espa pkm

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2026, 11:22:14 πμ
Κυριακή, 17 Μαϊος 2020 00:12

Η Ελπινίκη δακρύζει*

Γράφει η Δέσποινα Πολυχρονίδου, συγγραφέας.

«Χου –χου!», ζεσταίνει το ‘να χέρι, με τ’ άλλο τραβά τον παππού κι ο κυρ Αρίστον, τάχα πως έχει ανάγκη να κρατιέται, αφήνεται απ’ το παλικαράκι του.
- Το χιόνι γλιστρά, παππού, πρόσεχε!


Ο παππούς, ο «ΔΟΞΑΣΜΕΝΟΣ!», αυτής της στιγμής της αιωνιότητας του, «ναι, ναι, με κρατάς γερά, όχι, δεν γλιστράω!.
Πόσο όμορφη είναι η ζωή, σ’ αυτής της ως τώρα στιγμής του το ταξίδι το νιώθει, σκαμπανεβασμένος σ’ εκείνα τα μικρά βαγόνια του τραίνου του, τα γεμάτα μνήμες.
- Ω, χιονίζει πολύ τώρα, πω, πω, τι χιόνι, ε, παππού, ωραίο, ε, παππού μου! Ω, και δεν πήραμε το μπαστούνι σου!
Το προσωπάκι στραμμένο προς τον ουρανό, απ’ όπου οι νιφάδες, στο κατακόρυφο παιχνίδισμα τους, του κλείνουν τα μάτια και ο Αρίκος, χαίρεται και γελά και «λα-λα-λά, τι ωραία!», ε, παππού, λέει, και τον αφήνει και χοροπηδά, με τα χέρια, π’ άρχισαν και παγώνουν, κάτω στις μασχάλες.
- Εσύ, έχεις γάντια, ωραία, παππού μου, εντάξει.
Ο παππούς, σφίγγει, στο κλειστό στόμα, χαμόγελα.
Στο χρόνο πίσω ο Αριστομένης, στην ηλικία του μικρού του Αρίκου -Να παίζει χιονοπόλεμο -«Αχ, πατρίδα!...». Νοσταλγία η παιδική ηλικία. Εποχή που το παιδί πρωτογνωρίζει τον κόσμο –«Το πιο ωραίο παραμύθι του! Χαμογελά, σ’ αυτήν την πιο γλυκιά μνήμη του. Ο μικρός που συνεχίζει να χοροπηδά στο χιόνι, ξαφνικά θυμάται τον παππού –Ω, παππού σ’ άφησα μόνο.
Στη θύμηση του το Σχολείο… Ναι, το πιο ωραίο παραμύθι – χαμογελά… Όμως τι τέλος και κείνο… Του σφίγγει την καρδιά. Ήταν το 11 … Ή μήπως το 12; Στη μνήμη ξαφνικά σκοτάδι. Ήταν βέβαια, τότε που κλείσαν τα Σχολεία… Όμως ποια χρονιά –«Ποια χρονιά!», θυμώνει. Ήταν το 11 ή … Να το ‘χει ξεχάσει, δεν το χωρά το μυαλό του. Ήταν, όταν, στην Τραπεζούντα, κάτω στο λιμάνι, ο Στρατός μας… Ναι, όμως, ποια ακριβώς χρονιά. Πρέπει να ξαναδιαβάσει τα γεγονότα.
- Παππού! Τι, σέρνεσαι! Κρατήσου πάνω μου, μη φοβάσαι…
Αφημένος στην προστασία του μικρού, γλυκαίνει, μέσα του, Έλεος, για τον κόσμο- «Το καημένο, αφημένο στα χιόνια με τέτοιον καιρό! Κι έτσι που σε κοιτά… Μα τίνος είναι;
- Ποιο τίνος είναι, παππού;
- Το σκυλί, εκεί στα δεξιά μου.
Χαμένος σε μνήμες, μνήμες-αίμα. Σαν μες στο χιόνι χαμένος… από τότε, κείνη τη σκληρή εποχή, όταν, απ’ τον Πόντο έφυγε, για τη Ρωσία. Την επιστράτευση του για ν’ αποφύγει από τον τούρκικο στρατό. Ο νους του τώρα και στη Ρωσία. Εποχή Οκτωβριανής Επανάστασης, εποχή που το προλεταριάτο αντρώνεται. «Αυτοί να δουλεύουν τη Γη κι άλλοι να την κατέχουν. Ναι, όχι, χριστιανικό αυτό δεν είναι.
Για την Επανάσταση λίγα πράγματα ήξερε, αγνοούσε τα περισσότερα, αλλά φτάνοντας εκεί, από κοντά, βλέποντας πώς ζούσε ο Λαός, κατανοεί την αναγκαιότητα της Επανάστασης. Στην πατρίδα του τον Πόντο, ζεις ανελεύθερα, κάτω από την κυριαρχία άλλου κι είναι ό,τι χειρότερο, όμως και να σου ρουφά το αίμα το ίδιο σου το αίμα, ε, όχι, και, ζήτω η Επανάσταση, λέει ο κυρ Αρίστον..
Στον Πόντο, ξαφνικά, δήθεν ξαφνικά, «άρκον και λύκον», έγιναν οι «Σοσιαλλίζοντες» Νεότουρκοι. Αυτοί οι πριν τάχα Σοσιαλιστές. Και πως αλλιώς! από την αρχή αυτό φαινόταν, θυμάται, έλεγεν ο παππούς ο Χαράλαμπος, ο Αργυρουπολήτης - «Αυτά τα δύο θηρία, ο άρκον και ο λύκον, ενωμένοι, ως μια δύναμη γινόμενοι, το κακόν, εκατονταπλάσιο για την Ανθρωπότητα.
«Πόσα δεινά, μέσα του ο απολογισμός, τότε, απ’ όταν αναγκάστηκε να φύγει στη Ρωσία, αφήνοντας τον Πόντο, την Μικρασία ολόκληρη στο έλεος αυτής της συνεργασίας, του Λύκου και της Αρκούδας… Η άλλη μέρα Κυριακή, μέρα του γάμου ορίστηκε.. Η στέψη μεσημέρι.
Για να προλάβουν να φτάσουν νωρίς στον τόπο του γαμπρού. Γονείς, φίλοι και συγγενείς, η συνοδεία. Άλλοι με κάρα κι άλλοι στ’ άλογα καβάλα. Με λυράρηδες και λύρες και τραγούδια. Παραμονή βόλευε να φύγει ο Αριστομένης στην Ρωσία. Εκείνης της ημέρας, μέρα Κυριακή, το ξημέρωμα, ο Αριστομένης στη Ρωσία… Και νύφη δεν την είδε. Μνήμη που τον ματώνει κάθε φορά. Πληγή μέσα του κι οι άλλες, αυτές, οι άλλες Λίζες… Όλες, στα μάτια του, το πρόσωπο της Λίζας, το σώμα τους, της Λίζας ξεκοιλιασμένο σώμα!.. Κάθε μια τους, μια Λίζα αδελφή, κάθε μια τους, μια Λίζα σπαραγμός.
- Παππού, κοίτα με! Ακούγεται ο Αρίκος. Το χιόνι αραιώνει, μ’ έναν δικό μου πήδο, δες, μη φοβάσαι, σε μια στροφή, τέτοια, δες, σαν τη δική μου, «Ώπα!» και φτάσαμε στο σπίτι.
Τα μάτια του παππού σ’ άγριο κοίταγμα σε άγρια, σκληρή εικόνα φρίκης. Στο παιδί να πει, πώς; σε μισοπεθαμένα κορμιά πάνω, με το ρόγχο του θανάτου στα πνεμόνια…
Τον πνίγουν ανάσες, ίσως που γερνάει. Μέσα του σιωπή… Σ’ αυτό μέσα το κενό της σιωπής του χάνεται των αιώνων του η ιστορία.
- Ύαινες! Ύαινες, Δίποδες! Βροντιέται.
- Ύαινες! Τι Ύαινες Δίποδες παππού;
Τον πνίγει η οργή –«Για μας, το λέω, τους ανθρώπους. Τους Δίποδες!
- Για μας, παππού τους Δίποδες, με τα δυο πόδια! Παιχνίδι του το κάνει ο μικρός, και ζαρκαδάκι, πηδά και ξαναπηδά στο χιόνι και γελά, μανιακά και ουρλιάζοντας.
Λαχταρά ο κυρ Αρίστον. Έγνοια του το παλικάρι τούτο ζαρκαδάκι –«Να ‘χαμε, ας ήταν να ‘χαμε, φτερά στα πόδια, να πετούσαμε! λέει.
Ξαφνικά, το βάρος μιας ολόκληρης ζωής πλακώνει την ψυχή του.
- Ναι παππού, ναι, ω, να ‘χαμε φτερά στα πόδια να πετούσαμε! Από ψηλά να βλέπεις κάτω τη γη… Όταν πετώ! Ναι, στον ύπνο μου βλέπω να πετάω, λέει ο μικρός κι απλώνει τα χέρια του, σαν σε φτερά, για να πετάξει.
Ολόκληρη μια οντότητα φρικιασμένη από μνήμες ο κυρ Αρίστον. Θυμάται Χιρσοσίμες. Τι ‘τανε κι αυτό τότε. Έξω από κάθε λογική. Τι θηριωδία! Μέσα του, η πιο σκληρή μνήμη –«αχ, αδελφούλα!»
Ο στεναγμός του, βαθύτερος της Γης, την φρίκη όσες έζησαν… Ο πόνος του γι’ αυτές.
Κλωτσά το χιόνι νευρικά, μιμούμενος τον παππού κι ίδιο, με τον παππού, παίρνοντας ύφος, να του μοιάζει νιώθει. Τον λαιμό κρατώντας τεντωμένο και το κεφάλι οριζόντιο, τον ουρανό για να βλέπει ο μικρός, αφημένος στις νιφάδες να του χαϊδεύουν το πρόσωπο, με τα ματοτσίνορα να του κλείνουν τα μάτια. Βαθιά μέσα του χαμόγελο κι ο θώρακας, πάει και πλαταίνει και να τον μεγαλώνει νιώθει… Πως γίνεται παλικάρι σαν τον πατέρα του.
- Παππού μου, κοίτα με! λέει παίρνοντας έναν πήδο πάνω από το χιόνι.
Ο κυρ Αρίστον, με τις θηριωδίες εκείνης της εποχής, παλεύει, μ’ αυτήν την φρίκη των αιώνων, να ξεριζώνεις έμβρυο από μήτρα μάνας και σε βραστό, καυτό νερό να το ρίχνεις, εσύ, το τέρας και μετά, την μισοπεθαμένη γυναίκα με τα ξεριζωμένα σωθικά, πάνω σ’ αυτό το πλάσμα, τέρας εσύ … Κι οι πολιτείες των εθνών, οι «Πολιτισμένες», εφησυχασμένες «;»!
Σε μια μέσα φρικιαστική αιωνιότητα, της ντροπής του Κεμάλ και του Φον Ότο, αίμα στάζοντας τα ρουθούνια του του κυρ Αρίστου, σαν για ν’ αρπαχτεί με τέρατα, τέρατα που, Γυναίκα, τα γέννησε! Ποιου τέρατος αρσενικού το σπέρμα, απεξαρχής του γένους, την ιστορία ψάχνοντας του Κεμάλ και του Φον Ότο του όποιου «Φον» Ότο, την ιερή μήτρα μάνας κάρπισε!..
- Τι ποιος κάρπισε; ρωτά ο Αρίκος, μετρώντας, με τα μάτια, την απόσταση ώσπου να φτάσουν στη στροφή.

* Απόσπασμα από το ομότιτλο και υπό έκδοση έργο της Αξιουπολίτισσας συγγραφέα Δέσποινας Πολυχρονίδου.