
Στην περίοδο οικονομικής κρίσης που διανύουμε, η απότομη πτώση του επιπέδου διαβίωσης, οι αλλαγές που αυτή έχει επιφέρει και η αβεβαιότητα για το μέλλον, προκαλεί υψηλά επίπεδα στρες, αίσθηση της απώλειας του ελέγχου και των ονείρων μας για τη ζωή, αδράνεια και κατάθλιψη.
Πώς γίνεται άραγε να είμαστε ψυχικά υγιείς και ισορροπημένοι όταν βιώνουμε τόσο αντίξοες συνθήκες με καθημερινές απώλειες; Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τα αρνητικά μας αισθήματα και να βγούμε απ’ την κατάθλιψη; Η απάντηση είναι ότι εξαρτάται από το πώς θα ερμηνεύσουμε την κρίση. Έχουμε δύο επιλογές: Η μία είναι να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας κακότυχους και να ελπίζουμε παθητικά σε μία πολιτική παρέμβαση η οποία θα αλλάξει τα πράγματα και μπορεί να μην έρθει τα επόμενα χρόνια. Και η άλλη επιλογή είναι να αποδώσουμε ένα νόημα στις δυσκολίες που να μας ενδυναμώνει και να στραφούμε απέναντι σε αυτά που είναι υπό τον έλεγχό μας κι έχουμε την ικανότητα να ορίζουμε.
Τα τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα, όπως και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, επικρατούσε μια εξιδανίκευση για τα προϊόντα του πλούτου, ένας άκρατος καταναλωτισμός κι εστίαση στο τί έχουμε σαν κριτήριο ευτυχίας. Μιας ευτυχίας απατηλής, που μας απομάκρυνε από τις πραγματικές αξίες, τον εσωτερικό μας εαυτό και το συνάνθρωπο, ενώ μας δημιουργούσε ανάγκη για συνεχή διέγερση, ενθουσιασμό κι ευχαρίστηση. Ίσως τώρα λοιπόν είναι η κατάλληλη ευκαιρία να επανεξετάσουμε και να αλλάξουμε το σύστημα αξιών μας και να ανακαλύψουμε τα αληθινά στη ζωή, τα εσωτερικά μας επιτεύγματα, την πνευματική καλλιέργεια, την δημιουργικότητα, τις ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις, τον συναισθηματικό μας κόσμο. Εξάλλου, όποιος θέλει να αλλάξει την κοινωνία και τον κόσμο πρέπει να μπορεί να αλλάξει πρώτα τον εαυτό του. Ας αναλάβουμε δράση κι ας ενδιαφερθούμε για τον διπλανό μας. Οι διαπροσωπικές σχέσεις εξάλλου, είναι ευεργετικές για την ψυχική μας υγεία, μας προσφέρουν ανακούφιση και μας βοηθούν να μειώσουμε τα επίπεδα του στρες.



