
Η επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν υποβαθμισμένο χώρο στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, μολονότι η ζήτηση για εξειδικευμένους τεχνίτες και επαγγελματίες μεσαίου επιπέδου προσόντων ήταν ανέκαθεν έντονη. Παλιές, βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις ενάντια στη δήθεν «υποδεέστερη χειρωνακτική εργασία», μαζί με βεβιασμένες και ελάχιστα πειστικές μεταρρυθμίσεις σ’ αυτό το πεδίο διατηρούν αυτήν την κατάσταση μέχρι σήμερα αμετάβλητη.
Ευρήματα διεθνών συγκριτικών ερευνών καταδεικνύουν ότι η στενή διασύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και της οικονομίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για ένα σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης υψηλής ποιότητας, που θα διευκολύνει τη μετάβαση από το σχολείο στην ενεργό ζωή. Μορφές της επαγγελματικής εκπαίδευσης, που βασίζονται στο πρότυπο του γερμανικού διττού συστήματος, δηλ. συνδυασμένη εκπαίδευση μέσα στην επιχείρηση και μέσα στο σχολείο, εξαίρονται συχνά ως υποδειγματικές. Πράγματι, περιέχουν πολλά στοιχεία που αυξάνουν την ελκυστικότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και για το λόγο αυτό προσελκύουν υψηλά ποσοστά μαθητών σε αυτήν τη μορφή εκπαίδευσης. Στις γερμανόφωνες χώρες τα ποσοστά κυμαίνονται από 60% (Γερμανία) έως 80% (Αυστρία), ενώ στην Ελλάδα τα παιδιά που επιλέγουν Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση διαχρονικά βρίσκονται κάτω από το 30%. Ταυτόχρονα, αυτές οι χώρες είναι σε θέση να διατηρούν την ανεργία των νέων ηλικίας 16 έως 24 ετών σε πολύ χαμηλά επίπεδα μεταξύ 8% (Γερμανία) και 4% (Αυστρία), ενώ στην Ελλάδα τα αντίστοιχα ποσοστά προσεγγίζουν το 60%.
Με τον Ν. 4186/2013 επιχειρείται μια ακόμη μεταρρύθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα (η έκτη σε διάστημα 50 χρόνων), η οποία προσπαθεί να ενσωματώσει ορισμένα στοιχεία του Γερμανικού διττού συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, μια πρώτη κριτική αποτίμηση του σχετικού νέου Nόμου δείχνει ότι και η νέα μεταρρύθμιση μπορεί μεν να δημιουργεί την εντύπωση μιας αλλαγής πορείας, αλλά μάλλον αδυνατεί να προσφέρει στους νέους κάποια νέα, περισσότερο αισιόδοξη προοπτική.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από ενάμιση χρόνο η τ. Υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου είχε προετοιμάσει νομοθετικά μια πρόταση μεταρρύθμισης για την επαγγελματική εκπαίδευση («Τεχνολογικό Λύκειο»), με στόχο να καταστεί μια ελκυστική επιλογή για τους νέους και τις νέες. Η πρόταση εκείνη είχε συζητηθεί διεξοδικά, είχε τεκμηριωθεί με επιστημονικές μελέτες και είχε εγκριθεί από το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας. Παρ’ όλα αυτά, δεν προωθήθηκε προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο εξαιτίας κομματικών διενέξεων. Μάλιστα, ο σημερινός Υπουργός, Κ. Αρβανιτόπουλος, ο οποίος αρχικά είχε συναινέσει σε εκείνη την πρόταση, την απέσυρε και υπέβαλε νέο νομοσχέδιο τον Αύγουστο του 2013.
Ενας πρώτος και αναγκαστικά ελλιπής σχολιασμός του νέου Νόμου όσον αφορά στην επαγγελματική εκπαίδευση.
1. Η εισηγητική έκθεση του Νόμου περιέχει μια σειρά από διαπιστώσεις, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ευθέως ως αυτοκριτική πάνω στις αποφάσεις των τελευταίων χρόνων για την εκπαιδευτική πολιτική. Ως αιτία για τη σημερινή κατάσταση της επαγγελματικής εκπαίδευσης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι αναποτελεσματικές πολιτικές, βιαστικές και μη πειστικές αλλαγές των τύπων των επαγγελματικών σχολείων, καθώς και η ανεπαρκής ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα πλεονεκτήματα της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Αυτές οι διακηρύξεις είναι μεν εύστοχες, αλλά δεν εστιάζουν στις βασικές αιτίες των προβλημάτων, όπως π.χ. σε μια επαγγελματική εκπαίδευση, παραφορτωμένη με θεωρία, η οποία παρέχεται αποκλειστικά σε σχολικές τάξεις, παραμένει μονίμως ουραγός των τεχνολογικών εξελίξεων, είναι αποξενωμένη από την αγορά εργασίας και δεν αναγνωρίζει τον κομβικό ρόλο των κοινωνικών εταίρων στη διαμόρφωσή της.
2. Ο πρόσφατος Νόμος αναφέρει σωρεία λεπτομερειών για αναλυτικά προγράμματα, εξετάσεις, μετάβαση σε άλλους τομείς της εκπαίδευσης, επαγγελματικά προσόντα. Αυτό θα μπορούσε ίσως να εξηγηθεί με την πρόθεση του Υπουργείου να θέσει το νέο Νόμο σε ισχύ ήδη από το τρέχον σχολικό έτος 2013/2014. Ωστόσο, προϋπόθεση για κάτι τέτοιο θα ήταν να είχαν γίνει όλες οι απαιτούμενες μετατροπές και προσαρμογές έως την έναρξη του έτους. Επειδή, ωστόσο, ο Νόμος ετέθη σε ισχύ την ίδια μέρα που άρχισε το σχολικό έτος, η άμεση εφαρμογή του μοιάζει εξωπραγματική. Εκτός τούτου, μετά την αναιτιολόγητη κατάργηση 52 ειδικοτήτων και περίπου 2.000 οργανικών θέσεων εκπαιδευτικών, που αποφασίστηκε στις 9 Ιουλίου 2013 ξέσπασε μια έντονη αντιδικία μεταξύ του συνδικαλιστικού οργάνου των καθηγητών και του Υπουργείου, η οποία καθιστά εκ των πραγμάτων αδύνατη την ουσιαστική συνεργασία ανάμεσα στα δυο μέρη, άρα και την απρόσκοπτη εφαρμογή της (όποιας) μεταρρύθμισης.
3. Η αναγκαιότητα διασύνδεσης της επαγγελματικής εκπαίδευσης με τον κόσμο της εργασίας αναγνωρίζεται μεν στο Νόμο (Άρθρο 8), αλλά στην πραγματικότητα επαγγέλματα και ειδικότητες ορίζονται χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες της οικονομίας και της αγοράς εργασίας από το Υπουργείο Παιδείας. Και είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία της διασύνδεσης με την αγορά εργασίας και της ισχυρής συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων που συμβάλλουν σε μια ομαλή μετάβαση από το σχολείο στην εργασία, και κατ' επέκταση στα πολύ χαμηλά ποσοστά νεανικής ανεργίας σε άλλες χώρες.
4. Υπό την πίεση ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών ("Ευρωπαϊκή Συμμαχία για τη Μαθητεία", "Ανασχεδιασμός της Εκπαίδευσης") το Υπουργείο Παιδείας φαίνεται πως αναγνωρίζει την αναγκαιότητα μιας στενότερης διασύνδεσης της επαγγελματικής εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων και από την προσθήκη ενός τέταρτου έτους κατάρτισης (Μαθητείας), στο οποίο οι απόφοιτοι των τριετών Επαγγελματικών Λυκείων μπορούν να εγγράφονται οικειοθελώς. Όμως, αν εξετάσει κανείς τα πράγματα από κοντά, θα διακρίνει απλά και μόνον έναν συνδυασμό της γνωστής από παλιά σχολικής εκπαίδευσης και μιας όχι επακριβώς προσδιορισμένης ενδο-επιχειρησιακής κατάρτισης. Η εφαρμογή ενός τέταρτου έτους Μαθητείας θα προσκρούσει αναγκαστικά στη μικρή διάθεση συμμετοχής των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων καθώς και στις αδιασαφήνιστες ακόμη αρμοδιότητες μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας και του ΟΑΕΔ. Με αυτά ως δεδομένα ο ισχυρισμός του Υφυπουργού Παιδείας Συμεών Κεδίκογλου ότι στις ήδη διαθέσιμες 10.000 θέσεις Μαθητείας θα προστεθούν άλλες 40.000 είναι αμφισβητήσιμος, αν όχι εξωπραγματικός.
5. Ενώ οι ευρωπαϊκές εξελίξεις συντείνουν στο να καταστεί σταδιακά η επαγγελματική εκπαίδευση ισότιμη της γενικής, η Ελλάδα φαίνεται πως κινείται «ενάντια στο ρεύμα». Οι δυνατότητες οριζόντιας μετακίνησης μεταξύ διαφορετικών εκπαιδευτικών τομέων είναι ανεπαρκείς, ενώ ακόμη και οι νέες Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΕΚ), που φαίνεται πως αντικαθιστούν τις ΕΠΑΣ, αποτελούν μονόδρομο προς την (υπερφορτωμένη) αγορά εργασίας και δεν επιτρέπουν ούτε οριζόντιες ούτε κάθετες μετακινήσεις προς άλλες εκπαιδευτικές «διαδρομές». Συνέπεια αυτής της εκπαιδευτικής δυσκινησίας θα είναι οι νέοι να αποκλειστούν, ήδη σε ηλικία 15 ετών, από κάθε άλλη εκπαιδευτική προοπτική.
Συμπερασματικά, δε μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ολότελα την πρόθεση των υπεύθυνων χάραξης της εκπαιδευτικής πολιτικής για αλλαγή στην επαγγελματική εκπαίδευση, έτσι ώστε αυτή να συνδεθεί περισσότερο με την πράξη και να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Όμως, η προσπάθειά τους δεν πάει μακριά: δεν αφήνει να διαφανούν κάποιες σημαντικές ή ουσιαστικές αλλαγές. Με λίγα λόγια: ο Νόμος προβάλλει τον χαρακτήρα μιας κατ’ επίφασην αλλαγής πορείας, αλλά δεν πρόκειται να επηρεάσει ουσιαστικά προς το καλύτερο την τύχη των νέων, που εξακολουθούν μάταια να αναζητούν ποιοτική εκπαίδευση και εργασιακή προοπτική.
(Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα μιας πολιτικής ανάλυσης που έγινε για λογαριασμό του Ιδρύματος Friedrich-Ebert από την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου και τον Σταύρο Σταύρου).



