ευρωπαϊκή χώρα όμως, ιδιαίτερα σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης δεν δύναται να ορθοποδήσει χωρίς ισχυρή σοσιαλδημοκρατία. Αποτελεί τον ένα από τους δυο βασικούς πυλώνες του αστικού πολιτικού χώρου. Καμιά χώρα της Ευρώπης – εκεί δηλαδή που λειτουργεί  η δημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε – δεν κυβερνάται  με βασικούς «παίκτες» την κεντροδεξιά και την αριστερά – ουδεμία σχέση έχουσα μάλιστα με σοσιαλδημοκρατία, όπως διακηρύσσει ο ΣΥΡΙΖΑ.  
Όμως  η Ζωή είναι ισχυρότερη από τη ρητορική.  Ήδη ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το καλοκαίρι και την υπογραφή της συμφωνίας με τους δανειστές, μόνο στη ρητορική διαφέρει από ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.  Η ανάγκη δεν πείθει μόνο τους Θεούς, αλλά και την κυβερνώσα αριστερά. Η διαχείριση της κρίσης άλλωστε προσφέρεται για να αλώσει ολοκληρωτικά τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας σε πείσμα όσων προσδοκούν ότι οι υπαναχωρήσεις του από τις προεκλογικές του δεσμεύσεις θα προσφέρουν μια ευκαιρία αναζωογόνησης του πάλαι ποτέ ισχυρού ΠΑΣΟΚ (και του Ποταμιού).
Οι ψηφοφόροι δεν επέλεξαν ΣΥΡΙΖΑ για να κυβερνήσει η Αριστερά. Ούτε καν η ανανεωτική. Είχαν κοντά 20 ευκαιρίες μεταπολιτευτικά και δεν το έπραξαν. Μια κυβέρνηση που θα εφαρμόσει το ελάχιστο από τις δεσμεύσεις της  εγκατέστησαν στο Μαξίμου.  Το εξής ΕΝΑ: Να μαζέψει έσοδα και από τους έχοντες, να ελέγξει τη διαφθορά και να φέρει στα κρατικά ταμεία μέρος των κλεμμένων,  της τεράστιας φοροδιαφυγής κ.ο.κ. Και για όλα αυτά  δεν απαιτείται αριστερή κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση εντίμων και αποφασισμένων ανθρώπων χρειάζεται.
Και μόνο αυτό να πράξει  είναι υπεραρκετό για να  κατισχύσει στο πολιτικό στερέωμα για πολλά χρόνια. Αφήνοντας τους ισχυρούς του παρελθόντος στη «δική τους μελαγχολία».
Θα το πράξει; Βούληση υπάρχει και διακηρύσσεται σε κάθε ευκαιρία.  Αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται και ικανότητα και απαγκίστρωση από ιδεοληψίες. Λόγου χάριν ο Τσίπρας βρίσκεται κοντά  ένα χρόνο στην εξουσία. Ο Παπανδρέου έμεινε δυο χρόνια. Κι αν εκείνος τα θαλάσσωσε με τη λίστα Λαγκάρντ, οφείλει ο ο κ. Τσίπρας να επιδείξει έμπρακτα τη διαφορά του από εκείνον και όλο το σύστημα που προστάτευε, όπως κατήγγειλε, τους φοροφυγάδες. Ένας τρόπος υπάρχει: να τους στείλει στο δημόσιο ταμείο.  Το έκανε; Έχει την ανοχή να υπογράψει άλλα δυο μνημόνια, που λέει ο λόγος.  
Αν αποδειχθεί “μια από τα ίδια” ανασταίνει πολιτικά τον χώρο που ο ίδιος κατέλαβε. Χωρίς αναγκαστικά να ανασταίνει και τους κομματικούς σχηματισμούς που κινούνται σε αυτόν.