Η μάνα του Γρηγόρη απαντά: «Γιατί εμέν αρνήθηκες και αγκάλιασες», άλλη, σ’ αρέσαν από μακριά τα ατίμητα της κάλλη;». Ο Γρηγόρης απαντά: Δεν είναι από μακριά που γνώρισα τα κάλλη της μητέρα, ΜΕΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΕΙΧΑΝ ΤΗΝ, ΤΣΕ ΝΥΧΤΑΝ ΤΣΕ ΗΜΕΡΑΝ.
Γίνεται έφεδρος αξιωματικός και υπηρετεί στα Αλληνοσερβικά σύνορα. Η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να τον προαγάγει σε μόνιμη θέση ανθυπολογαχού.
Πικραμένος επιστρέφει στην Κύπρο. Εργάζεται ως οδηγός μεταφέροντας εργάτες στην αγγλική βάση της Δεκέλειας. Μυήθηκε στην ΕΟΚΑ τον Ιανουάριο του 1955 και ορκίζεται να αγωνισθεί για την ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα. Αρχικά υπηρετεί στον Πενταδάκτυλο, αργότερα στο Τρόοδος και μετά στην περιοχή του Μαχαιρά. Την πρώτη νύκτα του αγώνα κτυπά τον κρατικό ραδιοσταθμό. Η ταυτότητα γίνεται γνωστή στους Άγγλους που τον επικηρύσσουν στην αρχή με ποσό 250 λίρες και στη συνέχεια με ποσό 5.000 λίρες.
Παντρεύεται μυστικά τον Ιούνιο 1955 στην κατεχόμενη σήμερα, Ιερή Μονή Αχειροποιήτου, την χωριανή του Βασιλική. Με δανεικούς αραβώνες, στεφάνι καμωμένο από κληματόβεργες και κλώνους ελιάς, παρέα με το όπλο του, την στολή του και λίγους συναγωνιστές του. «Καλή λευτεριά να μου ευχηθείς πάτερ» απάντησε στον ιερέα που ευχήθηκε στους νεόνυμφους «να ζήσετε».
Έκλαψε ο Γρηγόρης όταν το πρωί της επόμενης ημέρας έπρεπε να αποχωριστεί την Βασιλική. Εκείνες τις ημέρες φθάνει στην Κύπρο, προκειμένου να καταστείλει το αντάρτικο ο σκληρός στρατάρχης Χάρτινγκ. Ο Γρηγόρης τον υποδέχεται με εκρήξεις που τον τρομάζουν.
Βγαλμένος απ’ τα βάθη της Ελληνικής Ιστορίας, βροντοφώναξε ξανά το «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ» του Λεωνίδα. Εκεί στις κακοτράχαλες πλαγιές του ορεινού συμπλέγματος της Μονής Μαχαιρά.
Δίνει μια ανεπανάληπτη μάχη που κρατά καθηλωμένη για πολλές ώρες ολόκληρη την σιδηρόφρακτη βρετανική μηχανή. Οι Άγγλοι αδυνατώντας να τον εξοντώσουν, τον καίνε ζωντανό, ρίχνοντας βενζίνη, από την κορυφή της σπηλιάς που πολεμούσε. Ήταν Κυριακή 3 Μαρτίου του 1957. Ο ήλιος είχε δύσει για τα καλά, όταν έφθανε την ΛΥΣΗ το μαύρο μαντάτο «Δυνάμεις ασφαλείας, εφόνευσαν σήμερον την μεσημβρίαν στην Μονή Μαχαιρά τον επικηρυγμένο δια ποσού 5.000 λιρών γνωστόν υπαρχηγό της ΕΟΚΑ και πρώην αξιωματικόν του Ελληνικού στρατού Γρηγόρη Αυξεντίου».
Μια θλιβερή ιστορία που επαναλαμβάνεται. Οι σιδηρόφρακτοι που βαπτίζουν «τρομοκράτες όσους αγωνίζονται και θυσιάζονται για το ύψιστο ανθρώπινο αγαθό την «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»».
Γρηγόρης Αυξεντίου. Ο εθελοντής Έλληνας Κύπριος ανθυπολοχαγός που τίμησε και δόξασε όσο λίγοι την ένδοξη μάνα Ελλάδα. Η ελληνική πολιτεία, έστω και καθυστερημένα το 2002 τον τίμησε προάγοντάς τον αναδρομικά στον ύπατο βαθμό του Αντιστρατήγου. Ιδού και η παρακαταθήκη του: Είτε ζήσουμε, είτε πεθάνουμε, ένα θα είναι το έπαθλο του αγώνα μας, για νεκρούς και ζώντες. Η ΚΥΠΡΟΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ. Ένα άπιαστο όνειρο, που είναι στα αζήτητα.
Στα αφτιά μου ακούγεται ο θόρυβος από τις ζαριές του τάβλι που έπαιζε με τουςς κατοίκους του Ακρίτα Κιλκίς το 1954 όταν υπηρετούσε στον Ακρίτα σαν έφεδρος αξιωματικός.
Η Κύπρος μας αυτή η πονεμένη νήσος της Αφροδίτης, έχει τρεις πικραμένες πρωτιές. Α) Είναι η μόνη διαιρεμένη στα δύο πρωτεύουσα κράτους στον κόσμο! Τι κρίμα. Β) Έχει την μοναδική πόλη στον κόσμο (ΦΑΝΤΑΣΜΑ), την ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ. Πριν το 1974 είχε 30.000 κατοίκους. Μετά τον Αττίλα του 1974, μέχρι σήμερα ζούνε μόνον: γάτες, σκυλιά και ποντίκια, άδεια και παντέρημη. Γ) Στις φυλακές Λευκωσίας υπήρχαν μνήματα, τα μοναδικά στον κόσμο σε φυλακές μνήματα. Τα μνήματα του Γρ. Αυξεντίου και άλλων οκτώ ηρώων της Κύπρου, βρίσκονται στην Λευκωσία όπου στον τοίχο γράφει: (ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΥ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΛΟΓΑΤΑΙ). Οι Άγγλοι απαγόρευσαν την ταφή τους εκτός φυλακών ώστε οι Έλληνες της Κύπρου να μην μπορούν να αποδώσουν τις ανάλογες τιμές στους νεκρούς τους, που ήταν και είναι πανάρχαιος θεσμός τον απανταχού Ελλήνων. Ο σεβασμός στους νεκρούς. Αν ο αγώνας είναι συνεχής θα έρθει και η δικαιώση. Όπλο μας η ενότητα και η υπομονή.
ΣΤΟΝ ΑΗΤΟ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Ζήλεψα την αγάπη σου
Που ναι πιο πάνω απ’ τη δική μου,
Γιατί θαρρούσα μόνο εγώ
Την είχα στην ψυχή μου (την πατρίδα)
Ο αητός πετά,
Στης Κύπρου τα ψηλά βουνά,
Για να δει την λευτεριά,
Ξανά να του χαμογελά
Σε είπαν βομβιστή, σε είπαν τρομοκράτη,
Λες και η λευτεριά κερδίζεται, χωρίς
Καπνό και στάχτη



