Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020, 5:41:03 μμ
Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020 21:39

Αύγουστος 1974, Κιλκίς, οδός 21ης Ιουνίου αριθμός 242

Συντάκτης:

Γράφει ο Τάσος Γιοβανούδης.

Οι άνθρωποι της γειτονιάς μου, μιας άλλης εποχής,  θέλω να κρατήσουν λίγη ευχάριστη συντροφιά στους συμπολίτες μου, σε αυτές τις πρωτόγνωρες ώρες και ημέρες, που πρέπει με υπομονή και πειθαρχία να περάσουμε, κλεισμένοι στο σπίτι μας, υπακούοντας με θρησκευτική ευλάβεια, στις προτροπές και συμβουλές τους αρμοδίων.

 

Ήταν λίγο μετά την μεταπολίτευση, όταν, νιόπαντροι, ψάχνοντας να ενοικιάσουμε σπίτι βρεθήκαμε στη παραπάνω διεύθυνση. Το σπίτι καλό, οι ιδιοκτήτες εξαιρετικοί, οι καλύτεροι άνθρωποι που γνωρίσαμε, ο κύριος Τάσος και η κυρία Αλεξάνδρα, έτσι κατοικοεδρεύσαμε για μια ολόκληρη δεκαετία.

Η σύζυγός μου, νεοδιορισμένη νηπιαγωγός στο Κάτω Θεοδωράκι, ήταν υποχρεωμένη κάθε πρωί στις έξι,  να περιμένει στην στάση του λεωφορείου της γειτονιάς, που ήταν πολύ κοντά στο σπίτι, μπροστά στο καφενείο του Βασίλη Κιούση.

Αναγκαστικά λοιπόν, πριν ακόμη ξημερώσει, περιμένοντας το λεωφορείο καθόμασταν στο καφενείο.

Πρωινοί, καθημερινοί θαμώνες οι άνθρωποι της γειτονιάς, ο σιδεράς μπάρμπα Γιάννης  Στεφανίδης (Φυσέκ), ο αρτοποιός Σωτήρης Στοΐτσογλου, αντιδήμαρχος  επί Δημαρχίας Παρθένη, ο Γιώργος Τσορτανίδης, σιδεράς και αυτός, με το παρατσούκλι Μαύρος, λόγω χρώματος και ο παλιός οδηγός φορτηγού, Γιώργος Αβραμίδης, βιρτουόζος ερασιτέχνης μπουζουξής, που έπαιζε μόνο για την παρέα και τους μαθητές του.

Η αρχική παγωμάρα της παρέας, όταν μπήκαμε πρώτη φορά στο καφενείο, σύντομα έγινε εγκάρδια και χαρούμενη φιλοξενία.

Όσο ήταν παρούσα η κυρία, όλοι, πέραν της ευγένειας που έδειχναν ήταν πολύ προσεκτικοί κύριοι με Κ κεφαλαίο. Μόλις έφευγε με το λεωφορείο, άνοιγε η γλώσσα τους και η ψυχή τους.

Τις περισσότερες φορές δεν τους προλαβαίναμε στον καφέ, ήδη τους είχε σερβίρει ο κυρ Βασίλης και τα πρώτα ποτηράκια (δακτυλήθρες) με κονιάκ ή μέντα.

Έλεγαν ιστορίες πραγματικές, μυθοπλασίες απίθανες, δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις την πραγματικότητα από το παραμύθι, την αλήθεια από το ψέμα, το σοβαρό από το αστείο, την ειρωνεία από την πλάκα.

Το λόγο συνήθως είχε ο μπάρμπα Γιάννης ο Φυσέκ.

-Με λένε Φυσέκ, έλεγε, εγώ έβγαλα το παρατσούκλι μου γιατί όλες τις δουλειές μου τις κάνω γρήγορα, σαν τα φυσέκια (σφαίρες), που ρίχνουν οι στρατιώτες.

Φυσέκια είναι και αυτά που λέω, μόνο αλήθειες και κατ΄ ευθείαν όχι σούξου-μούξου, καθαρές κουβέντες, καθαρές δουλειές. Φυσέκια έριχνα και στο στρατό, φυσέκια όμως…….. και χαμογελούσε, έριχνα όταν ήμουν νέος.

Όσο ο μπάρμπα Γιάννης ανάπτυσσε τις ιστορίες του, ο Στοΐτσογλου, που κοίταζε συνεχώς το ρολόι του, εξαφανιζόταν για μερικά λεπτά. Όταν επέστρεφε, έκανε νόημα στον καφετζή να του φέρει ένα κονιάκ ακόμη.

Άργησα, αλλά μετά κατάλαβα ότι παρακολουθούσε το φλόγιστρο που έκαιγε για να ζεστάνει τον φούρνο ή έβγαζε από το φούρνο τα ψωμιά, που προηγουμένως είχε φουρνίσει, δουλειές που δεν μπορούσε να κάνει η ήρεμη, ήσυχη και καλοσυνάτη κυρά Παναγιώτα του.

-Αααα!!!! έλεγε ο Φυσέκ, δουλειά όλη την ημέρα με τα σίδερα στο μαχάμ, με το σφυρί, τη βαριοπούλα χτυπώντας το αμόνι, αλλά το βράδυ, στο καπηλειό του Τζίρη, που ήταν δίπλα στο σινεμά του Τσάρκαλη (Αλέξανδρος).

Ένα κρασί, άλλο κρασί, κι άλλο κρασί, νύχτωνε, έβγαινα στο δρόμο, κοίταζα τη λάμπα της ΔΕΗ που έφεγγε, ξεχώριζα ότι ήταν μία, συνέχιζα τα κρασιά, μετρούσα τις λάμπες, τρεις, πέντε, δέκα, όταν δεν μπορούσα να τις μετρήσω, άιντε έλεγα, ώρα για το σπίτι.

Έλεγε πολλές, πάρα πολλές, αμέτρητες ιστορίες. Ακόμη και όταν τις επαναλάμβανε, είχαν γούστο, γιατί πρόσθετε καινούργιες παραγράφους και ατάκες.

-Κάθε Κυριακή, έλεγε, όταν σχολούσε η εκκλησία, πήγαινα στο καφενείο του Αγιομαρκίτη Αβραάμ Μόλις καθόμουν, ήξερε ότι έπρεπε να μου σερβίρει σιγά σιγά δέκα ούζα. Μόλις τελείωναν τα ούζα μου έλεγε εντάξει, του έδινα δέκα δραχμές και έφευγα για το σπίτι.

-Μια Κυριακή πρωί, με παρέα, πήγαμε σε καφενείο του Σταυροχωρίου.

-Συνεννοήθηκα με τον καφετζή και αυτός μου σερβίρισε όμορφα και ωραία δέκα περιποιημένα ούζα. Όταν τελείωσα του έδωσα το δεκάρικο και αυτός αμέσως μου επέστρεψε πέντε δραχμές.

-Γιατί; Τον ρώτησα έκπληκτος.

-Δέκα ούζα, από μισή δραχμή το ένα, πέντε δραχμές, μου απάντησε.

-Άαααα!!!! άμα είναι έτσι, είπα, φέρε άλλα δέκα.

Απίθανη ήταν και η απάντησή του στον Πανίκα, όταν του ζήτησε δανεικά και προθεσμία μια εβδομάδα να τα επιστρέψει.

-Πανίκα, είπε, προθεσμίαν ας δίγω σε όσον το θελτς, παράδας ΄κ΄έχω να δίγω σε.

Η εποχή εκείνη, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, είχε έντονες πολιτικές συζητήσεις, όμως η παρέα του καφενείου δε χαμπάριαζε. Πού και πού ο Σωτήρης, αγνός και άδολος, ιδεολόγος, φανατικός υποστηρικτής του ΚΚΕ, έριχνε καμιά σπόντα, αλλά ο μπάρμπα Γιάννης άλλαζε αμέσως τη συζήτηση.

Ένα πρωινό βρήκαμε τον Σωτήρη σε έξαλλη κατάσταση.

-Ακούς εκεί, έλεγε, να γράψουν στον τοίχο του φούρνου ΚΚΕ με γαλάζια γράμματα. Αυτό είναι ατιμία, προσβολή προσωπική, φασιστικό κατάλοιπο, δεν θα αλλάξουμε, δεν θα αποκτήσουμε πραγματική δημοκρατία.

Τόσος ήταν ο θυμός, ο εκνευρισμός και η πίκρα του, που ξέχασε μια φουρνιά ψωμιά και έγιναν μαύρα, σαν το κάρβουνο.

Ήταν παραμονές εκλογών του 1974 και οι τοίχοι της πόλης γεμάτοι με κομματικά συνθήματα, γαλάζια, κόκκινα και πράσινα. Κάποιοι που γνώριζαν την πολιτική του τοποθέτηση, πιθανόν για να τον πικάρουν, έγραψαν στον τοίχο του φούρνου ΚΚΕ, με μπλε γράμματα.

Έτσι ήταν τότε οι προεκλογικοί ανταγωνισμοί, με συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, κάποια εύστοχα, επιτυχημένα, τα περισσότερα όμως κακόγουστα, κακογραμμένα, μουντζούρες σκέτες.

Ο Γιώργος ο Μαύρος, κλασικό γεροντοπαλίκαρο, αναφερόταν στα δύσκολα χρόνια των προηγούμενων δεκαετιών, στη φτώχια, στα βάσανα, στην ταλαιπωρία των ανθρώπων, χαμογελώντας συγχρόνως με τις ιστορίες του Φυσέκ, που τις άκουσε εκατοντάδες φορές και τσακωνόταν, για τις εμμονές του, με το Σωτήρη.

Ο Γιώργος ο Αβραμίδης, σοβαρός, προσεκτικός και μετρημένος, προσπαθούσε να ανοίξει κάποια συζήτηση, για τα τρέχοντα θέματα της εποχής.

Ήταν πολλά τα πρωινά που είχε αγκαλιά το μπουζούκι του, σα να κρατούσε την αγαπημένη του, το χάιδευε, το κούρδιζε, γρατζουνούσε κάποιες πενιές, σιγομουρμουρίζοντας μερικούς στίχους, ήταν σα να μην υπήρχαν οι άλλοι. Ήταν σα να απολάμβανε τον έρωτά του.

Ο καφετζής, ο κυρ Βασίλης, χωροφύλακας του εμφυλίου, με καταγωγή από την Κάτω Ελλάδα, δεν έλεγε πολλά, με υπομονή, σχεδόν αμίλητος, σέρβιρε τους καφέδες, τα κονιάκ, τις μέντες, τη δουλειά του ήθελε να κάνει, το μεροκαματάκι για τον επιούσιο.

Ένα Σαββατιάτικο απόγευμα κατηφορίζοντας προς την αγορά, βρήκα καθισμένη την παρέα του καφενείου, στο σιδεράδικο του Φυσέκ, στην οποία προστέθηκαν, ο Ιωακειμίδης, ο Μπέλογλου και δυο τρεις άλλοι, γύρω από ένα πρόχειρο τραπέζι, γεμάτο με ρετσίνες και ανοιχτές κονσέρβες, καθισμένοι σε πρόχειρα σκαμνάκια, σε κούτσουρα, σε τενεκέδες. Αργά το βράδυ, κατά την επιστροφή μου βρήκα την  παρέα στη ίδια θέση. Ο Γιώργος έπαιζε το μπουζούκι, κάποιοι τραγουδούσαν, άλλοι χτυπούσαν παλαμάκια. Όλοι ήταν χαρούμενοι, εύθυμοι και χαμογελαστοί. Με κέρασαν ένα ποτήρι, το ήπια με μια ολόψυχη ευχή, «στην υγειά τους».

Νωρίς το πρωί χτύπησε την καμπάνα ο παπά Τριαντάφυλλος, οι ψαλμωδίες των ψαλτών κυρίου Χρήσου και Λευτέρη Γουδρουμανίδη ακουγόταν από τα μεγάφωνα του Αγίου Δημητρίου και βρεθήκαμε στο δρόμο για την εκκλησία.

Προσπερνώντας το σιδηρουργείο του Φυσέκ, όλη η παρέα ήταν εκεί και πάλι στη θέση της, λες και δεν πέρασε μία ώρα, κανείς δεν έφυγε. Τους καλημέρισα, πήρα δυο τρεις βαριεστημένες καλημέρες, κάποιοι με φώναξαν για ένα ποτήρι.

Δέκα και μισή, μετά την απόλυση της εκκλησίας, το πρόχειρο τραπέζι ήταν γεμάτο με άδεια μπουκάλια και κονσέρβες, η παρέα εξαφανισμένη και η πόρτα ορθάνοικτη.

Ωραία γειτονιά, ωραίοι άνθρωποι, απλοί, καλοσυνάτοι. Δίπλα στον κινηματογράφο του Τσάρκαλη, στον «Αλέξανδρο», που έπαιζε την Κυριακή δύο έργα, ένα Ελληνικό και ένα δικό μας (Τουρκικό), ήταν το καπηλειό του Δημητρού του Τζίρη.

Κρασί από τις μπόμπες, στραγάλια, κρεμμύδια, ρέγκα ψημένη στην εφημερίδα και μέσα, όρθια όλα τα μπουκλούκια (πελάτες-πότες), όπως έλεγε ο Φυσέκ. Έκλεισε το καπηλειό κάποια στιγμή και ο μπάρμπα Δημητρός, αποτοξινωμένος, εγκαταστάθηκε στο βενζινάδικο του ανιψιού του, του Σωτηράκη και συμβούλευε τους φίλους του, να αποφεύγουν το κρασί.

Τον ρώτησα μια μέρα, που ήταν προβληματισμένος τί σκέπτεται;

-Τί να σκέφτουμι καλό μ΄, πόσις μπόμπις κρασί ήπια. Δεν είναι καλό πράμα παιδί μ΄, απ΄ αυτό κατάντησα έτσι. Πιες τε λίγο, οι μπόμπες δεν τελειώνουν, έλεγε με την χαρακτηριστική Στενημαχίτικη προφορά του.

Ο Σωτηράκης, μικρός το δέμας, ορκισμένο γεροντοπαλίκαρο πρώτης γραμμής, με τα γούστα του, με το κρασάκι του από μοσχοστάφυλα, με τις πίτες και τα τσουμπλέκια του, με τη χελώνα του  ( ΙΧΕ μάρκας Volkswagen) . Στο υπόγειο οι άδειες  μπόμπες, μουσειακό είδος τώρα, από τα ένδοξα κρασιά του πατέρα του, του κυρ Παναγιώτη. Του άρεσε που τον αποκαλούσαν «Μάνσον».

Θυμούμαι τη φωτογραφία-κάδρο αριστερά στο διάδρομο του σπιτιού του. Ήταν όλη η αφρόκρεμα της Ευάνδρου Στενημάχου στημένη μπροστά στο Παναθηναϊκό στάδιο, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Ο Δοξιάδης, ο Νικολαΐδης, το Τσούντας, ο Τζιρίδης, ο Νίκογλου και πολλοί άλλοι. Δυστυχώς, μετά το θάνατο του Σωτηράκη χάθηκε η φωτογραφία-κειμήλιο.

Ανάμεσα στο φούρνο και στο καφενείο ήταν ο Κώστας Κορωνίδης, ο γνωστός «Κορών», με το μικρό του παντοπωλείο. Δεν  είχε και καλές σχέσεις με τους γείτονές του της παρέας του καφενείου, μάλλον για λόγους κομματικούς.

Κάποια στιγμή άνοιξε καφενείο και ο «Λαλαγκάς», χαρακτηριστικός τύπος της γειτονιάς, που το έκλεισε σύντομα, γιατί, αφού δεν πατούσε πελάτης, ο ίδιος ήπιε όλες τις ρετσίνες και τα ούζα της πρώτης και τελευταίας παραγγελίας στον Γουγλίδη.

Στη γειτονιά κατοικούσαν και οι «Τσούνταινες», η Μαρίκα και η Χρυσούλα, ξεπεσμένες Αθηναίες  αριστοκράτισσες. Πραγματικές αριστοκράτισσες, πατέρας τους ήταν ο συνιδρυτής του Παναθηναϊκού Αλέξανδρος Καλαφάτης και μητέρα τους από την Στενημαχίτικη οικογένεια Τσούντα. 

Κάθε απόγευμα από τα μεγάφωνα του μικρού φορτηγού του Θρασύβουλου, που τριγυρνούσε στη γειτονιά, ακούγονταν οι καινούργιες λαϊκές επιτυχίες.

Ωραία γειτονιά, φιλόξενοι άνθρωποι, καταδεκτικοί, αλλά προ παντός ολιγαρκείς, χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, γι΄ αυτό και αξέχαστοι.

Μικρό το μεροκάματο, που έφθανε όμως να ΖΟΥΝ, να ΡΟΥΦΟΥΝ και να  ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ τις μέρες και τα χρόνια τους.

Με το πέρασμα του χρόνου άλλαξε, όπως όλες και αυτή η γειτονιά. Τώρα το καπηλειό έχει παλιά ανταλλακτικά, ο κινηματογράφος είναι Σούπερ Μάρκετ, το παντοπωλείο του Κορών άδειο, το βενζινάδικο σπίτι, το σιδηρουργείο του Μαύρου κατάστημα ειδών αυτοκινήτου, το καφενείο του «Λαλαγκά» οικοδομή, το διώροφο της Τσούνταινας κατεδαφίστηκε, μόνο το σπίτι του Αβραμίδη είναι κατοικημένο και φρεσκοβαμμένο.

Ο φούρνος του Στοΐτσογλου και το σιδηρουργείο του Φυσέκ, εγκαταλειμμένα, αντιστέκονται στην απόλυτη φθορά, αρνούνται την λησμονιά. Φθαρμένα, αλλά όρθια, σπασμένα τα τζάμια, ανοιχτές οι πόρτες, πεσμένος ο φούρνος στο εσωτερικό, άδειο το σιδεράδικο από τις βαριοπούλες και τα σφυριά,  αλλά οι πινακίδες στη θέση τους.

Είναι εκεί, μνημεία θύμησης αυτών που δεν πέρασαν απαρατήρητοι από τη ζωή.

Το καφενείο του Κιούση, κλειστό, τα καθίσματα όμως, τα τραπέζια, ο πάγκος, όλα στη θέση τους, λες και περιμένουν, από τα χαράματα, την πρωινή παρέα εκείνης της εποχής.

Τάσος Γιοβανούδης

Μάρτιος 2020

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « 1821: Η μεγάλη παρεξήγηση Ο κορονοϊός δεν έχει πρόσωπο »