espa pkm

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2026, 8:01:11 μμ
Δευτέρα, 08 Ιουνίου 2026 09:59

Η κάλπικη μνήμη

Γράφει ο Γιάννης Ιωσηφίδης MEng

Senior Software Engineering Manager

 

Πριν από λίγες ημέρες ξαναείδα την αριστουργηματική, σπονδυλωτή ταινία «Η Κάλπικη Λίρα». Μια ταινία του 1955 σε σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα που έχει χαραχτεί στη συλλογική μας μνήμη, με πρωταγωνιστές ιερά τέρατα του ελληνικού κινηματογράφου όπως ο Βασίλης Λογοθετίδης, η Ίλυα Λιβυκού, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν.

Μια χρυσή λίρα που όμως δεν ήταν χρυσή αλλά κάλπικη, περνά από χέρι σε χέρι, επηρεάζοντας τις ζωές διαφορετικών ανθρώπων, με αρκετό χιούμορ αλλά και έντονο το δραματικό στοιχείο. Ενδιάμεσα ένας αφηγητής, που τον υποδύεται ο Δημήτρης Μυράτ, συνδέει τη μία ιστορία με την άλλη, παραθέτοντας τους προβληματισμούς του. Δεν είναι όμως η λίρα ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, αλλά οι άνθρωποι που συναντά στο δρόμο της.

Καθώς έβλεπα την ταινία, αναρωτήθηκα πώς θα μπορούσε να γυριστεί ξανά το 2030. Ποιο θα ήταν το μελλοντικό ισοδύναμο της κάλπικης λίρας σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία μπορεί να δημιουργεί εικόνες, φωνές, έγγραφα και αναμνήσεις που δεν υπήρξαν ποτέ. Παρακάτω παραθέτω ένα υποθετικό σενάριο της ταινίας αυτής, μέσα από τέσσερις διαφορετικές αφηγηματικές βινιέτες. Αλλά αντί για μια λίρα, το αντικείμενο αυτής της ιστορίας, είναι μια ψηφιακή μνήμη -ένα μικρό στικάκι που συνδέεται στον υπολογιστή.

Η Κάλπικη Μνήμη

Πρόλογος

Αφηγητής: Οι κάλπικες αναμνήσεις δεν σβήνονται ποτέ. Δεν ξέρω αν είναι παροιμία. Αλλά αν ήταν, θα ήταν σοφή όπως όλες οι παροιμίες. Και αληθινή όπως το στικάκι που πέρασε στα χέρια μου χθες το μεσημέρι. Τώρα πώς πέρασε στα χέρια μου και μάλιστα μεσημέρι..εμ..είναι λιγάκι οδυνηρό να ομολογήσω την ευπιστία μου και την έλλειψη καχυποψίας μου. Αλλά φαντάζομαι και οι κιβδηλοποιοί που πρέπει να ζήσουν και αυτοί κατά κάποιον τρόπο, δεν προορίζουν ασφαλώς τα προϊόντα της τέχνης τους για δύσπιστους ανθρώπους. Μέχρι να καταφέρω να απαλλαγώ κι εγώ με τη σειρά μου από το στικάκι αυτό και το αμφίβολο βάρος του, θα εξακολουθεί να βρίσκεται στο βάθος της τσέπης μου για να μου διηγείται την ιστορία του. Ας ακούσουμε λοιπόν αυτήν την ιστορία από την αρχή.

 

Επεισόδιο 1 - Η Χαμένη Μνήμη

Το νερό της βρύσης έτρεχε στο νιπτήρα της τουαλέτας για δεύτερο συνεχόμενο λεπτό. Στον καθρέφτη, μία λιπόσαρκη φιγούρα κοιτούσε αναγνωριστικά, σχεδόν με απορία το είδωλό της. Η κυρία Μαρία, 79 χρονών πλέον, θυμήθηκε με λίγη δυσκολία ποια ήταν. Αλλά θυμήθηκε. Από τα παιδικά της χρόνια, (πάντα ξεκινούσε από αυτά), θυμήθηκε τη μαμά της που όλοι λέγανε ότι έχει τα ίδια μάτια, τη στοργή του μπαμπά της, την αδερφή της που μαλώνανε για τις κούκλες τους. Είχε την τύχη να μεγαλώσει στη δεκαετία του 1950-1960 που ακόμη τα παιδιά παίζανε με κούκλες. Θυμήθηκε κάποια στιγμή στο σχολείο όταν ένα αγοράκι που της άρεσε της είπε ότι έχει ωραία μαλλιά. Θα ήταν 50 χρόνια πριν; 60; Ή μήπως 70; Κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο δύσκολο να θυμηθεί. Μετά είχε ένα μεγάλο κενό. Δούλευε σαν καθηγήτρια; Ή μήπως ήταν δασκάλα; Αμυδρά θυμόταν φωνές παιδιών. Ναι, είχε και ένα γιο. Μπορεί και δύο. Από τον άντρα της τον Κώστα. Ή μήπως τον λέγανε Πέτρο; Πέθανε πολύ πριν από αυτήν. Δεν ήταν σίγουρη. Και η αδερφή της; Ήταν παντρεμένη; Πρέπει να είχε και από εκεί ανίψια. Πρέπει να κάνει τη διαθήκη της σύντομα, όσο μπορεί, πριν οι αναμνήσεις της χαθούν τελείως. Να τακτοποιήσει τις υποθέσεις της ώστε αν φύγει, να είναι δίκαιη με όλους, μοιράζοντας όσα τις έλαχαν στη ζωή.

Ο μεγάλος της γιος Ανδρέας, που ζούσε με την οικογένειά του στην Αμερική, μεγάλος και αυτός, σε μια φάση ευρηματικότητας, άφησε στους νοσηλευτές του ιδρύματος ένα στικάκι, που είχε στο πλάι γραμμένο με μαρκαδόρο τη λέξη “Μνήμη” για να μην το μπερδέψουν με άλλα. “Σε περίπτωση που η μαμά δυσκολεύεται, βάλτε το σε έναν υπολογιστή και δείξτε της φωτογραφίες από εμάς, εκείνη, το μπαμπά, την αδερφή μου, τη θεία μου που δυστυχώς πέθανε και αυτή χωρίς παιδιά”, είχε πει στη νοσηλεύτρια.

Μια Τρίτη, η κυρία Μαρία δυσκολευόταν πολύ, ακόμη και με τα φάρμακά της. Ήταν πολύ ευερέθιστη. Σαν να είχε ένα κακό προαίσθημα αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι. Η νοσηλεύτριά της, δεν έμοιαζε με αυτήν που είχε χθες. Είχε διαφορετικά μαλλιά. Και φωνή. “Θεία με θυμάσαι; Η Ρούλα είμαι η ανιψιά σου, η κόρη της αδερφής σου”.  Πώς μπορούσε να την είχε ξεχάσει αν ήταν ανιψιά της. “Έλα να σου δείξω κάτι”, είπε η κυρία αυτή βάζοντας ένα στικάκι με φωτογραφίες στον υπολογιστή. Στην οθόνη έπαιξαν φωτογραφίες, η μία μετά την άλλη. Η μαμά της, ο γιος της, η αδερφή της μικρή, μετά πιο μεγάλη. Και ξαφνικά είδε τον εαυτό της να κρατάει αγκαλιά ένα κοριτσάκι. “Στα χέρια σου με μεγάλωσες θεία”, είπε η κυρία αυτή. Και άλλες φωτογραφίες, με ταξίδια όλοι μαζί. Μια ακόμη φωτογραφία με όλη την οικογένεια που η περίεργη αυτή κυρία ήταν νύφη. Μία ακόμη που τρώγανε μαζί σε ένα σπίτι. Αυτές τις τελευταίες φωτογραφίες δεν τις θυμόταν. Αλλά τις προηγούμενες ναι. Δεν θα μπορούσε παρά να είναι όλες αληθινές τότε. “Θυμάσαι θεία στο σπίτι πόσο σε φρόντιζα; Δεν ήθελα να σου λείψει τίποτα. Δυστυχώς τα παιδιά σου φύγαν στο εξωτερικό και είναι μακριά. Αλλά δόξα τω Θεώ που είχες εμένα”. Πώς το είχε ξεχάσει ότι ήταν η ανιψιά της; Αφού υπήρχαν οι φωτογραφίες. Χθες είχε ξαναελέγξει τη διαθήκη της και παραλίγο να τις διέφευγε ένα τόσο σημαντικό άτομο. “Πες μου λίγο πάλι κορίτσι μου πώς λέγεσαι και να με συμπαθάς, γιατί ξεχνάω”. “Δώρα θεία. Κωνσταντινίδου. Είμαι η κόρη της αδερφής σου”. Το βράδυ η κυρία Μαρία έγραψε ένα ακόμη σημείωμα στο έγγραφο που προόριζε για διαθήκη. «…και στη Δώρα Κωνσταντινίδου αφήνω το διαμέρισμα επί της Πλάτωνος…». Ήθελε πάντα να είναι δίκαιη. Ώσπου η κυρία Μαρία έφυγε για πάντα...

Αφηγητής: Η μνήμη είναι παράξενο πράγμα. Όταν αρχίζει να σβήνει, συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τι χάσαμε. Και τότε αρκεί μια φωτογραφία, αληθινή ή ψεύτικη, για να γεμίσει τα κενά. Σε αυτήν την ιστορία η Δώρα ήταν μια απατεώνισσα. Σε συνεργασία με τη νοσηλεύτρια φίλη της, πήραν το στικάκι με τις φωτογραφίες και με τη βοήθεια δωρεάν εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης, απλά δημιούργησαν καινούριες βάζοντας ένα άτομο ακόμη μέσα. “Την ανιψιά Δώρα”. Ήταν το τέλειο έγκλημα. Θα πουλούσαν το σπίτι γρήγορα και μετά θα εξαφανίζονταν πριν μπορούν να κινηθούν τα παιδιά της νομικά. Κράτησαν μάλιστα και το στικάκι σαν μποναμά. Αφού όμως έσβησαν πρώτα όλες τις φωτογραφίες...

Επεισόδιο 2 - Η Κλεμμένη Μνήμη

“Ωχ κόπηκα”. Στον καθρέφτη του μπάνιου, ανάμεσα σε αφρό ξυρίσματος μια μικρή αμυχή άρχισε να ματώνει στο λαιμό ενός άνδρα. “Καλό θα είναι να μην τραγουδάω με τόσο πάθος όταν ξυρίζομαι..”. Ο Βασίλης άρχισε να σφυρίζει αυτή τη φορά το ρεφρέν του αγαπημένου του τραγουδιού. Ενός παλιού τραγουδιού του 2000 που τώρα θεωρείται ξεπερασμένο αλλά αυτός πάντα θεωρούσε ότι είναι κλασικό. Είχε ωραία φωνή, έτσι ήθελε να πιστεύει. Έτσι του είπαν οι φίλοι του, η μαμά του η κυρία Ελένη και η κοπέλα του η Δώρα. Ήθελε να κάνει ένα κανάλι στο Γιουτιούμπ αλλά ντρεπόταν ακόμη. Δούλευε σαν κουρέας και ήταν ολίγον τι τελειομανής. Προτιμούσε να ηχογραφήσει τον εαυτό του αρκετές φορές πρώτα στον υπολογιστή και να δείξει τα ηχογραφημένα αρχεία σε ένα δάσκαλο φωνητικής, πριν κάνει το μεγάλο βήμα. Είχε το ραντεβού του την ίδια μέρα στις 14:00 και θα έφευγε σκαστός από τη δουλειά. Θα μπορούσε να στείλει τα αρχεία από το διαδίκτυο αλλά δεν εμπιστευόταν την αποστολή τους με email ή με κάποια άλλη διαδικτυακή εφαρμογή. Άκουσε τόσες ιστορίες για παραβίαση ιδιωτικών δεδομένων, που προτιμούσε να το κάνει με πιο παραδοσιακό τρόπο. Βρήκε ένα στικάκι αφού έψαξε όλα τα συρτάρια του γραφείου του και έπειτα του γραφείου της Δώρας, με την πολύ περίεργη λέξη “Μνήμη” γραμμένη στο πλάι με μαρκαδόρο. Και μετέφερε εκεί όλες τις ηχογραφήσεις που έκανε με τον εαυτό του να τραγουδάει. “Γιατί να το γράψει με μαρκαδόρο αφού είναι αυτονόητο ότι το στικάκι είναι μια μνήμη για τον υπολογιστή’’. Και πού είναι πάλι αυτή η γυναίκα, συνεχώς χάνω τα ίχνη της τελευταία, για ώρες ολόκληρες. Αλλά δεν πειράζει σήμερα δεν θέλω να πάει τίποτα στραβά”. Όταν έφτασε μετά από λίγες ώρες στο ωδείο του δασκάλου φωνητικής, έψαξε όλες του τις τσέπες, στο μπουφάν, στο τζην του, δυο φορές, μέχρι να παραδεχτεί κοκκινισμένος “Πρέπει το στικάκι να μου έπεσε στο δρόμο. Θα σας στείλω τα ηχητικά από email όπως έπρεπε να το είχα κάνει εξαρχής, με συγχωρείτε! Στο μεταξύ μπορώ να σας τραγουδήσω μερικά κομμάτια που προετοίμασα”.

Μια βδομάδα αργότερα, το τηλέφωνο χτύπησε αργά το βράδυ σε ένα σπίτι ενός χωριού του νομού Κιλκίς. Με κουρασμένη τη φωνή η κυρία Ελένη, αλλά πάντοτε στωική, απάντησε “Λέγετε”;  Από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου ακούστηκε το εξής. “Μαμά, ο Βασίλης είμαι. Είχα ένα ατύχημα με το αμάξι! Μη μου το κλείσεις άκουσέ με! Χτύπησα μια κοπέλα κατά λάθος. Είμαι στο αστυνομικό τμήμα. Ο δικηγόρος λέει ότι αν καταβληθεί μια εγγύηση σήμερα, μπορεί να με αφήσουν να φύγω μέχρι να εξεταστεί η υπόθεση”. “Να πάρω τη Δώρα;” ρώτησε η κα Ελένη τρομαγμένη. “Όχι μην πάρεις κανέναν δεν θέλω να το μάθει. Είναι 10000 ευρώ. Μαμά σε παρακαλώ βοήθησέ με είναι επείγον. Θα σου τα δώσω πίσω όταν πάω σπίτι, δεν έχω την κάρτα μαζί μου”, είπε η φωνή στη γραμμή. Πανικόβλητη η κα Ελένη, έψαξε κατευθείαν την τραπεζική της κάρτα και έδωσε τα στοιχεία του λογαριασμού της στη φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο είχε ένα κόμπο στο στομάχι. “Ο γιος μου να χτυπήσει ξαφνικά με το αμάξι άλλον άνθρωπο τόσο αργά το βράδυ...Άλλο και τούτο που μας έλαχε πάλι. Αφού δεν πίνει όταν οδηγάει. Και δίχως την κάρτα του πού πήγαινε; Κάτι δε στέκει. Να πάρω μήπως τη Δώρα; Αλλά αυτή ήταν η φωνή του Βασίλη. Τη φωνή του παιδιού μου θα την αναγνώριζα παντού..”

Αφηγητής: Έτσι πίστευε η κυρία Ελένη. Και ίσως να είχε δίκιο. Για εβδομήντα και πλέον χρόνια δεν την είχε προδώσει ποτέ η ακοή της. Μόνο που εκείνο το βράδυ δεν την ξεγέλασε η φωνή. Την ξεγέλασε η ανάμνηση της φωνής. Μια φωνή που εκείνο το βράδυ δεν ανήκε στον Βασίλη. Όσο για το στικάκι με τη λέξη “Μνήμη” γραμμένη στο πλάι, άλλαξε χέρια ακόμη μία φορά. Ο νέος του ιδιοκτήτης το αγόρασε μεταχειρισμένο από το διαδίκτυο για 10 μόλις ευρώ, χωρίς να γνωρίζει τίποτα για τα δέκα χιλιάδες που είχε ήδη αποφέρει.

Επεισόδιο 3 - Η Δηλητηριασμένη Μνήμη

Για τα λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να ανοίξει ο φορητός του υπολογιστής, ο Μανώλης είδε το είδωλό του στη μαύρη οθόνη. Αν και ήταν λίγα δευτερόλεπτα, του φάνηκαν ένας αιώνας. “Χριστέ μου, ήμουν πάντα τόσο γερασμένος; Ή είμαι απλά ταραγμένος; Πρέπει να είναι το δεύτερο είμαι μόλις 42 χρονών. Δεν είναι δυνατόν να είναι αλήθεια, απλά δεν είναι”. Ο Μανώλης πρόλαβε να δει σαν φευγαλέες εικόνες στο είδωλό του μερικές άσπρες τρίχες στα γένια του που θα ορκιζόταν δεν υπήρχαν το πρωί. Είδε και δύο κουρασμένα μάτια. Ο υπολογιστής άνοιξε και για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα έμεινε ακίνητος ενώ στα αυτιά του, ηχούσε ακόμη το τηλεφώνημα του φίλου του Τάσου. “Μανώλη πρέπει να συναντηθούμε είναι επείγον πρέπει να σου δώσω κάτι”. Ο Τάσος πήγε κατευθείαν να συναντήσει το Μανώλη στην πλατεία, σε ένα κοντινό μέρος στις δουλειές και των δύο. “Το κυκλοφορούν ήδη στα σχολεία. Κάποιος μου το έστειλε. Όταν είδα ποια είναι μέσα, ήρθα κατευθείαν σε σένα“. Του έδωσε ένα στικάκι, που στην αρχή νόμιζε ότι έγραφε “Μήνυμα” με μαρκαδόρο στην άκρη, αλλά με μια δεύτερη προσεκτικότερη ματιά έγραφε “Μνήμη”.

Του φάνηκε περίεργο που θυμόταν αυτή τη μικρή λεπτομέρεια. “Πρέπει να καθίσεις”, είπε ο Τάσος. Ο Μανώλης, που μετά τη συνάντηση με τον Τάσο έφτασε σπίτι του, σιγά σιγά άνοιξε το πρόγραμμα αναπαραγωγής βίντεο. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Άνοιξε ένα αρχείο που βρισκόταν μέσα στο στικάκι που μόλις έβαλε στον υπολογιστή του. Ένα βίντεο άρχισε να παίζει. Μετά από λίγη ώρα είδε ένα πρόσωπο και πάγωσε. Ήταν αδιαμφισβήτητα η δεκαπεντάχρονη κόρη του Κατερίνα. Η φωνή επίσης η ίδια όπως και το χαμόγελο. Ένας άντρας ήταν επίσης στο ίδιο σκοτεινό δωμάτιο στο βίντεο. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν αργά. Μέχρι που έμεινε εμβρόντητος. Έκλεισε την οθόνη του φορητού του υπολογιστή και κατάλαβε γιατί ο φίλος του είχε έρθει ο ίδιος να του παραδώσει το στικάκι.

Λίγα λεπτά αργότερα τηλεφώνησε στην αστυνομία. “Παρακαλώ θα ήθελα να καταγγείλω ένα έγκλημα”. Την επόμενη μέρα, ειδικοί αστυνομικοί του ανέφεραν ότι το βίντεο με την κόρη του είναι κατασκευασμένο ψηφιακά με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης. Κάποιοι κακοήθεις συμμαθητές της, πήραν ένα ερωτικό βίντεο από το διαδίκτυο, μερικές φωτογραφίες και βίντεο της Κατερίνας από το προφίλ της στα κοινωνικά δίκτυα και δημιούργησαν ένα καινούριο βίντεο που αντί για το πρόσωπο της γυναίκας πρωταγωνίστριας εμφανίζεται με καταπληκτική αληθοφάνεια το πρόσωπο της κόρης του. Τίποτα από όλα αυτά δε συνέβη πραγματικά. Τίποτα δεν ήταν αληθινό. Αλλά κάτι είχε ήδη αλλάξει. Οι εικόνες που είδε έμειναν χαραγμένες στη μνήμη του και δεν μπορούσε να τις σβήσει. Ο χρόνος δεν ήταν ο καλύτερος γιατρός, οι εφιάλτες συνεχίστηκαν, μερικές ακόμη άσπρες τρίχες βγήκαν στα γένια του. Ούτε οι συμμαθητές της Κατερίνας μπορούσαν να σβήσουν από τη μνήμη τους το βίντεο που είδαν. Ακόμη και όταν χρειάστηκε να αλλάξουν σχολείο, γιατί τα πειράγματα των συμμαθητών της ήταν ανηλεή, το βίντεο αυτό είχε την τάση να επανεμφανίζεται. Κάποια χρόνια αργότερα όταν η κόρη του ενηλικιώθηκε, αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο και ξεκίνησε την αναζήτηση εργασίας, έλαχε να γνωρίσει μερικές απότομες απορρίψεις που ο Μανώλης δεν ήταν ποτέ σίγουρος αν οφείλονται στο δυσχερές τοπίο εργασίας ή στο παλιό αυτό βίντεο.

Αφηγητής: Όσο μεγαλώνουμε,η μνήμη μας μπορεί να ξεχνάει ονόματα, ημερομηνίες και πρόσωπα. Μερικές φορές όμως αρνείται πεισματικά να ξεχάσει πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ. Οι αστυνομικοί βρήκαν τους υπεύθυνους και τους τιμώρησαν. Το βίντεο διαγράφηκε όπου μπορούσε να εντοπιστεί. Η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Αλλά η μνήμη του Μανώλη δεν είχε κουμπί διαγραφής.

Επεισόδιο 4 - Η Αναστημένη Μνήμη

Στην οθόνη του υπολογιστή του Ορφέα εμφανίστηκε ένα κοριτσάκι περίπου 7 χρονών. Ο Ορφέας είδε στην κόρη του λίγο από τη δική του μύτη, και ένα χαμόγελο που είχε και ο ίδιος σε μια παλιά παιδική του φωτογραφία. Από κάποιες οπτικές γωνίες ήταν φτυστή ο ίδιος. Αλλά τα μάτια της ήταν ξεκάθαρα της μαμάς της. “Καλημέρα μπαμπά, πώς κοιμήθηκες σήμερα;” είπε το κορίτσι στην οθόνη. “Καλημέρα Ευρυδίκη μου, κοιμήθηκα πολλές ώρες αλλά νιώθω λίγο κουρασμένος ακόμη. Τι κάνεις εσύ;” απάντησε ο Ορφέας. “Δεν κατάλαβα την εντολή, παρακαλώ επανέλαβέ την μπαμπά”, απάντησε η φωνή στην οθόνη.

Από τότε που έχασε την κόρη του και τη μαμά της σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο Ορφέας δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά τις περισσότερες τις νύχτες. Πολλές φορές χρειαζόταν ένα δυνατό ουίσκι για να μπορέσει να κοιμηθεί αλλά ακόμη και αυτό έπαψε να δουλεύει όταν το συνήθισε. Τον έκανε πού και πού την επόμενη μέρα να παίρνει λάθος αποφάσεις, που ήταν επικίνδυνο για τη δουλειά του σαν Αξιωματικός των εγκληματολογικών εργαστηρίων του Α/Τ Θεσσαλονίκης. Όπως τότε που έλαχε να βρει ένα στικάκι, τεκμήριο μιας υπόθεσης για ένα κορίτσι, το οποίο απλά το πήρε όταν έλαχε να χρειάζεται ένα. Αφού όλο το υλικό είχε σβηστεί, και ο ίδιος θα φρόντιζε να το καταστρέψει κάποια στιγμή. Αλλά δεν το έκανε.

Έπιαναν πολύ τα χέρια του σε οτιδήποτε τεχνολογικό λόγω της δουλειάς του. Όταν είδε ότι με τα τελευταία εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μπορούσε να δημιουργήσει με εκπληκτική ακρίβεια ένα ψηφιακό αντίγραφο της κόρης του, δεν σκέφτηκε τίποτα άλλο παρά το πώς θα εκτελέσει την ιδέα του. Του ήρθε στη μνήμη ένα παλιό βιβλίο από έναν γιατρό, που με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού και κομμάτια από άλλους ανθρώπους, προσπάθησε να νικήσει το θάνατο και να δημιουργήσει ένα καινούριο πλάσμα. Με παλιές φωτογραφίες και βίντεο μπόρεσε να δημιουργήσει ένα ψηφιακό αντίτυπό της που αλληλεπιδρά μαζί του και να κάνει σχεδόν αυθεντικούς διαλόγους σε πραγματικό χρόνο. Μάλιστα πολλές φορές, και παρά την επαγγελματική του διαίσθησή του ότι τα δεδομένα του δεν ήταν ασφαλή, ανέβασε κάποιες παιδικές φωτογραφίες της κόρης του στο Φέησμπουκ, σε εφαρμογές του τύπου “Δες πώς θα μοιάζεις σε 20 χρόνια”, για να τη δει σαν έφηβη, σαν ενήλικα, σαν μεσήλικα, σαν ένα παράθυρο από μια ζωή που του στερήθηκε. Είχε μάλιστα και μερικές ηλεκτρονικές ταμπλέτες στο σπίτι του, ώστε όταν έμπαινε στο σπίτι του, κάμερες, αισθητήρες και λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης που ο ίδιος αυτοματοποίησε, τον αναγνώριζαν και μια φωνή γνώριμη έλεγε “Καλώς ήρθες σπίτι μπαμπά”.

Όλα τα δεδομένα της κόρης του ήταν στον υπολογιστή του. Αλλά ήθελε να είναι προσεκτικός σε περίπτωση που χαλάσει ο δίσκος του και κράτησε ένα ακόμη αντίγραφο των δεδομένων στο στικάκι που βρήκε στο τμήμα. Η περίεργη λέξη “Μνήμη” που είχε στο πλάι, σχεδόν λειτούργησε υπνωτιστικά στο να το διαλέξει και να το χρησιμοποιήσει. Ή ίσως ήταν απλά η αφοσίωσή του στο όραμά του. Ή η αϋπνία. Ένα απόγευμα που γύρισε στο διαμέρισμά του μετά τη δουλειά, του φάνηκε περίεργο που καμμιά φωνή δεν του είπε “Καλώς ήρθες”. Ίσως έπεσε το δίκτυο, ή το ρεύμα σκέφτηκε, πριν δει ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα που ο ίδιος δεν είχε ανοίξει το πρωί. Έτρεξε στο γραφείο του. Ο υπολογιστής του έλειπε. Όπως και όλες οι ταμπλέτες. Αδιαφόρησε και έτρεξε αστραπιαία εκεί που είχε σε ένα συρτάρι το στικάκι με τα δεδομένα της κόρης του. Έψαξε αλλά δεν υπήρχε πουθενά. Όπως και κάποια άλλα τιμαλφή στο ίδιο συρτάρι, ένα ρολόι, κάποια μανικετόκουμπα -δώρο της κόρης του για τα γενέθλιά του- και μερικά μετρητά. Αμίλητος, πήγε στη μόνη φωτογραφία που είχε εκτυπωμένη από την κόρη του σε ένα πορτραίτο πάνω στο πιάνο του, που ήταν πολύ βαρύ για να κλαπεί. Τη χάιδεψε σκεπτικός.

Αφηγητής:

Ίσως να ήταν η αϋπνία. Ίσως η αφοσίωσή του στο όραμά του. Ή ίσως η Μοίρα Λάχεσις να χαμογέλασε για μια στιγμή όταν είδε τον Ορφέα να διαλέγει εκείνο ακριβώς το στικάκι, αφότου οι Μοίρες αδελφές της, Κλωθώ και Άτροπος, είχαν κάνει προ πολλού τα υπόλοιπα. Αλλά όπως έμαθε κάποτε ο Ορφέας, υπάρχουν πράγματα που ούτε οι θεοί ούτε οι μηχανές μπορούν να μας επιστρέψουν.

Επίλογος

Αφηγητής: Όταν έκλεψα εκείνο το στικάκι με τη λέξη “Μνήμη” γραμμένη στο πλάι, από εκείνο το διαμέρισμα στην οδό Σωκράτους ένα χρόνο πριν, δεν μπορούσα να αντιληφθώ πόσο θα με έκανε διαφορετικό από το λωποδύτη που ήμουν προηγουμένως. Χρειάστηκε να πω σε ένα φίλο μου τεχνικό υπολογιστών, να ανακτήσει με ειδικό λογισμικό όλα τα δεδομένα από το στικάκι αυτό, ακόμη και αυτά που έχουν σβηστεί, πάνω στην απληστία μου να βρω έγγραφα ή αρχεία που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω υπερ μου, για να ξαναδομήσω σιγά σιγά τις τέσσερις αυτές τραγικές ιστορίες. Δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος και το στικάκι αυτό στο βάθος της τσέπης μου υπάρχει για να μου το θυμίζει, μαζί με τις αναμνήσεις άλλων ανθρώπων που έλαχα να κληρονομήσω από ένα παράδοξο παιχνίδι της μοίρας. Στην Κάλπικη Λίρα το ψεύτικο ήταν ένα νόμισμα. Στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, το ψεύτικο μπορεί να είναι μια φωτογραφία, μια φωνή ή μια ανάμνηση. Και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση των επόμενων δεκαετιών να μην είναι να ξεχωρίζουμε τι είναι αληθινό, αλλά να συνεχίσουμε να εμπιστευόμαστε τη μνήμη μας όταν η τεχνολογία μπορεί να την αναπαράγει, να την αλλοιώνει ή να την κατασκευάζει από την αρχή. Σε αντίθεση με τη κάλπικη λίρα της ιστορίας, η κάλπικη ανάμνηση δεν χρειάζεται να αλλάξει χέρια. Χρειάζονται απλά μερικά κλικ. Και ενώ μια κάλπικη λίρα μπορεί να σου αδειάσει το πορτοφόλι, μια κάλπικη ανάμνηση μπορεί να σου αδειάσει τη ζωή. Ή να γίνει ο μόνος λόγος για να συνεχίσεις να τη ζεις.