
Ο κεντρικός ήρωας
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό της Ροδόπης, σε ένα μικρό σπίτι με δυο δωμάτια, ζούσε μια μεγάλη οικογένεια.
Ο παππούς, που όλη τη μέρα κάπνιζε το στριφτό του τσιγάρο, έτρωγε τα καλύτερα φαγητά και έπινε το κόκκινο κρασί με το μεγάλο μαστραπά, σκουπίζοντας νωχελικά τις κάτασπρες και τεράστιες μουστάκες του.
Η γιαγιά, μικρόσωμη, νοικοκυρά, γρήγορη, καλοσυνάτη με όλους, γκρίνιαζε καθημερινά τον καλοπερασάκια παππού, που σημασία δεν έδινε για το περιβάλλον του.
Ο πατέρας, ήρεμος, δουλευταράς, πανέξυπνος, πάσχιζε να τακτοποιεί το σπιτικό, με φροντίδα, καλοσύνη και δικαιοσύνη.
Η μάνα, κλώσα που φρόντιζε τα παιδιά της συμμαζεύοντας τα κάτω από τις φτερούγες της.
Τα αδέλφια, τέσσερα. Το κορίτσι παντρεμένο, εικοσιτεσσέρων χρόνων, ο μεγάλος γιος είκοσι δύο, στη Γερμανία, ο μεσαίος είκοσι χρονών, στρατιώτης και ο μικρός δέκα χρονών, μαθητής στο δημοτικό. Επέστρεψε τρέχοντας από το σχολείο, σήμερα το μεσημέρι (23-12-1960), στο σπίτι, με μουσκεμένα ρούχα, λασπωμένα τα λαστιχένια του παπούτσια, με πόδια που κόντευε να πάθουν κρυοπαγήματα από τις βρεγμένες κάλτσες.
Η επέμβαση της γιαγιάς άμεση, έφερε τη ζεστασιά στο σώμα του μικρού, γεύτηκε την αλάδωτη φασολάδα, που ήταν βάλσαμο ζεστασιάς και έσβησε την πολύωρη πείνα του.
Έψαξε ο μικρός τη μάνα του, αλλά δεν ήταν στο σπίτι.
-Μπάμπου, πού είν΄ η μάνα μ΄». ρώτησε.
-«Σ΄ν πόλη πιδί μ΄» αποκρίθηκε η γιαγιά.
Ααα!!!, σκέφτηκε ο μικρός, Χριστούγεννα μεθαύριο, αφού πήγε στην πόλη κάτι θα μου αγοράσει. Έτσι η αναμονή της μάνας έγινε ανυπομονησία και όταν επέστρεψε το απόγευμα, έτρεξε ο μικρός κοιτάζοντας το δισάκι που κουβαλούσε η μάνα του. Τα λιγοστά ψώνια, τυλιγμένα σε χάρτινες σακούλες, σε εφημερίδες και σε λαδόχαρτα, βγήκαν ένα ένα. Ο μικρός δεν πήρε τα μάτια του από το δισάκι. Πίστευε ότι κάτι υπήρχε ακόμη, κάτι που θα ήταν το δικό του δώρο, όπως έγραφε σήμερα στο αναγνωστικό τους, για τα δώρα των παιδιών στις άγιες τούτες μέρες. Η μάνα κοίταξε το μικρό στα μάτια, ένοιωσε ότι κάτι περίμενε και λυπημένη, δακρυσμένη, με σπασμένη φωνή από το λυγμό, είπε:
-Παιδάκι μου, παιχνίδια πολλά, όμορφα, φανταχτερά, αμά παράδις πού; και γύρισε το πρόσωπο της προς το μικρό παράθυρο. Σηκώθηκε από το σκαμνί της και έφυγε για το άλλο δωμάτιο, να περάσει μα δάκρυα, το λυγμό της.
Ένας μεγάλος κόμπος στενοχώριας σταμάτησε στο λαιμό του μικρού, δυο χοντρά δάκρυα κύλησαν στα μάτια του, που αμέσως όμως έλαμψαν. Με αποφασιστικότητα και δύναμη κατέβασε τον κόμπο από τον λαιμό του και με τα χεράκια του σκούπισε τα χοντρά δάκρια που έφτασαν στα μάγουλα. Θυμήθηκε το εργαστήρι του πατέρα του. Τόσες και τόσες φορές εγκαταστάθηκε εκεί και έκανε κρυφά τις κατασκευές του, ξοδεύοντας τα καρφιά του πατέρα του, που διαμαρτυρόταν για τις μικροζημιές που προξενούσε.

Το εργαστήρι του πατέρα…
Έτσι και τώρα, εγκαταστάθηκε κρυφά και πάλι στο εργαστήριο. Ψάχνοντας και ανακατεύοντας, σε μια γωνιά, ανάμεσα σε κομμάτια ξύλων, διέκρινε κάποιο που με τη φαντασία του έμοιαζε με αυτοκίνητο. Αμέσως άρχισε τη διαμόρφωση. Με το χοντρό μολύβι του πατέρα του ζωγράφισε τις τέσσερις πλευρές του ξύλου, σχεδίασε πόρτες, παράθυρα, φώτα μπρος και πίσω, ζωγράφισε ένα τιμόνι και πίσω από το τιμόνι ένα μπρατσωμένο οδηγό. Το κοίταξε με ικανοποίηση, του άρεσε, μπορούσε όμως να το κάνει και να κινείται. Τέσσερα μεταλλικά καπάκια της γκαζόζας, που έπινε ο παππούς μαζί με το κρασί του και τα είχε φυλαγμένα ο μικρός στα αμπάρια του σπιτιού, καρφώθηκαν στις πλαϊνές πλευρές του αυτοκινήτου, έτσι ήταν πλέον ένα υπέροχο κινούμενο αυτοκίνητο. Το έκρυψε στο εργαστήριο και γύρισε στη ζεστασιά της σόμπας.
Είχε σχέδια και για την άλλη μέρα, κομμάτια ξύλα υπήρχαν, καπάκια από γκαζόζες υπήρχαν, κάτι ακόμη όμως έψαχνε, θυμήθηκε που θα το έβρισκε.
Νωρίς το πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, ξύπνησε να παρακολουθήσει από κοντά το σφάξιμο του γουρουνιού και περίμενε, όταν ο πατέρας καθάρισε τα εντόσθια, να του δώσει τη μπάλα. Ήταν η κύστη του ζώου, που όταν στέγνωνε, τη φούσκωναν οι μεγάλοι και την χρησιμοποιούσαν στις αλάνες οι μικροί, για μπάλα ποδοσφαίρου.

Το σφάξιμο του γουρουνιού
Το εργαστήριο όμως περίμενε. Τα σχέδια είχαν αποτυπωθεί στο μυαλουδάκι του. ‘Έτσι κρυφά και πονηρά, πήρε το τενεκεδάκι της κονσέρβας που ήταν μπροστά από το κοτέτσι, για να πίνουν νερό οι κότες, το έκρυψε κάτω από το σακάκι του και κλειδώθηκε στο εργαστήριο. Από την προηγούμενη ημέρα εντόπισε ένα κομμάτι ξύλο που έμοιαζε με τρακτέρ. Αμέσως άρχισε η ζωγραφική πάνω στο ξύλο, οδηγός ο μεσαίος αδελφός, καμαρωτός, πάνω από το τιμόνι. Οι ρόδες συμπλήρωσαν την όμορφη κατασκευή. Το τενεκεδάκι της κονσέρβας δεν ήθελε στολισμό, είχε τα δικά του χρώματα και δυο ψάρια ζωγραφισμένα στο πλάι. Τέσσερις τρύπες με ένα καρφί, λίγο σύρμα, τέσσερα καπάκια γκαζόζας και η πλατφόρμα ήταν έτοιμη και ενωμένη με το τρακτέρ.
Έκρυψε τη νέα του κατασκευή μαζί με την παλιά και έτρεξε να βρει τους φίλους του για τα κάλαντα. Πολλές ευχές, λίγα ξερά φρούτα, μερικά πορτοκάλια, μανταρίνια, αλλά κυρίως ξυλοκέρατα, μια δραχμή από τη νουνά και καμιά δεκάρα από κάποιους συγγενείς, ήταν η συγκομιδή.
Το βραδάκι η γιαγιά συνεχώς έψαχνε και μουρμούριζε:
-Πού είνι του τινικιδούδ, έλεγε και ξανάλεγε. Έψαχνε το κουτί της κονσέρβας, να βάλει νερό, να πιούν οι κότες.
Με το πρώτο σκοτάδι, ήλθε στο σπίτι η ξαδέλφη του μικρού, αγκαλιά με μια πάνινη κούκλα που είχε κάνει η ίδια, από τα κουρέλια της μάνας της. Έτρεξε ο μικρός στο εργαστήριο και πήρε το αυτοκίνητο, το τρακτέρ και την πλατφόρμα, τα άπλωσε πάνω στην ψάθα, στο χωμάτινο πάτωμα και άρχισαν το παιχνίδι με την ξαδέλφη του, μέχρι που ήλθαν τα παλικάρια του χωριού και τραγούδησαν τον ερχομό του Χριστού, από τους αφέντες του σπιτιού μέχρι και στα μικρά παιδιά.

Τα παλικάρια «Τραγουδούνε το Χριστό»
Άνοιξε κυρά τις πόρτες σου
Κι έρχεται η Παναγία
Με το Χριστό στην αγκαλιά
Με το σταυρό στα χέρια
Στρώσε σκαμνιά, προσκέφαλα
Να κάτσουν τα παλικάρια
Γκρίνιαζε η γιαγιά για την αλλαγή χρήσης στο «τινικιδούδ΄», χαμογέλασε χαρούμενη και ευτυχισμένη η μάνα για την ευρηματικότητα του μικρού, βασίλεψαν τα παιδικά ματάκια και κοιμήθηκαν στρωματσάδα στο πάτωμα.
Ονειρεύονταν τα ξαδελφάκια ότι ήταν σε ένα μεγάλο πανηγύρι και διάλεγαν το Χριστουγεννιάτικο δώρο που θα αγόραζαν, πριν προλάβουν όμως να αποφασίσουν, ξύπνησαν από τον δυνατό και χαρμόσυνο χτύπο της καμπάνας, δεν πρόλαβαν, έστω και στο όνειρό τους να αγοράσουν, αλλά είχαν δίπλα τους τις όμορφες κατασκευές τους.
«Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών…… έψαλε με δυνατή φωνή ο Παπα Μάρος και σε λίγο, όλοι μαζί βρέθηκαν καθισμένοι στο πλούσιο γιορτινό σοφρά. Αφέντης ο παππούς……. οι νεότεροι αρχοντάδες ……… και μικρά αρχοντόπουλα τα παιδάκια, με τα παιχνίδια τους στην αγκαλιά.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Ο μικρός τότε, ευτυχισμένος παππούς σήμερα, ακόμη δεν διάλεξε το παιχνίδι του. Τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές, ο χρόνος γυρίζει πίσω και συλλαμβάνει τον εαυτό του να μεταβάλλεται σε μικρό παιδί και να παίζει το ξύλινο αυτοκίνητο, το τρακτέρ και την πλατφόρμα που κατασκεύασε κάποτε, τρώγοντας τους ξηρούς καρπούς της γιαγιάς, τα μανταρίνια, τα πορτοκάλια και τα ξυλοκέρατα που μάζεψε από τα κάλαντα, περιμένοντας, τα παλικάρια του χωριού να ψάλουν τους ύμνους της παράδοσης.
Δεν ξεχνά όμως τον κόμπο στο λαιμό της μάνας του και τα βουρκωμένα μάτια της.
Ήταν και αυτή μια μάνα ηρωική και απερίγραπτη, όπως οι μανάδες όλων των παιδιών, όλου του κόσμου.



