Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2022, 9:35:54 πμ
Τετάρτη, 01 Δεκεμβρίου 2021 14:13

Φανοκόροι

Συντάκτης:

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.

Στοιχειώδης έως ανύπαρκτος ήταν ο φωτισμός των δρόμων και των δημόσιων χώρων στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όσοι κυκλοφορούσαν τη νύχτα έπρεπε να χρησιμοποιούν υποχρεωτικά φανάρια, καθώς δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορήσει Έλληνας στους δρόμους χωρίς φανάρι.

Οι παραβάτες συλλαμβάνονταν και τιμωρούνταν με φάλαγγα. Τα λαδοφάναρα αυτά έμοιαζαν με καντήλια, αφού τα φιτίλια τους επέπλεαν σε πλωτήρες από φελλό ή ξύλο. Αυτοί που νυχτοπερπατούσαν - υφιστάμενοι ενίοτε τις συνέπειες που περιγράφει η γνωστή παροιμία- ήταν λίγοι, αφού οι άνθρωποι της εποχής εκείνης συνήθιζαν να κοιμούνται νωρίς. Για όσους ξενυχτούσαν στα σπίτια τους, ο ήχος του μπαστουνιού του «πασβάντη» τους υπενθύμιζε ότι έπρεπε να κάνουν ησυχία και ότι ήδη είχε παρέλθει η ώρα της νυχτερινής κατάκλισης.

Μετά την απελευθέρωση, φανοί λαδιού αναρτήθηκαν σε φανοστάτες στα κεντρικότερα σημεία των πόλεων. Στην Αθήνα του 1835 δεν ξεπερνούσαν τους 10, ενώ στον Πειραιά τα πρώτα εξωτερικά φώτα ήταν δυο λαδοφάναρα που τοποθετήθηκαν έξω από το Δημαρχείο και την Αστυνομία. Στην ίδια πόλη μέχρι το 1856 υπήρχαν 54 φανάρια. Οι ελάχιστοι αυτοί φανοί τις φεγγαρόλουστες νύχτες δεν τους άναβαν για λόγους οικονομίας. Την πρακτική αυτή περιγράφει με σκωπτικό ύφος ο Έντμοντ Αμπού στο βιβλίο του «Η Ελλάδα του Όθωνος-1854»: «Οι δρόμοι φωτίζονται με λάδι, εκτός από τις νύχτες όπου υπολογίζουν στο φεγγαρόφωτο. Αν ο Καζαμίας λαθέψει ή το φεγγάρι κρυφτεί επιτρέπεται σ’ όλους τους Αθηναίους να τσακίζονται μέσα στο σκοτάδι».

Από το 1860 άρχισε να διαδίδεται η χρήση της λάμπας πετρελαίου. Η χρήση του φωτιστικού πετρελαίου επεκτάθηκε και στις τουρκοκρατούμενες περιοχές και μάλιστα η ευρεία διάδοση του στους Έλληνες της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας θεωρήθηκε δείγμα πολιτισμού και απόδειξη της πολιτιστικής τους υπεροχής έναντι των Μουσουλμάνων, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Victor Berard: «Στην Τουρκία μπορεί κανείς να σταθμίσει την επιρροή του ελληνισμού από τα κυβικά πετρελαίου που καταναλώνει μια περιοχή. Ο μουσουλμάνος και ο μη εξελληνισμένος χριστιανός κοιμούνται με τις κότες ή καπνίζουν και συζητούν στο σκοτάδι. Όταν δειπνούν το βράδυ, για να βλέπουν οι ίδιοι και για να βλέπουν οι συνδαιτημόνες τους το κοινό πιάτο, όπου όλη η συντροφιά βουτά αδελφικά τα δάχτυλά της, καίνε πελεκούδια όταν είναι φτωχοί ή ρετσινωμένα κλαδιά όταν είναι πλούσιοι. Ο ελληνισμός έρχεται κουβαλώντας μαζί του τον ντενεκέ, όπως άλλοτε κόμιζε τα πήλινα αγγεία, τους λύχνους, τους κρατήρες και τους αμφορείς της Κορίνθου και των Αθηνών».

Ο φανοκόρος ή φανανάπτης ήταν ο δημοτικός υπάλληλος που φρόντιζε για τη λειτουργία και τη διατήρηση σε καλή κατάσταση των φανών της πόλης. Το επάγγελμα του εμφανίστηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση, όταν άρχισε να επιχειρείται στις πόλεις ο φωτισμός των δημόσιων χώρων. Άναβε τα φανάρια σε καθορισμένη ώρα μετά τη δύση του ηλίου, η οποία σε παλαιότερα κείμενα περιγράφεται με την αρχαιοπρεπή φράση «περί λύχνων αφάς». Για το άναμμα των φανών που βρισκόταν σε σχετικά μεγάλο ύψος, ο φανοκόρος χρησιμοποιούσε ένα μακρύ κοντάρι στην άκρη του οποίου υπήρχε ένα αναμμένο στουπί και αν δεν έφθανε, χρησιμοποιούσε τη σκάλα που κουβαλούσε μαζί του.

Μέχρι το 1928 ο φωτισμός της πόλης του Κιλκίς γινόταν από φανούς πετρελαίου. Οι φανοί κατασκευάζονταν από τεχνίτη της πόλης, στερεώνονταν σε ξύλινους στύλους και τοποθετούνταν σε κομβικά σημεία, τα οποία υποδείκνυε η Δημοτική Αρχή.

Ο δημοτικός φανοκόρος διοριζόταν ή επιλεγόταν κατόπιν δημοπρασίας και όφειλε «να ανάπτη τακτικώς και ανελλιπώς πάσαν εσπέραν τας υπάρχουσας εξήκοντας λυχνίας ημίσειαν ώραν μετά την δύσιν του ηλίου, την δε πρωίαν, να τις σβήνη ημίσειαν ώραν προ της ανατολής του ηλίου». Υποχρεούνταν επίσης «δια την ευκοσμίαν και ευπρέπειαν της πόλεως, τους δε φανούς και τας λυχνίας μετά των λαμπογυαλιών να διατηρή πάντοτε καθαρούς ως επίσης υποχρεούται να πληρή τα δοχεία ουχί δι’ ακαθάρτου πετρελαίου αλλά δια καθαρού κι ανοθεύτου. (Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου Κιλκίς στις 29/9/1914).

Τα κέρδη από την εργολαβία του φωτισμού δεν πρέπει να ήταν σημαντικά, αφού σε πολλές περιπτώσεις το ενδιαφέρον για συμμετοχή σ’ αυτήν ήταν ανύπαρκτο. Σε μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται η απόφαση της 4 Μαρτίου 1923 όπου ο πρόεδρος «υπομιμνήσκων και τα πρακτικά των μειοδοτικών δημοπρασιών διαγωνισμού ενοικιάσεως του φωτισμού της πόλεως Κιλκίς διενεργηθέντων επανηλλειμένως την 13η, 17η, 24η Ιουλίου 1922 αναφέρει ότι επειδή ουδείς επαρουσιάσθη μειοδότης ανετέθη η διεξαγωγή εν τη υπηρεσία ταύτης από έμμισθους υπαλλήλους, οίτινες όμως λόγω της μικράς δαπάνης αποζημιώσεως των ημέλησαν τα καθήκοντα των και ως εκ τούτου επήλθε η καταστροφή των φανών και η ελλιπής λειτουργία των».

Ο φανοκόρος, που στις διάφορες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου αναφέρεται και ως «φανοθέτης», «φανοάπτης» ή «φανανάπτης», εντάχθηκε τελικά στη δύναμη των κοινοτικών υπάλληλων, όπως φαίνεται στην απόφαση 76/1923 περί προσαυξήσεως μισθών κοινοτικών υπαλλήλων. Ο πρώτος φανοθέτης της Δημαρχίας ήταν ο Παντελής Παπακωνσταντίνου με μηνιαία αποζημίωση 15 δραχμών.

Τα έξοδα για την αγορά ειδών φωτισμού αναλάμβανε ο Δήμος κι αυτό πιστοποιείται από τις συχνά επαναλαμβανόμενες αποφάσεις έγκρισης δαπανών για αγορά «τενεκέδων πετρελαίου, υαλοπινάκων, λαμπογυαλίων, πυρρείων, θρυαλλίδος, φανών λουξ».

Με την εγκατάσταση ηλεκτροπαραγωγικής μονάδας στην πόλη, οι φανοί πετρελαίου άρχισαν να αποσύρονται και οι πιο πεπαλαιωμένοι απ’ αυτούς κατέληξαν στα χωριά των γειτονικών Κοινοτήτων.

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες από το νομό Κιλκίς θα βρείτε στην ιστοσελίδα και στο fb του τεχνικού γραφείου k4s tation.