‘Ντό θελτ’ς, Α...: (τι θέλεις Α…:), καλός μου φαίνεσαι… είπα για να απαλλαγώ από την τυχαία συνάντηση με τον ανεπιθύμητο καθυστερημένο πελάτη εκ Χορηγίου. Το τονίζω αυτό, γιατί αρκετοί, όχι όλοι, από αυτό το μεγάλο ‘καυκάσικο’ χωριό, διάλεγαν την τελευταία και μοναχική ώρα, για επίσκεψη στο ιατρείο, όχι για εξετασθούν, αλλά με το πρόσχημα της ιατρικής εξέτασης ή συμβουλής, για να ζητήσουν, χωρίς μάρτυρες παρόντες, ως δανεικά και φυσικά αγύριστα, τις εισπράξεις της ημέρας. Προτιμούσαν ιδιαίτερα την ημέρα του Σαββάτου, ημέρα παζαριού, που εξ ορισμού θα είχε ο ιατρός πλούσιες εισπράξεις! (γιαγλί παζάρ’ – πλούσιο παζάρι).
…Μωρέ, καλά είμαι, κι λέγω, άμαν αβούτο το κιφάλι μ’ πολλά άσσκεμα πονεί! (Ναι, έχεις δίκαιο, καλά είμαι, δε λέγω, μόνο που έχω έναν άσχημο πονοκέφαλο)
…Τιδέν ’κι εν’, (δεν είναι τίποτε), απαντώ, χωρίς περιστροφές, ενώ πατούσα ήδη από το πεζοδρόμιο τον δρόμο, …έπαρ’ έναν ασπιρίναν (πάρε μία ασπιρίνη)!
…Επέρα έναν ασπιρίναν, αλλά χαΐρ ’κι εποίκε με! Ο πόνον ’κι επέρασεν! …(Πήρα, πήρα μία ασπιρίνη αλλά δεν με ωφέλησε, δεν είδα χαΐρι! Ο πονοκέφαλος δεν μου πέρασε!)
Αποφασισμένος να μην επιστρέψω πίσω στο ιατρείο με τις σκάλες και το στομάχι μου να διαμαρτύρεται για το μεσημεριανό φαγητό, βρίσκω την λύση στην αύξηση της δόσης…
…‘Τ’ εσόν το κιφάλ’, καυκάσικον εν’, ’τρανόν και χοντρόν εν’, έπαρ’ δύο ασπιρίνας! (Το κεφάλι σου είναι καυκάσικο, μεγάλο και χονδρό, μάλλον δοκίμασε να πάρεις δύο ασπιρίνες!!) . Ήδη με το ένα πόδι ήμουν στο σκαλί της απέναντι φτωχής αλλά προκλητικής ταβέρνας.
…Ευχαριστώ σε πολλά γιατρέ, ατό εθέλνα να έλεγές με, ‘κι εσκέφτα ’το… (Σ’ ευχαριστώ γιατρέ μου πολύ, δε μου πέρασε από το μυαλό αυτό που μου λες, αυτό ήθελα να ακούσω…), είπε και με απάλλαξε από την ενοχλητική μεσημβρινή επίσκεψή του.
Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017 20:24
Κιφάλ (κεφάλι) …τρανό και χοντρό…
Του Αναστάσιου Αμανατίδη.
…Γιατρέ, εγώ για τ’ εσέν έρθα κι εσύ φέεις; ( Γιατρέ μου, εγώ έρχομαι για σένα κι εσύ έκλεισες και φεύγεις;), άκουσα μια κοντινή καυκάσικη φωνή πίσω μου, με το που πάτησα το πόδι μου στο πεζοδρόμιο επί της οδού Καπέτα, έξω από το ιατρείο.
Ήταν περίπου δυόμιση το μεσημέρι, ημέρα Σάββατο και εποχή καλοκαιριού, την ώρα, που κατέβαινα το τελευταίο σκαλοπάτι της ψηλής σκάλας του ιατρείου της οδού Γ. Καπέτα αρ. 14. Μετά από ένα βαρύ και κουραστικό πρωινό ιατρείο, με μια πείνα να με σπρώχνει, όσο ην τάχιστα, στο απέναντι γωνιακό λαϊκό ταβερνάκι του συγχωρεμένου Νίκου του ‘’Τζαμτζή’’, ήταν για μένα μεγάλο ‘σπάσιμο’, να γυρίσω πίσω, για παροχή ιατρικών υπηρεσιών, και μάλιστα σε ‘Καυκάσιο’ εκ Χορηγίου.