espa pkm

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2026, 1:03:22 μμ
Τρίτη, 17 Μαρτίου 2026 10:25

Τεμέτερον η λαλία

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης.

Δάσκαλος - συγγραφέας

 

Η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα που ομιλεί η φύση.

Τα γράμματα της αρχαίας έχουν τη δική τους σημασία. Το «ρ» στο τέλος της λέξης δηλώνει τη ροή: αστήρ, αήρ, αιθήρ, πυρ κλπ.  Όταν λέμε αστέρας, αέρας, αιθέρας οι λέξεις αυτές χάνουν τη δυναμική της κίνησής τους. Το γράμμα ανήκει στα πνευματικά γράμματα. Όταν φυσάμε, για παράδειγμα, αυτό το παρατεταμένο «φ» ανάβει τη φωτιά, από όπου η φλόγα, το φως κ.ά.

Το γράμμα «ν» δονεί τον εγκέφαλο. Όταν το κόβομε πονάει, γιατί αποτελεί οργανικό στοιχείο της λέξης. Στην εποχή της δολοφονίας του γράμματος «ν», όπως την χαρακτήρισε ο Ελύτης, η ποντιακή αντιστέκεται, καθώς το κρατά.  Λέμε τρανόν, μικρόν,  εποίκεν (έκανε) κλπ.  Και οι λέξεις φλέβες είναι, αίμα κυλάει μέσα τους,  πονάνε», θα μας πει ο Ρίτσος. Αντίθετα το τελικό σίγμα ηρεμεί, παραδέχεται η σύγχρονη Ψυχιατρική.

Πολλά ουσιαστικά, επίθετα και ρήματα της ποντιακής βάση τους έχουν την αρχαία. Π.χ. η  λέξη «σκοτία» (σκοτάδι) της αρχαίας, είναι ακριβώς ίδια και στην ποντιακή και σχετίζεται  με το ρήμα σκοτώνω.  Οι λέξεις «ορφανία» και ορφάνεμα (ορφάνια) της ποντιακής  σχετίζονται με τη λέξη «όρφνη» που σημαίνει σκοτάδι. Το επίθετο της ποντιακής άπραγος παραπέμπει στο αρχαίο πράττω ή πράσσω, με το «α» το στερητικό μπροστά. Το ρήμα «έπραξα» το λέμε και στην ποντιακή

Στην αρχαία η λέξη φωνή έχει πολλά ονόματα. Η φωνή του ανθρώπου π.χ. λέγεται αυδή, η φωνή του θεού λέγεται ομφή, όσσα είναι η μαντική φωνή, η προερχόμενη από θεούς, αγγέλους και μούσες, ενώ έπος λέγεται το μνημειώδες έργο. Η φράση «αμ έπος, αμ έργον», από την αρχαία «ἅμα ἔπος τε καὶ ἔργον», υπάρχει και στην ποντιακή.

Το ρήμα κοΐζω, σημαίνει κράζω, φωνάζω, κραυγάζω. Στην ποντιακή το ρήμα κοΐζω ή κουΐζω και στην προστακτική κούιξον.  Το ηχοποίητο ουσιαστικό της ποντιακής «κράξιμον» (κράξιμο)  παραπέμπει το αρχαίο ρήμα κρώζω (φωνάζω κρα) και το μεταγενέστερο κράζω.

Το ρήμα φράττω ή φράσσω της αρχαίας στην οριστική αορίστου γίνεται «έφραξα» και στην προστακτική «φράξον», όπως και στην ποντιακή.   Ομοίως έχουμε στην ποντιακή τις προστακτικές «παίξον», εκ του παίζω, «ποίσον» εκ του ποιώ, «δείξον» εκ του δείκνυμι,  «νίψον» εκ  του νίπτω, «άψον» εκ του άπτω, «φέρον» εκ του φέρω κλπ.

Μέσα στη φράση «τ’  εμέτερον», από την κτητική αντωνυμία της αρχαίας εμός, εμή, εμόν, υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος, που δηλώνει συναίσθημα και μέθεξη.

Η λέξη νεφρός ετυμολογείται από το ρήμα «νείφω» και «νίφω» = βρέχω + το ούρον, γιατί μέσα από τα νεφρά φέρονται τα ούρα. Από τα δύο παραπάνω ρήματα  έχουμε στη μέση τους φωνή το «νείφομαι» ή «νίφομαι» και το ποντιακό ρήμα «νίφκουμαι» που σημαίνει πλένομαι, το επίθετο  «νιφμένος» (πλυμένος), την προστακτική αορίστου Β΄  «νίψον» και το ουσιαστικό "νίψιμον»  (πλύσιμο).

Το θηλυκό της λέξης άσχημος στην ποντιακή λέγεται άσκεμεσσα, αναλογικά ίσως με το παράδειγμα της Ιλιάδας, στη Ραψωδία Λ, όπου η νήσος Λήμνος περιγράφεται με τα εξής επίθετα: πυρόεσσα, ανεμόεσσα,  αμπελόεσσα, μελανόεσσα. Ανεμόεσσα για τους ανέμους που κατεβαίνουν από τα στενά του Βοσπόρου, πυρόεσσα για την ηφαιστειογενή της γη, αμπελόεσσα για τα αμπέλια της και  μελανόεσσα για το μαύρο χρώμα της πέτρας της. Την ίδια γραφή χρησιμοποιεί  ο  Άνθιμος Παπαδόπουλος στα επίθετα της ποντιακής, άσκεμεσσα, έμορφεσσα, παλαλέσσα.

Οι ρίζες της ποντιακής είναι βαθιές. Η λέξη «αγούρ’» (αγόρι), πάει πίσω στο αρχαίο επίθετο «άωρος». Ο πριν την ώρα του, ο ανώριμος. Το «ου» της δημοτικής στη λέξη «αγούρ» αντιστοιχεί, εν προκειμένω, στο «ω» της αρχαίας ελληνικής στη λέξη «άωρος» .  Ομοίως  ο «κώδων» λέγεται κουδούνι, ο πώγων πηγούνι, ο σάπων σαπούνι κ.οκ. 

Οι λέξεις είναι ψυχές. Και ό,τι έχει ψυχή πονάει. «Τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα βρεις, όποιο δρόμο κι αν πορευτείς. Τόσο βαθύ λόγο έχει», λέει ο παππούς Ηράκλειτος. Και στο άγιο πρωτότυπο ως εξής: (Ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει). Το ίδιο και η αρχαία ημών ποντιακή διάλεκτος. Την άκρη της ποτέ δεν θα την βρεις όποιο δρόμο κι αν περπατήσεις. Θέλει συλλογική έρευνα  και υπομονή.