Τα γεγονότα αυτά οργανώθηκαν από το επίσημο τουρκικό κράτος, ήταν μια ακόμα πράξη και ένα βήμα στη σταθερή στρατηγική της Τουρκίας που στόχο είχε να απαλλαγεί από την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης με κάθε τρόπο και μέσο.
Τα φοβερά γεγονότα εις βάρος των Ελλήνων της Πόλης ήταν αποτέλεσμα ενός καλά οργανωμένου σχεδίου από την κυβέρνηση του Μεντερές.
Το σχέδιο αυτό απέβλεπε στην ολοκληρωτική καταστροφή των περιουσιών των Ελλήνων μέσα στην Πόλη. Μέσα σε λίγες ώρες ο αφηνιασμένος τουρκικός όχλος κατέστρεψε και λεηλάτησε 4.340 ελληνικά καταστήματα, 2.500 ελληνικά σπίτια και βανδάλισε εκκλησίες, σχολεία, νεκροταφεία και ξενοδοχεία. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες κόποι μιας ολόκληρης ζωής του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης υπέστησαν τη μανία του κατευθυνόμενου τουρκικού όχλου, γράφοντας μια ακόμα μαύρη σελίδα στην ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.
Ολόκληρη η λεωφόρος του Πέρα θύμιζε πεδίο μάχης, με σπασμένες τις βιτρίνες των καταστημάτων και τα εμπορεύματα πεταμένα στο δρόμο.
Αυτή η φοβερή επιθετικότητα και λεηλασία διαδραματίστηκε σε μια ευρύτερη περιοχή, από το Ταξίμ μέχρι τα Πριγκηπόνησα. Οι συμμετέχοντες σ' αυτό το οργανωμένο πογκρόμ κατά των Ελλήνων ήταν χιλιάδες Τούρκοι και απ' όλες τις κοινωνικές τάξεις. Από χωριάτες, αστούς μέχρι και ελίτ της πόλης.
Όλος αυτός ο όχλος είχε προετοιμαστεί «κατάλληλα» από μερίδα του Τύπου της Κωνσταντινούπολης, αλλά και της Σμύρνης. Με τα κείμενα τους, που στόχο είχαν τους Ρωμιούς πολίτες, είχαν διαμορφώσει το απαιτούμενο ψυχολογικό κλίμα. Η θρυαλλίδα που άναψε τη φωτιά για το άγριο πογκρόμ, ήταν μια είδηση που ήρθε από τη Θεσσαλονίκη: «Έριξαν βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη». Αργότερα όμως αποκαλύφθηκε ότι η βόμβα είχε τοποθετηθεί από Τούρκο φοιτητή που είχε διασυνδέσεις με την Υπηρεσία Πληροφοριών της Τουρκίας και υποκινήθηκε από υπάλληλο που εργαζόταν στο Προξενείο της Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη.
Το ψυχολογικό κλίμα που εδώ και καιρό είχαν διαμορφώσει οι εφημερίδες κορυφώθηκε με την έκδοση της εφημερίδας «Εξπρές» της 6ης Σεπτεμβρίου. Η εφημερίδα που τύπωνε 20.000–30.000 φύλλα την ημέρα, τώρα τύπωσε 300.000 και γνωστοποίησε τη ρίψη της βόμβας στο «σπίτι» του Ατατούρκ – Προξενείο της Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη.
Τα άτακτα στίφη ξεχύθηκαν στους δρόμους για να ολοκληρώσουν το οργανωμένο πογκρόμ κατά των Ελλήνων. Η αστυνομία είχε την εντολή όχι μόνο να μην επιβάλλει την τάξη, αλλά να υποβοηθήσει ακόμα περισσότερο στο καταστροφικό και προγραμματισμένο έργο. Το σύνθημα που ακούγονταν όλη τη νύχτα ήταν: «Θάνατος στους Έλληνες».
Παράλληλα με τους βανδαλισμούς και τις λεηλασίες, κακοποιήθηκαν δεκάδες μέλη της ομογένειας και διαπράχθηκαν αρκετοί βιασμοί.
Την επόμενη ημέρα των γεγονότων η τουρκική κυβέρνηση του Αντάν Μεντερές προσπάθησε να αποποιηθεί κάθε ευθύνη για τα γεγονότα, ρίχνοντας την όλη ευθύνη στους κομμουνιστές. Όσο για την ελληνική κυβέρνηση του ετοιμοθάνατου Παπάγου, αυτή αρκέστηκε να διαμαρτυρηθεί «ευπρεπώς». Δεν γνωρίζουμε εάν επικαλέστηκε και το Διεθνές Δίκαιο που επικαλούνται τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις μας, το οποίο βέβαια η Τουρκία το έχει γραμμένο στα παλιά της οθωμανικά τσαρούχια.
Η Τουρκία υπέγραψε τη Συνθήκη της Λωζάνης χωρίς την παραμικρή πρόθεση να εφαρμόσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε απέναντι στη μειονότητα των Ελλήνων που παρέμειναν στην Κωνσταντινούπολη, στην Ίμβρο και στην Τένεδο, όπως αποδείχθηκε πλήρως από τα πεπραγμένα της κατά τη διάρκεια ενός αιώνα από την υπογραφή της Συνθήκης. Το πρώτο μεγάλο βήμα για την εκδίωξη της ακμάζουσας ομογένειας της Κωνσταντινούπολης έγινε.
Όσοι Ρωμιοί παρέμειναν στην Πόλη μετά το τρομερό εκείνο πογκρόμ, ζουν κάτω από συνθήκες τρόμου και ανασφάλειας. Το δεύτερο και τελικό κτύπημα δεν άργησε να έρθει, και σ' αυτή την περίπτωση όλα είχαν σχεδιαστεί από πριν.
Με τις πρώτες ταραχές στην Κύπρο στα τέλη του 1963 η κατάσταση γι' αυτούς επιδεινώνεται ραγδαία και το καλοκαίρι του 1964 φτάνει στο απροχώρητο. Η τουρκική κυβέρνηση προχωρεί στην εφαρμογή ενός προγράμματος για την ολοκληρωτική εκδίωξη των Ελλήνων. Βάση του προγράμματος αυτού θα αποτελέσει το περίφημο μυστικό διάταγμα 6/3801 με το οποίο μεθοδεύεται η ουσιαστική δήμευση των περιουσιών των Ελλήνων στην Τουρκική Δημοκρατία. Κατά τους μήνες που ακολουθούν, με μια σειρά «νόμιμες» και παράνομες ενέργειες, οι περισσότεροι Έλληνες ομογενείς (ελληνικής αλλά και τουρκικής υπηκοότητας) αναγκάζονται να εγκαταλείψουν «κακήν κακώς» τη χώρα και με κάθε μέσο να κατευθυνθούν προς την Ελλάδα. Θύματα της ρατσιστικής πολιτικής της Τουρκίας είναι –ακόμα– τα ελληνικά σχολεία και αυτό ακόμα το Πατριαρχείο, που δέχεται πρωτοφανείς επιθέσεις.
Οι απελάσεις του 1964 υπήρξαν ένα ακόμα καίριο πλήγμα της Τουρκίας στον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι περίμεναν υπομονετικά την εσωτερική αστάθεια της ταραγμένης Ελλάδος του 1964, όπως άλλωστε κάνουν πάντα, σε όλα ανεξαιρέτως τα αποφασιστικά τους κτυπήματα εναντίον του Ελληνισμού. Και σ' αυτήν την περίπτωση οι αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης περιορίστηκε σε κάποιες έντονες διαμαρτυρίες και διεθνείς παραστάσεις που άφησαν και πάλι την «άλλη» πλευρά αδιάφορη.
ΥΓ Δυστυχώς η διαχρονική έλλειψη μιας κοινής, ξεκάθαρης και μακροπρόθεσμης στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία η οποία με σχέδιο και στρατηγική εδώ και έναν αιώνα στόχο έχει την Φιλανδοποίηση της Ελλάδος.
Η Τουρκία απειλεί πλέον με τον ποιο ξεκάθαρο τρόπο την ακεραιότητα της Ελλάδος, στην Κύπρο το έκανε το 1974. Έκτοτε υλοποιεί σταδιακά, αδίστακτα και μεθοδικά τη στρατηγική της για έλεγχο όλης της Κύπρου. Μέχρι σήμερα πέτυχε να τη διχοτομήσει και να την αλλοιώσει δημογραφικά.



