Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020, 2:00:03 πμ
Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011 16:59

Θεόδωρος Παυλίδης: Οι Μωμόγεροι συνεχίζουν απτόητοι

Συντάκτης:

paulidis

"Γερμανός Καραβαγγέλης"Παρά την περυσινή παγωμάρα (ψυχική, ψυχολογική) οι Μωμόγεροί μας και φέτος πήγαν στον Πόντο συνεχίζοντας την παράδοση. Μόνο που αυτή τη φορά ως τόπο παρουσίασης των εκδηλώσεών τους δεν επέλεξαν την Λιβερά αλλά την κωμόπολη Ματσούκα (Macka).
Ο Τουρκοπόντιος συγγραφέας Ilyas Karagoz (Ηλίας Καραγκιόζ) σχολίασε και φέτος τις εκδηλώσεις στον τοπικό τους Τύπο.
Παράλληλα, έστειλε και σε μένα το παρακάτω κείμενο με την παράκληση να το μεταφράσω στα ελληνικά και να το στείλω στην εφημερίδα "ΕΥΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ" για δημοσίευση.
Επειδή φίλε Παγλαρίδη, γνωρίζω με πόση ευαισθησία και ενδιαφέρον αντιμετωπίζεις τα κείμενα του φίλου μας Ilyas, στου στέλνω το άρθρο του ανωτέρω με την παράκληση δημοσίευσής του.

ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΩΝ ΚΑΛΑΝΤΩΝ
ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΛΙΒΕΡΑ
Του Ilyas Karagöz
Από την Ανταλλαγή των πληθυσμών πέρασαν 85 χρόνια.  Την θέση της πρώτης γενιάς την πήραν ήδη τα εγγόνια της.
Αυτά τα εγγόνια, για πρώτη φορά γιόρτασαν τα κάλαντα στο χωριό Λιβερά στις 3.1.2009.
Αυτοί οι ταξιδιώτες που ήρθαν για να γιορτάσουν τα κάλαντα, ήτανε Έλληνες (Ρωμιοί), αλλά για να γιορτάσουν τα κάλαντα τους, ως κέντρο διάλεξαν την Λιβερά.  Η καρδιά όλων των Μαυροθαλασσιτών Ελλήνων, ενώθηκε στη Λιβερά.
Η Λιβερά είναι η πατρίδα της Μαρίας Γκιουλμπαχάρ, μητέρας του Σουλτάνου Σελήμ και από το 1863 μέχρι την Ανταλλαγή ήτανε η έδρα της Μητροπόλεως Ροδοπόλεως.
Φαίνεται ότι γι αυτές τις ιδιαιτερότητες οι Πόντιοι Έλληνες προτίμησαν τη Λιβερά για τις γιορτές τους.  Αυτή η προτίμηση, κατά τη γνώμη μου, προσθέτει φήμη στη φήμη της Λιβεράς.
Και το έτος 2010 οι γιορτές των Καλάντων έγιναν στη Λιβερά.  Μόνο που δεν έγιναν μέσα σ’ ένα θερμό κλίμα.  Ο Πρόεδρος του χωριού, εναρμονιζόμενος με την οδηγία που του έδωσε ο Έπαρχος Μπάτσκας, δεν νοιάστηκε για τους μουσαφίρηδες που ήρθαν στο χωριό.
Μάλιστα, ένας του οποίου η γιαγιά ήταν Ελληνίδα και οι θείοι του πατέρα του ζούνε στην Ελλάδα, αντέδρασε άσχημα κατά των Ελλήνων.
Έτσι, οι γιορτές όχι σε θερμό αλλά μάλλον σε ψυχρό κλίμα περάσανε (φέτος).
Από αυτή την κρυάδα άλλοι λυπήθηκαν και κάποιοι ευχαριστήθηκαν.  Αυτοί που λυπήθηκαν εκλήφθηκαν ως προδότες της πατρίδος, κι εκείνοι που χάρηκαν πέρασαν ως εθνικιστές, παλικάρια.
Στις 8.1.2011, που ξανάλθαν οι Έλληνες, τις γιορτές για τα κάλαντα δεν τις έκαναν στη Λιβερά, αλλά στη Ματσούκα (Μάτσκα).
Στις 7.1.2011, τέσσερα (4) άτομα κι αργότερα άλλα τρία (3), με επισκέφθηκαν στο χωριό μου (Λιβερά).
Η Μάτσκα μέχρι την Ανταλλαγή το 1924, εθεωρείτο ο μεγαλύτερος χριστιανότοπος του Πόντου.  Αυτή η ιδιότητα, την έκανε να ξεχωρίζει από τις άλλες επαρχίες (καζάδες) της Τραπεζούντας.
Ύστερα από τριάντα (30) περίπου χρόνια μετά την Ανταλλαγή, η πρώτη γενιά των προσφύγων που έφυγαν από δω, ήτανε ακόμη στη ζωή.
Απ’ ότι ξέρω, οι πρώτοι επισκέπτες άρχισαν να μας έρχονται στην δεκαετία του 1950.  Δεν ήταν ομάδες 40 – 50 ατόμων, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά παρέες 3 – 4 ατόμων.  Δεν έμεναν στα ξενοδοχεία αλλά εφιλοξενούντο στα χωριά, στα σπίτια των παλιών γειτόνων τους.
Έχω επιστολές Ελλήνων και Τούρκων, που εκείνα τα χρόνια ζούσαν μαζί σαν καλοί γείτονες. Σ’ αυτές τις επιστολές δεν συναντάς ίχνος από διαχωρισμούς, παράπονα και αλληλοκατηγορίες.

Οι γείτονες
που εγκαταστάθηκαν
στα ξένα,
σαν συγγενείς
μιλάνε για τις παλιές τους
αναμνήσεις.
Ο Οσμάν Αλγκάν από το χωριό Χατζάβερα, έγραφε στον παλιό του γείτονα που ζούσε ήδη στην Ελλάδα:
«Περάσαμε μια πολύ ευχάριστη παιδική ηλικία ανοίγοντας αυλάκια στο λόφο Κιαρλίκ και τρώγοντας ψάρια.  Είχατε μια μαύρη προβατίνα που τη λέγατε Ζεητίνα.  Όταν πηγαίνατε στη Λίβαζα ή το Φαρόφιλε η κουδούνα της Ζεητίνας ακουγότανε μέχρι την Καμάχαγια.  Ο ήχος εκείνης της κουδούνας ακόμη χτυπάει στ’ αφτιά μου.  Όταν ανεβαίνω στο αλώνι, που ήταν μπροστά από το σπίτι σας, θυμάμαι όλους εσάς», σημειώνει στο γράμμα του ο Ζουλούφογλου Οσμάν Αλγκάν από τη Χατζάβερα.
Η Βαρβάρα Σιδηροπούλου, η οποία εξ αιτίας της ασθένειας της, έφυγε κατά την Ανταλλαγή εννέα (9) μήνες αργότερα, έτσι περιγράφει τις αναμνήσεις της: «Στη Λιβερά υπήρχαν μόνο εξ (6) οικογένειες Τούρκων.  Ήταν γνωστοί μας και φίλοι μας.  Ήμασταν σαν αδέλφια.  Να ‘ναι καλά οι άνθρωποι, όταν βάλανε φωτιά στο χωριό μας, αυτοί μας έδιναν νερό.  Διασφάλισαν την διαμονή μας στη Λιβερά και μας γλίτωσαν από την προσφυγιά και το θάνατο.  Μας κοίταξαν καλύτερα κι από τους Χριστιανούς.  Όπου κι αν βρίσκονται, αυτοί και τα παιδιά τους, ο Θεός να τους έχει υγιείς».
Απέναντι σ’ αυτές τις σχέσεις φιλίας Ελλήνων και Τούρκων, στην ιστορίες μας υπάρχουν κι αντίθετες σελίδες.
Το 1912 σε μία μπροσούρα που διανεμήθηκε στη Μέση Ανατολή έγραφε: «Εάν εμείς οι Τούρκοι πεινάμε κι έχουμε τόσα βάσανα, αιτία όλων αυτών είναι οι άπιστοι (γκιαβούριδες), οι οποίοι κρατάνε στα χέρια τους την περιουσία και το εμπόριο μας. Πόσο ακόμη θα εθελοτυφλούμε μπρος στην εκμετάλλευση και το θράσος αυτών των ανθρώπων. Μην αγοράζετε προϊόντα απίστων. Διακόψτε κάθε είδους επαφή μαζί τους.  Ούτε έχει ανάγκη της φιλίας τους.  Δηλ. η φιλία μαζί τους τι κέρδος σας αποδίδει;
Σεις, ως ειλικρινείς άνθρωποι, τους προσφέρετε την φιλία και την περιουσία σας, όμως εκείνοι…….».
Η προπαγάνδα των Νεοτούρκων είχε φτάσει σε όλες τις μεριές της Ανατολίας.  Μιλούσαν για «βρώμικα άπιστα σκυλιά».  Εκείνοι ήταν χειρότεροι κι από την πανούκλα.  Ήτανε ένα φίδι που εξετράφη στις αγκαλιές των μουσουλμάνων.  Αυτή η Χώρα ανήκε στους μουσουλμάνους, στους Τούρκους.  Επομένως «αν δεν εξεδιώκοντο όλοι οι άπιστοι, αυτή η χώρα δεν επρόκειτο να ησυχάσει».
Ο Περβίν Ερμπίλ (Pervin Erbil) στη σελ. 31 του βιβλίου του με τον τίτλο «Για την Ανατολή έκλαιγε η Νιόβη», γράφει τα εξής: «Και βέβαια στις σχέσεις των χριστιανικών και μουσουλμανικών Λαών, μεσολάβησαν πικρά γεγονότα.  Αλλά αυτούς τους ανθρώπους, αυτοί που τους έφεραν αντιμέτωπους ήταν οι Ιμπεριαλιστές και οι πολιτικοί, οι οποίοι προσδοκούσαν κέρδη».
Οι εφημερίδες της Μάτσκας χαιρέτισαν τις εκδηλώσεις που έγιναν εκεί το 2011 με τους παρακάτω τίτλους:
«Ήρθαν οι Έλληνες για τα κάλαντα.  Για να γιορτάσουν οι Έλληνες τα κάλαντα ήρθαν εδώ στην Μάτσκα με ομάδα 39 ατόμων.  Οι Έλληνες τουρίστες στην πλατεία της πόλης, με συνοδεία κεμεντζέ, χόρεψαν με τους συμπατριώτες τους».
Γράφτηκαν ευχάριστα κείμενα στο πνεύμα ότι ήρθαν οι Έλληνες στη Μάτσκα για τα κάλαντα.  Αυτά τα κείμενα, σε αντίθεση μ’ εκείνα που γράφτηκαν την περασμένη χρονιά, ήταν πιο μαλακά. Μια αιτία αυτής της ηπιότητας ήταν η επίδειξη καλής συμπεριφοράς για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ.
Πάντως, όποιος κι αν ήταν ο πραγματικός σκοπός, το μαλάκωμα των πολιτικών είχε αντίκρισμα και στο Λαό.  Εύχομαι από καρδιάς οι πολιτικοί και των δύο πλευρών να εργαστούν για το καλό των Λαών τους.
Με νταβούλι και ζουρνά ενθουσιάστηκαν
του Τζεβιζλίκ (των Καρυών, της Μάτσκας) οι πέτρες.
Έτρεξαν από αυτούς τους βράχους
τα δάκρυα της Νιόβης.
Ένα ηλικιωμένο άτομο, που επισκέφθηκε το σπίτι του χρόνια μετά την Ανταλλαγή, αγκάλιασε τους τοίχους του σπιτιού του και με γοερή φωνή έκλαψε κι έκλαψε…
Στην Ελληνική Μυθολογία γίνεται λόγος για τη Νιόβη, που είχε έξι (6) κορίτσια κι έξι (6) αγόρια. Ζηλοφθονίας ένεκεν, η θεά Άρτεμις σκότωσε τα έξι κορίτσια και ο Απόλλων τα έξι αγόρια. Η Νιόβη, που έχασε τα παιδιά της, δεν σταμάτησε στιγμή να κλαίει.
Ο Θεός Δίας την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σ’ έναν βράχο στο όρος Σίπυλος της Μαινεμένης.  Η υγρασία από τα δάκρυα της Νιόβης διαρκεί ακόμη και μέχρι σήμερα στα χώματα γύρω από το βράχο.
Για τους Έλληνες που ζούσαν στην Ανατολία, η Μάτσκα αποτελεί γι αυτούς τον «χαμένο παράδεισο».
Όπως τα βρεγμένα χώματα γύρω από το βράχο στο όρος Σίπυλος είναι από τα δάκρυα της Νιόβης, πιθανόν και οι πηγές των ρεμάτων της Μάτσκας να είναι τα χυμένα δάκρυα για την απώλεια των παραδείσιων πατρίδων.

Λιβερά,  14.1.2011

 

 

Του Θεόδωρου Ε. Παυλίδη
Προέδρου του Συλλόγου Δυτικοποντίων ν. Κιλκίς