Αύγουστος και το αεροδρόμιο μοιάζει σαν ένα τεράστιο μελίσσι. Κόσμος έρχεται και κόσμος φεύγει, μεταξύ αυτών που φεύγουν είναι και η Πολυξένη, η οποία παρά τη μικρή της ηλικία είναι συνέχεια με ένα μολύβι στο χέρι, άλλοτε γράφοντας και άλλοτε ζωγραφίζοντας. Έτσι δεν έχασε την ευκαιρία και έγραψε, έξι λέξεις που αφορούσαν ακόμη περισσότερο το ήδη φορτισμένο «είναι» μας.
«Δεν ξεχάσω ποτέ Ελλάδα».
Δεν ξέρω ποια ακριβώς ήταν τα αισθήματα της μικρής εκείνη την ώρα, όπου από στιγμή σε στιγμή θ’ άφηνε πίσω της αγαπημένα πρόσωπα και μικρούς φίλους από το νηπιαγωγείο.
Δεν ξέρω επίσης σε ποιους απευθυνόταν αυτή η υπόσχεση της. Έτσι προκειμένου ν’ αποφορτίσουμε το κλίμα το γυρίσαμε στον «καλαματιανό».
Τι να ρωτήσεις, να πεις και να εξηγήσεις σ’ ένα παιδί για την πατρίδα του, η οποία συμπεριφέρεται σαν μητριά και στέλνει γι’ άλλη μια φορά τα παιδιά της μετανάστες στα πέρατα του κόσμου. Αυτή τη φορά, όχι φθηνό εργατικό δυναμικό, αλλά τα σπουδαγμένα νειάτα της. Εφτάμιση χιλιάδες γιατροί έφυγαν τα τελευταία πέντε χρόνια από την Αθήνα και μια ολόκληρη γενιά πτυχιούχων είναι στην ανεργία. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, οι πολιτικάντηδες της μεταπολίτευσης συνεχίζουν να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα, να λένε χωρίς ίχνος ντροπής ψέματα στους Έλληνες, να τάζουν τα πάντα, να σκίζουν μνημόνια, και να δίνουν υποσχέσεις που ξέρουν από πριν πως δεν θα τις τηρήσουν, αρκεί το κόμμα τους να έρθει στην εξουσία. Ύστερα οι κολοτούμπες και οι αστείες δικαιολογίες.
Και αφού «αξιωθήκαμε» να βιώσουμε και κυβέρνηση Π.Φ.Α. – πρώτη φορά αριστερά- δεν πρέπει να έχουμε πλέον κανένα παράπονο, τα είδαμε και τα ακούσαμε πλέον όλα. Μέσα σ’ αυτό το απερίγραπτο αλαλούμ και το 3ο Μνημόνιο καθ’ οδόν θεωρώ πως η υπόσχεση της Πολυξένης είχε περισσότερη αξία από τις υποσχέσεις των Μαυρογιαλούρηδων.
Άλλωστε, τι απαίτηση μπορεί να έχει κανείς από ένα παιδί, το οποίο σε λίγες ώρες θα ζει μακριά από την πατρίδα του, μια πατρίδα που ανάγκαζε και αναγκάζει κάθε τόσο τα παιδιά της να ξενιτευθούν…
Μια σχεδόν άλλη Ελλάδα βρίσκεται στη Διασπορά, Έλληνες που έφυγαν νέοι και τώρα μεγαλώνουν εκεί στα ξένα εγγόνια και δισέγγονα, σιγοτραγουδώντας που και που με πίκρα: …Σα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος…
Όσο για εμάς που μένουμε Ελλάδα, ως «κυρίαρχος λαός» που είμαστε, το πολύ πολύ να ξανακάνουμε νέες εκλογές και να εκλέξουμε για άλλη μια φορά παλιούς και νέους ψεύτες, παλιούς και νέους «σωτήρες», τα 300 κοπρομούμουλα όπου έλεγε και ο Χάρι Κλυν.
Υ.Γ.: Πολυξένη να θυμάσαι πάντα εκείνο που σου είπα κάποια στιγμή που ήμασταν οι δύο μας.
…Να είσαι περήφανη που είσαι Ελληνίδα, και να το βροντοφωνάζεις χωρίς κανένα δισταγμό…
Ποσειδωνιάται (Κ.Π. Καφάφη)
Την γλώσσα την Ελληνική οι Ποσειδωνιάται εξέχασαν
τόσους αιώνες ανακατεμένοι με Τυρρηνούς και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό ήταν μια ελληνική γιορτή,
με τελετές ωραίες, με λύρες και με αυλούς, με αγώνες και στεφάνια.
Κι είχαν συνήθεια προς το τέλος της γιορτής τα παλαιά έθιμα να διηγούνται και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε. Που μόλις πια τα καταλαβαίνουν ολίγοι.
(Αφιερωμένο σ’ όλους τους ξενιτεμένους Έλληνες)



