espa pkm

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2026, 3:16:04 μμ
Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017 19:25

"Δεδικαίωται"

Του Ανδρέα Μακρίδη. 

 

Ο πρόσφατος θάνατος του Κώστα Μητσοτάκη, έδωσε αφορμή για κάποιες αντιπαραθέσεις που αφορούν την τήρηση των παραδοσιακών μας ιερών και οσίων για τον θάνατο ενός ανθρώπου. “Ο νεκρός δεδικαίωται” συνηθίζουμε να λέμε, σαν να επιθυμούμε να κλείσουμε το στόμα που πάει ν' ανοίξει για να καταγγείλει τον μακαρίτη για όσα δεν πρόλαβε η ζωή να του ανταποδώσει. Πιστεύουμε στ' αλήθεια στη δικαίωση του νεκρού;


Αλήθεια είναι, πως για ανθρώπους που σφράγισαν την πολιτική ιστορία του τόπου, όπως κατά μείζονα λόγο έπραξε ο πρώην πρωθυπουργός, οι συζητήσεις δεν πρόκειται να πάψουν, κι ίσως δεν πρέπει και να πάψουν. Το ίδιο ισχύει και για τον μεγάλο του αντίπαλο, τον Ανδρέα Παπανδρέου. Πώς θα θαφτεί το μίσος και η λατρεία, οι ενστάσεις και οι έπαινοι μαζί με τη σορό του; Κι ύστερα, αν ο Κώστας Μητσοτάκης ευτύχησε να δει τον γιο του στο τιμόνι της Νέας Δημοκρατίας, αδιαμφισβήτητο διάδοχο της πολιτικής του παρακαταθήκης, αυτό δεν ισχύει για πλείστους άλλους πολιτικούς, εντός και εκτός Ελλάδος, που ο θάνατός τους προκάλεσε “εμφύλιο” στο κόμμα όπου ηγούνταν. Στην περίπτωση μάλιστα της Αριστεράς, οι εμφύλιοι αυτοί ήσαν και κυριολεκτικοί.
Ξαναγυρνάμε λοιπόν στην αρχή του προβληματισμού μας. Δικαιούται κανείς να μιλήσει για τον νεκρό με τρόπο κριτικό ή αρνητικό; Η απάντηση που μας έρχεται από τα βάθη της παράδοσής μας, επιτάσσει κάποιων ημερών σιγή, τουλάχιστον σαν έκφραση δέους στο ίδιο το φαινόμενο του θανάτου. Περισσότερο και από το δέος ωστόσο, η σιγή επιβάλλεται από σεβασμό στους συγγενείς του νεκρού, τα παιδιά του και τα εγγόνια του που τον θρηνούνε.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ολίγον θετική δήλωση του Αλέξη Τσίπρα για τον εκλιπόντα, που του αναγνωρίζει πως “κατά τη μεταπολίτευση, συνέβαλε αποφασιστικά στην εμπέδωση της δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας”, στέκεται πράγματι στο ύψος των περιστάσεων. Αναρωτιέται όμως κανείς; Εάν μια τέτοια δήλωση γίνεται από σεβασμό προς τον νεκρό ή τους ζωντανούς του επιγόνους, γιατί δεν θα έπρεπε το ίδιο ύφος να διέπει και τις δηλώσεις των πολιτικών προσώπων και τις υπόλοιπες ημέρες; Γιατί θα πρέπει να περιμένουμε να πεθάνει κανείς για να ακούσουμε τον λόγο τον μεστό και κατασταλαγμένο, τον λόγο που αντιστοιχεί στο “δεδικαίωται”; Και τι συμπέρασμα θα έβγαζε κανείς για την δική μας κοινωνία, βλέποντας στο διαδίκτυο, χιλιάδες σχόλια πολιτών, που που στην μεγάλη τους πλειοψηφία στρέφονταν κατά του μακαρίτη;
Είναι προφανές πως για την Αριστερά, ο Κώστας Μητσοτάκης δεν θα πάψει να είναι “το κάθαρμα του '65”, ένας “προδότης” της παράταξης που τον είχε αναδείξει. Και είναι εξίσου προφανές, πως ο Μανώλης Γλέζος που έσπευσε να συλλyπηθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο σπίτι του, θα παραμείνει για τον πρόεδρο της ΝΔ ένας συμπαθής έως και σεβάσμιος άνθρωπος, ο οποίος ωστόσο στρατεύτηκε σε μία “απάνθρωπη ιδεολογία”. Δεν είναι υποκριτικό λοιπόν αυτό το “δεδικαίωται”;
Κάθε πολιτισμός εμπεριέχει τελετουργίες που κρύβουν μέσα τους σοφία, δεοντολογία, αλήθεια αλλά και υποκρισία. Η ίδια η επικήδειος τελετή της Εκκλησίας μας με την ευχή “υπέρ του συγχωρηθήναι αυτώ παν πλημμέλημα εκούσιον τε και ακούσιο”, συνιστά ένα τεράστιο οξύμωρο. Εάν μπορούσαμε όντως να ευχηθούμε να συγχωρεθούν οι αδικίες που έκανε κάποιος ενάντια σε μας εν γνώσει του και με τη θέλησή του, τότε δεν θα χρειαζόταν καν η ευχή, δεν θα χρειαζόταν η τελετουργία. Αναθέτουμε λοιπόν στον ιερέα να πει εκείνο που δεν μπορούμε να προφέρουμε εμείς, με την ελπίδα να διασωθεί ο τύπος του πράγματος, και να περισώσουμε ό,τι μπορούμε περισσότερο απ' τις ανθρώπινές μας σχέσεις, που πάντα ενσωματώνουν την αντίθεση, ενίοτε και ως την σύγκρουση.
Μέχρι να 'ρθει και η δική μας η σειρά.