Οι εκδότες δεν ήταν φτωχοί – είχαν αντιθέτως δημιουργήσει τεράστιες περιουσίες από τα δάνεια που είχαν λάβει – και θεωρούσαμε πως την ώρα της κρίσης όφειλαν να επιστρέψουν κάτι από τα κλεμμένα στους ανθρώπους που εργάζονταν για αυτούς τα προηγούμενα χρόνια. Οι εργοδότες ωστόσο ήταν άτεγκτοι. Αρνούνταν καν να προσέλθουν στις διαπραγματεύσεις αφήνοντας τον χρόνο και την οικονομική κρίση να κυλά προς όφελός τους, και απειλούσαν πως εάν δεν δεχόμασταν τις αξιώσεις τους, θα αναγκάζονταν να κατεβάσουν τα ρολά.
Στο πλαίσιο αυτό, στον δημοσιογραφικό κόσμο ωρίμασε η ιδέα μιας απεργίας διαρκείας που θα ανάγκαζε τους εργοδότες να κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να υπογράψουν συλλογική σύμβαση εργασίας, ακυρώνοντας και τις απολύσεις όσων συναδέλφων είχαν αρνηθεί να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις με χαμηλότερους μισθούς. Το πολιτικό κλίμα ευνοούσε κάτι τέτοιο, δεδομένου και ότι η κυβέρνηση Παπαδήμου ευνοείτο απόλυτα τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης.
Οι εργαζόμενοι στο Συγκρότημα Λαμπράκη είχαν αρνηθεί τότε την προοπτική της απεργίας διαρκείας. Λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή της ψηφοφορίας, το ΚΚΕ κατέβασε και δικό του, ξεχωριστό πλαίσιο, με αποτέλεσμα τελικά, η πρόταση να μην συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία.
Οι εξελίξεις δεν ευνόησαν τον δημοσιογραφικό κλάδο. Το PSI σάρωσε το ασφαλιστικό του Ταμείο, για ν' ακολουθήσει στη συνέχεια και το “μαύρο” στην ΕΡΤ. Σήμερα οι μισθοί έχουν καταβαραθρωθεί, ακόμα και μεγάλα έντυπα χρωστάνε αμοιβές μηνών, τα "μπλοκάκια" παρανόμως αντικαθιστούν τις κανονικές προσλήψεις.
Τη χαριστική βολή στον κλάδο, την δίνει η λήξη των ευνοϊκών τραπεζικών δανειοδοτήσεων του παρελθόντος, τις οποίες η Δικαιοσύνη διερευνά χαρακτηρίζοντάς τες ως “επισφαλείς”. Την ώρα που ο ίδιος ο Σταύρος Ψυχάρης ομολογεί στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, πως κατά το παρελθόν έπαιρνε δάνεια με αέρα το προσωπικό του όνομα, κανένας τραπεζίτης δεν είναι πλέον διατεθειμένος να παράσχει δάνεια “στο μιλητό”, παίζοντας κορώνα-γράμματα το δικό του κεφάλι. Έτσι έκλεισε το Μega, έτσι κινδυνεύει τώρα και ο ΔΟΛ - με τους μεγαλομετόχους του να παριστάνουν τους πτωχούς και ακτήμονες. Και οι δημοσιογράφοι του, μη έχοντας άλλη διέξοδο, προτείνουν πλέον “γη και ύδωρ” στην κυβέρνηση, μπας και σωθούν.
Αν υποθέσουμε πως ο Τσίπρας έχει την δυνατότητα να ευνοήσει τις δύο εφημερίδες και το πράξει, τότε η αντιπολίτευση θα τον κατηγορήσει - όπως το κάνει ήδη - πως σκοπεύει να αλώσει τον Τύπο και να χτίσει τη δική του διαπλοκή. Αν ο Τσίπρας απορρίψει την προσφορά, τότε θα κατηγορηθεί για ρεβανσισμό και αναλγησία απέναντι στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα.
Δεν υπάρχει τίποτα που ένας επαγγελματίας επικοινωνιολόγος να μην μπορεί να αποδείξει μέσα στη θλιβερή αυτή συγκυρία, ακροβατώντας στη λογική μας. Το ερώτημα είναι ωστόσο, τι προτάσεις έχουν τα ίδια τα κόμματα να καταθέσουν για τη σωτηρία του Τύπου, εάν φυσικά την επιθυμούν. Την επιθυμούν;
