Όπως αναφερθήκαμε και στο προηγούμενο άρθρο μας οι Γερμανοί έθεσαν σε άμεση εφαρμογή το σχέδιο λεηλασίας και ελέγχου της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα μ’ αυτό, αρχικά κατάσχονται ή δημεύονται όσα προϊόντα υπήρχαν στις κεντρικές αποθήκες ή στα λιμάνια της χώρας και επιτάσσονται όσα απ’ τα εργοστάσια εξυπηρετούσαν τις πολεμικές ανάγκες των ναζί. Συγχρόνως εκπρόσωποι μεγάλων γερμανικών εταιρειών θα κατακλύσουν την Ελλάδα και θα εξαναγκάσουν τις εδώ εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, τράπεζες κ.λπ., να τους παραχωρήσουν το 51% των μετοχών τους εστιάζοντας κυρίως σε βασικές πρώτες ύλες και στα μεταλλεύματα. «Το πρώτο δεκαήμερο του Μαϊου 1941, ο γερμανικός όμιλος KRUPP είχε κλείσει για τη Γερμανία ολόκληρη την παραγωγή των ελληνικών ορυχείων σε πυρίτη, σιδηρομεταλλεύματα, χρωμιούχο και νικελώδες μετάλλευμα, μαγνήσιο και χρυσό».
Συγχρόνως οι κατακτητές θα θέσουν σε κυκλοφορία δικό τους νόμισμα παράλληλα με τη δραχμή. Η Γερμανία θα εκδώσει τα κατοχικά μάρκα, η Ιταλία τη μεσογειακή δραχμή και στην κατεχόμενη από τη Βουλγαρία, Ανατολική Μακεδονία θα κυκλοφορήσει το λέβα.
Από τον Αύγουστο του 1941, και ύστερα από αίτημα της κυβέρνησης Τσολάκογλου, τα κατοχικά νομίσματα αποσύρονται σταδιακά, εξαγοράζονται από το ελληνικό δημόσιο μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος. Έτσι μεταξύ και άλλων συμφωνιών και πολλαπλών διαβουλεύσεων ρυθμίζεται αρχικά η διαδικασία χορήγησης από το ελληνικό δημόσιο ύψους 1,5 δις δραχμές το μήνα, μέγεθος που διευρύνεται στη συνέχεια με επιπρόσθετα ποσά λόγω των υπέρογκων απαιτήσεων των κατοχικών στρατευμάτων, όπου στη περιορισμένη ικανότητα της οικονομίας ν’ ανταποκριθεί, προτείνεται ένα τμήμα των κεφαλαίων αυτών να καλύπτει πάγιες «δαπάνες κατοχής» και ένα άλλο τμήμα να χορηγείται με τη μορφή δανείων, χαρακτηριζομένων ως «πιστώσεις», με τα οποία θα χρεώνονται οι κυβερνήσεις Γερμανίας και Ιταλίας, όπου η επιστροφή τους θα πραγματοποιηθεί αργότερα.
Όμως εκτός από την άμεση καταβολή σε ρευστό που αντλούν οι κατοχικές δυνάμεις κάθε μήνα (από 1,5 δις σε 8 δις δραχμές), επιβάλλονται και νέες επιβαρύνσεις για την ελληνική οικονομία, επισημοποιείται η διαδικασία της αποκλειστικής δέσμευσης και αποστολής στο εξωτερικό, σε Γερμανία και Ιταλία, ελληνικών προϊόντων και πρώτων υλών σε αντιστάθμισμα εισαγόμενων, με μια όμως πρωτότυπη λογική. Τα εισαγόμενα απ’ τη Γερμανία προϊόντα και υλικά παρότι καταναλίσκονταν απ’ τις δυνάμεις κατοχής, εντούτοις, χρεώνονται στην Ελλάδα υπερτιμημένα από 30% έως 60% με την αιτιολογία να καλύψουν προκαταβολικά τα επιπλέον των δαπανών κατοχής κεφάλαια που απαιτούνταν. Μ’ αυτόν τον τρόπο είχε θεσμοθετηθεί η λεηλασία δηλ. η μεταφορά πόρων απ’ την Ελλάδα στη Γερμανία, καθώς και η υπερτιμολόγηση… νομίμως. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν να επιδεινωθεί η κατάσταση επιβίωσης, κυρίως του αστικού πληθυσμού. Η έλλειψη τροφίμων ευνοεί το λαθρεμπόριο, οι μαυραγορίτες οργιάζουν και ο λαός, ειδικά στις πόλεις λιμοκτονεί, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς από την πείνα.
Συνοπτικά η εικόνα που επικρατεί στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1942, δηλ. μετά από 16 μήνες κατοχής, έχει ως εξής – Η νομισματική κυκλοφορία έχει αυξηθεί κατά 157.506 δις (920%).
- Τα καταβληθέντα ποσά προς τις κατοχικές δυνάμεις έχουν ανέλθει στα 1941,5 δις, δηλ. έχουν απορροφήσει το 89,8% της νομισματικής κυκλοφορίας.
- Το εθνικό εισόδημα έχει μειωθεί πάνω από 60%
- Ο πληθωρισμός καλπάζει πάνω από 2.300 %
Παρ’ όλα αυτά, οι Γερμανοί θα εξακολουθούν την αφαίμαξη με επιπρόσθετα ποσά και νέα μέτρα, χωρίς να υπολογίζουν τις επιπτώσεις στον ελληνικό πληθυσμό και συνεχίζουν ως τις μέρες μας.
Για το ζήτημα αυτό (το οποίο έθεσε και ο πρωθυπουργός στην πρώτη του συνάντηση με την καγκελάριο Μέρκελ και το οποίο η Γερμανία θεωρεί λήξαν) είχαν γίνει αρκετές έρευνες προκειμένου να αναδειχθεί το μέγεθος των ελληνικών απαιτήσεων. Μια πρώτη έρευνα έγινε από την επιτροπή του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών υπό την εποπτεία του πρεσβευτή Διαλέτου.
Μετά το τέλος του πολέμου τον Δεκέμβριο του 1945 πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι από τις συμμαχικές δυνάμεις η πρώτη Διεθνής Σύσκεψη Ειρήνης προκειμένου να ρυθμιστούν θέματα αποκατάστασης ζημιών και επανορθώσεων εκ του 2ου Παγκοσμίου Πολέμο. Εκεί η ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Αθανάσιο Σμπαρούνη, κατέθεσε στη διασυμμαχική επιτροπή τις απαιτήσεις της Ελλάδας και σύμφωνα με τη μελέτη της επιτροπής του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών.
Σύμφωνα με την πρώτη αυτή εκτίμηση της ελληνικής αντιπροσωπείας, οι συνολικές αξιώσεις της Ελλάδας σε σχέση με τα κατοχικά δάνεια ανέρχονται στα 224.800.000 δολάρια και επιμερίζονται (α) για τη Γερμανία στα 160.000.000 δολάρια και (β) για την Ιταλία στα 64.800.000 δολάρια.
Η αξίωση της Ελλάδας δεν έγινε δεκτή (όσον αφορά τη Γερμανία) από την επιτροπή επανορθώσεων και από την ελληνική αντιπροσωπεία διατυπώθηκε επιφύλαξη. Ανάλογο αποτέλεσμα είχε και η διεκδίκηση της αξίωσης από την Ιταλία.
Πρέπει να επισημανθεί ότι στη μελέτη Σμπαρούνη – Διαλέτου λόγων των περιορισμένων στοιχείων που είχαν στη διάθεση τους οι ερευνητές δεν συμπεριελήφθησαν στις ελληνικές αξιώσεις πολλές απ’ τις καταστροφές, καθώς και οικονομικές απαιτήσεις των κατοχικών δανείων που απεκαλύφθησαν εκ των υστέρων.
Στο χρονικό των διεκδικήσεων καταγράφονται τα εξής!
1953 επί κυβερνήσεων Παπάγου, σε απάντηση του ΥΠΕΞ Ελλάδος Στ. Στεφανόπουλου μετά από επερώτηση του βουλευτού Φλωρίνης Γ. Μόδη.
1964 Από τον Αγγ. Αγγελόπουλο ως υφυπουργό Οικονομικών όπως αναφέρει, ο ίδιος στο βιβλίο του «Απ’ την κατοχή στον εμφύλιο».
1965 Επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου, από τον Αν. Παπανδρέου, με την ιδιότητα του ως βουλευτή Αχαϊας προς τον υπουργό εθνικής οικονομίας της Δυτικής Γερμανίας Κάϊζερ.
1966 Λέγεται, ότι ετέθη κατά τη διάρκεια των ελληνογερμανικών συνομιλιών στην Αθήνα. Η Γερμανία ισχυρίστηκε ότι ο Καραμανλής είχε παραιτηθεί του κατοχικού δανείου εγγράφως (όταν πήγε το 1958 στη Γερμανία) αργότερα το μετέτρεψαν σε προφορική παραίτηση του Καραμανλή, πράγμα που το διέψευσε ο Καραμανλής. Αργότερα, με σημαντική διακοίνωση προς το Ελληνικό ΥΠΕΞ η Γερμανία παραδέχεται ότι δεν υπήρχε παραίτηση Καραμανλή.
1975 Επί κυβερνήσεων Κ. Καραμανλή, το ανακίνησε ο Ξενοφών Ζολώτας.
1987 Επί κυβερνήσεως Αν. Παπανδρέου, λέγεται ότι ετέθη κατά την επίσκεψη του Γερμανού Προέδρου φον Βαϊτζέκερ, στην Αθήνα.
1991 Επί κυβερνήσεως Κ. Μητσοτάκη, από τον υπουργό εξωτερικών (προφορικά) Αν. Σαμαρά στο Γερμανό ομόλογο του, της ενωμένης πλέον Γερμανίας, Γκένσερ, ο οποίος δήλωσε χωρίς περιστροφές, «για τη Γερμανία δεν υφίσταται τέτοιο θέμα».
1995 Επί κυβερνήσεως Α. Παπανδρέου, με ρηματική διακοίνωση του Έλληνα πρέσβη στη Βόνη Ι. Μπουρλογιάννη.
1998 – 2001 Επί κυβερνήσεως Κ. Σημίτη αρχικά στη συνδιάσκεψη στις ΗΠΑ για τα εναπομείναντα χρέη της Γερμανίας, και στη συνέχεια προς την καγκελάριο και το Γερμανικό ΥΠΕΞ. Το αίτημα απορρίφθηκε.
2015 Από τον πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα στο Βερολίνο κατά την κοινή συνέντευξη με την καγκελάριο Αν. Μέρκελ. Η οποία προτίμησε να μην πει τίποτε.
Για το θέμα των κατοχικών δανείων έχουν ασχοληθεί πολλοί ερευνητές, το δε ύψος των ελληνικών αξιώσεων εμφανίζεται διαφοροποιημένο. Σε κάθε περίπτωση και άσχετα από την συγκυρία των πραγμάτων, η ελληνική πολιτεία έχει χρέος και καθήκον να συνεχίσει τις προσπάθειες. Είναι ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας, δικαιοσύνης αλλά και οικονομικό.
Από το 2014 στη λίστα των ερευνητών για το παραπάνω θέμα προστέθηκε και ο Τζανέτος Γκούσκος (Τζανής) οικονομολόγος, σύμβουλος επενδύσεων και ερασιτέχνης συγγραφέας.
Γεννήθηκε το 1954 στο Άνω Γερακάρι Ζακύνθου. Το 2009 εν μέσω της επερχόμενης κρίσης εξέδωσε το βιβλίο «Ελλήνων Οδύσσεια» (στα Αγγλικά) και το 2014 το βιβλίο «Κατοχικά δάνεια: 300 δις ευρώ. Ιδού ο λογαριασμός κα Μέρκελ».
Στο πεντακοσίων σελίδων βιβλίο του ο αναγνώστης θα ανακαλύψει γεγονότα που αναφέρονται στις οικονομικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν πριν κατά τη διάρκεια και μετά την κατοχή στην Ελλάδα.
Επίσης γίνονται αναφορές σε πρόσωπα – «ονόματα» που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική σκηνή και χειρίστηκαν κρίσιμα θέματα για την υπόσταση της οικονομίας και την πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Σε κάποιες δε περιπτώσεις η έρευνα του πάει ακόμη πιο πίσω στο χρόνο, σε γεγονότα, προκειμένου να αναδείξει τη συνέχεια κάποιων προσώπων – οικογενειών, οι οποίες δίνουν το παρών, δεκαετίες τώρα, στο νεοελληνικό γίγνεσθαι. Ο συγγραφέας εκτός από τις ενέργειες της ελληνικής πλευράς ως προς τη διεκδίκηση καταγράφει και τις αιτιάσεις και αρνήσεις της Γερμανίας να παραδεχθεί τις οφειλές της και να τις τακτοποιήσει.
Πάντα κατά τον συγγραφέα με την έρευνα προέκυψαν νέα στοιχεία «καινοτομικά χαρακτηριστικά της έρευνας» τα οποία αναφέρονται για πρώτη φορά και ανατρέπουν τις μέχρι σήμερα εκτιμήσεις για το μέγεθος των Κατοχικών δανείων.
Σε κάθε περίπτωση, για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει τις ακριβώς συμβαίνει με αυτά που μας οφείλει η Γερμανία, αλλά και να αποκτήσει μια εικόνα για κάποια γεγονότα που συνέβησαν από την αρχή της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους, δεν έχει παρά να το προμηθευθεί.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΚΑΔΜΟΣ»
ΤΗΛ. Τζανέτου Γκούσκου 6972506163 – 2310 252320
Υ.Γ.: Η διεκδίκηση των κατοχικών δανείων δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συμπεριληφθεί στη νεοελληνική λογική, πως για όλα τα δεινά της Ελλάδας φταίνε η Ευρώπη, η Δύση και οι Γερμανοί. Οι λεονταρισμοί, η προχειρότητα, και ο μιντιακός ναρκισισμός δεν νομίζω πως φέρνουν θετικό αποτέλεσμα.



