espa pkm

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2026, 10:16:21 πμ
Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2026 11:49

Μια Βραδιά στο Μπουένος Άιρες

Γράφει ο Γιάννης Ιωσηφίδης MEng

Senior Software Engineering Manager.

Και οι νικητές του Παγκοσμίου Κυπέλλου Τανγκό Σαλονιού για το 2026 είναι οι … Ναΐμα Γερασοπούλου και Λούκας Γκάουτο!

Μόλις μερικές εβδομάδες πριν, την 1η Σεπτεμβρίου, είδαμε όλοι με περηφάνια στους τηλεοπτικούς μας δέκτες και στο ίντερνετ την ελληνική σημαία να κυματίζει στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Η Ναΐμα Γερασοπούλου, με τον Αργεντινό παρτενέρ της Λούκας Γκάουτο, μετά από μια εξαιρετική εμφάνιση, έλαβαν την πρώτη θέση σε έναν από τους μεγαλύτερους διαγωνισμούς τανγκό στον κόσμο, βάζοντας την Ελλάδα στο βάθρο και στο παγκόσμιο στερέωμα. Το επίτευγμά τους μάλιστα γίνεται ακόμη πιο συναρπαστικό, λόγω της συνέπειας και της δουλειάς που έδειξαν τα τελευταία χρόνια. Έλαβαν την τέταρτη θέση το 2019, την τέταρτη θέση ξανά το 2024, τη δεύτερη θέση το 2025, μέχρι να καταλάβουν φέτος την πρώτη θέση.

Η Ναΐμα Γερασοπούλου ξεκίνησε την πορεία της στον χορό από πολύ μικρή ηλικία, με κλασικό μπαλέτο και ρυθμική γυμναστική, εξερευνώντας στη συνέχεια και άλλα είδη χορού. Όταν όμως γνώρισε το τανγκό, αφοσιώθηκε σε αυτό. Το 2014 κατέκτησε την πρώτη θέση στην κατηγορία Tango de Pista του Tango Acropolis, του Πρωταθλήματος Τανγκό Μεσογείου και Ανατολικής Ευρώπης. Ο Λούκας Γκάουτο άρχισε να χορεύει τανγκό στα δώδεκά του χρόνια, στην Αργεντινή. Η διαδρομή του τον έφερε στις μιλόνγκες και στις σχολές χορού του Μπουένος Άιρες και της Κόρδοβα, όπου δίδαξε, αλλά και στις σκηνές φεστιβάλ στην Αργεντινή και την Ευρώπη, πλάι σε καταξιωμένους Αργεντινούς χορευτές και δασκάλους. Σήμερα, οι δυο τους έχουν ως βάση την Αθήνα και συμμετέχουν ενεργά στην κοινότητα του τανγκό της πόλης, διδάσκοντας σε χώρους όπως η Academia del Tango. Η νίκη τους κουβαλά κάτι από αυτή την κοινή διαδρομή: χρόνια εξάσκησης, διδασκαλίας και αφοσίωσης σε έναν χορό που συνδέει τις δύο πατρίδες τους.

Το τανγκό είναι ένας ιδιαίτερος χορός, και ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα. Κουβαλάει τη δικιά του ιστορία στην οποία μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά κάνοντας μια διαδρομή σε έναν άλλο Σεπτέμβρη, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Πιο συγκεκριμένα το Σεπτέμβρη του 1938.

Ελλάδα - Σεπτέμβριος 1938

Τα σύννεφα του πολέμου πύκνωναν πάνω από τη Γηραιά Ήπειρo. Μόλις μερικές εβδομάδες πριν, στις 29 Ιουλίου 1938, το κίνημα των Χανίων κατά της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά είχε κατασταλεί. Η Ελλάδα ήδη βρισκόταν υπό αυστηρή λογοκρισία και κρατική πολιτιστική καθοδήγηση, στο δημόσιο λόγο, τη μουσική, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Ωστόσο, παρόλη τη βαριά ατμόσφαιρα της εποχής, η ζωή δεν σταματούσε. Τα κοσμικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης εξακολουθούσαν να έχουν ανθρώπους που τραγουδούσαν, χόρευαν και ερωτεύονταν, στους ήχους του ταγκό, του βαλς και άλλων νοσταλγικών μελωδιών της εποχής εκείνης. Ανάμεσα σε αυτές τις μελωδίες ήταν και το “Έχεις Ματάκια” σε μουσική του Αργεντινού μουσικοσυνθέτη Εδουάρδο Μπιάνκο και στίχους του Αιμίλιου Σαββίδη, το οποίο κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.

Ο Εδουάρδο Μπιάνκο άφησε σημαντικό και αμφιλεγόμενο αποτύπωμα στο τανγκό του Μεσοπολέμου. Οι εμφανίσεις του στην Ελλάδα, ήδη από το 1929, αποτελούσαν σημαντικά κοσμικά γεγονότα, συμβάλλοντας στην εξάπλωση του τανγκό σε ολόκληρη τη χώρα. Συνεργάστηκε με εξέχοντες Έλληνες καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Μίμης Τραϊφόρος και ο Μιχάλης Σουγιούλ. Μόλις την προηγούμενη χρονιά, το 1937, η οπερέτα «Αρτζεντίνα», που ανέβηκε στο Κεντρικό Θέατρο της Αθήνας από τους Σακελλάριο και Ευαγγελίδη, περιλάμβανε 22 τραγούδια γραμμένα από τον ίδιο τον Μπιάνκο, όπως αναφέρει η ερευνήτρια Αγγελική Κουφού στη διδακτορική διατριβή της «Η κουλτούρα του ταγκό στην Ελλάδα του μεσοπολέμου (1922–1940): μια μουσικολογική και ανθρωπολογική προσέγγιση». Η σταδιοδρομία του, ωστόσο, είχε και μια σκοτεινή πολιτική διάσταση: το 1931 αφιέρωσε το τανγκό του «Evocación» («Ανάμνηση») στον Μπενίτο Μουσολίνι, ενώ δημοσιευμένες αναφορές τον θέλουν να έχει παίξει για τον Χίτλερ στο Βερολίνο. Η σύνθεσή του «Plegaria» («Προσευχή») έχει επίσης συνδεθεί με αφηγήσεις για το «Τανγκό του Θανάτου» στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αν και η ταύτιση αυτή έχει αμφισβητηθεί από μεταγενέστερες μελέτες. Οι πολιτικές του σχέσεις έριξαν βαριά σκιά στη φήμη του στην πατρίδα του. Όταν επέστρεψε το 1943, η κοινότητα του τανγκό στο Μπουένος Άιρες τού γύρισε σε μεγάλο βαθμό την πλάτη.

Ακολουθώντας αυτές τις μελωδίες πίσω στον τόπο τους, ας κάνουμε μια ακόμη διαδρομή, εκεί από όπου ξεκινήσαμε, στο Μπουένος Άιρες…

Μπουένος Άιρες - Σεπτέμβριος 1938

…Ο ήχος του μπαντονεόν ακουγόταν ως το διπλανό φωτισμένο στενάκι, πλεγμένος με αυτόν του βιολιού και των χειροκροτημάτων που ξεσπούσαν πότε πότε. Ένα αδέσποτο σκυλί σήκωσε το κεφάλι του και αλύχτησε σαν να ακολουθούσε τη μελωδία. Μέσα στο εστιατόριο “Μία Γωνιά της Μεντόζα”, πέντε ζευγάρια βρίσκονταν πάνω στην πίστα, ακολουθώντας το ένα το άλλο κυκλικά. Οι κυρίες φορούσαν κομψά φορέματα σε διάφορα χρώματα. Μία είχε ένα μπλε με άνθη μέχρι τους αστραγάλους. Μία άλλη κοπέλα που ήταν και δεν ήταν είκοσι χρονών, με μεγάλα μάτια και ένα τριαντάφυλλο καρφιτσωμένο στα μαύρα της μαλλιά, φορούσε ένα βαθύ κόκκινο, κομμένο λοξά. Μία τρίτη, μεγαλύτερης ηλικίας, περνούσε κάτω από το φως και το ασημοπράσινο φόρεμά της έπαιρνε αποχρώσεις του λαδιού.

Οι κύριοι ήταν αντίστοιχα περιποιημένοι. Ένας σαραντάρης, που μόλις έκανε μια περιστροφή σαν να βίδωνε το πόδι του στην πίστα, φορούσε ανθρακί σταυρωτό κουστούμι που ήταν της μόδας. Η παρτενέρ του με το μπλε φόρεμα ακολουθούσε την περιστροφή κάνοντας μικρά βήματα γύρω του. Όταν σταμάτησαν, χαίδεψε δραματικά με τη μύτη του παπουτσιού της το απλωμένο μπροστά πόδι του. Ο νεαρός παρτενέρ της κοπέλας στα κόκκινα είχε ένα σκούρο μπλε κουστούμι με λευκή ρίγα, και ένα χρωματιστό μαντίλι στην τσέπη του στήθους, μικρή επίδειξη της αυτοπεποίθησης ενός δανδή. Η κοπέλα με την οποία χόρευε είχε γαντζώσει περίτεχνα το πόδι της γύρω από τη μέση του, αφού διέγραψε παιχνιδιάρικα με τη μύτη του παπουτσιού της ένα μικρό τόξο στο πάτωμα. Και ένας τρίτος, γύρω στα εξήντα, φορούσε καφέ κουστούμι και γιλέκο, από μια κουμπότρυπα του οποίου κρεμόταν η αλυσίδα ενός ρολογιού που τελείωνε στην τσέπη του. Με τη σιγουριά που του έδινε η εμπειρία δεκαετιών, περπατούσε στο ρυθμό του ταγκό που έπαιζε εκείνη τη στιγμή κρατώντας αγκαλιά την κυρία με το πράσινο φόρεμα. Εκείνη είχε κλειστά τα μάτια και το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο του. Όλα τα ζευγάρια χόρευαν σαν να υπήρχε μεταξύ των παρτενέρ ένας αόρατος άξονας, που τους κρατούσε ενωμένους, σαν ένα σώμα και μια ψυχή. Προχωρούσαν αντιωρολογιακά στην πίστα, κυκλικά και χωρίς να κόβουν δρόμο μέσα από το κέντρο, τηρώντας την άγραφη συμφωνία του τανγκό.

Εικόνα2αγρβαρυβρυβαυρ.png

Στην άκρη της πίστας, σε ένα υπερυψωμένο βάθρο, η ορχήστρα με το όνομα “Οι Μεντοσίνος” έκλεινε με το τρίτο κομμάτι της τάντας. Η τάντα είναι μια σειρά από τρία ή τέσσερα μουσικά κομμάτια τα οποία έχουν παρόμοιο μουσικό χαρακτήρα, προέρχονται από την ίδια εποχή και ανήκουν στο ίδιο είδος, τανγκό, βαλς ή πιο γρήγορη και παιχνιδιάρικη μιλόνγκα. Η κοινωνική σύμβαση επιτάσσει να χορεύεται ολόκληρη η τάντα με τον ίδιο παρτενέρ. Και ανάμεσα στις τάντες, υπάρχει ένα σύντομο μουσικό απόσπασμα που ονομάζεται κορτίνα (κουρτίνα).

Μπροστά στην ορχήστρα δέσποζε η μεγάλη φιγούρα του διάσημου συνθέτη και διευθυντή Φραντσίσκο Λάουρο. Ήταν γεννημένος το 1897 στο Μόλα ντι Μπάρι της Απουλίας και το παρατσούκλι του ήταν “Τάνο”, συντόμευση του “Ναπολιτάνο”, όπως αποκαλούσαν στην Αργεντινή γενικότερα τους Ιταλούς. Μάλιστα δεν ήταν μόνο γνωστός για τα κομμάτια που συνέθεσε, όπως τα “Μητέρα μην κλαις”, “Ό,τι δεν ξεχνιέται”, “Εσύ είσαι η ζωή μου” και  “Τσιγγάνικη καρδιά”. Ήταν επίσης γνωστός για το χιούμορ του και τη βαριά ιταλική προφορά του. Η τελευταία πολλές φορές οδηγούσε σε αστεία περιστατικά όπως αυτό που συνέβη μισή ώρα νωρίτερα, όταν ανακοίνωσε το όνομα ενός νέου κομματιού που ήθελε να παίξει με την ορχήστρα του, και τα γέλια του κοινού έκαναν ώρα να καταλαγιάσουν. Το όνομα του κομματιού ήταν “Λα Ετέρνα Έριντα” (Η Αιώνια Πληγή), αλλά αυτό που άκουσε το κοινό ήταν “Λα Τερνερίτα”, που σημαίνει … το μοσχαράκι. Πού να ήξερε τότε πως η προφορά του, που τόσο διασκέδαζε το κοινό, θα χάριζε τελικά στο κομμάτι ένα καινούριο, χαϊδευτικό όνομα: «Λα Τερνερίτα», το οποίο θα επικρατούσε στη θέση του αρχικού τίτλου.

Η επόμενη τάντα άρχισε με το βαλς «Καρδιά αχάριστη», σύνθεση του Λάουρο. Καινούρια ζευγάρια σχηματίστηκαν στην πίστα. Ο τραγουδιστής της ορχήστρας απευθυνόταν στο πλήθος με στόμφο και λυπημένη φωνή.

La nube del pesar — Το σύννεφο της θλίψης

Atravesó mi corazón, — διαπέρασε την καρδιά μου,

Y no puedo luchar — κι ούτε τη δύναμη έχω

Para arrancar este crespón. — τούτο το πένθιμο πέπλο να σκίσω.

Κάπου στην άκρη της ορχήστρας, ένας άσημος ακόμη Άστορ Πιατσόλα βρισκόταν στην ορχήστρα του Λάουρο παίζοντας το μπαντονεόν, το οποίο είναι ένα όργανο συγγενικό με το ακορντεόν που έχει φυσούνα και κουμπιά από τις δύο πλευρές. Ο Πιατσόλα γεννήθηκε στην Αργεντινή και είχε πατρικές ρίζες στο Τράνι της Απουλίας. Έκανε τα πρώτα του βήματα στις ορχήστρες του Μπουένος Άιρες και δεκαετίες αργότερα έγινε ο κορυφαίος μπαντονεονίστας και συνθέτης τανγκό της Αργεντινής, ενσωματώνοντας στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής.

Άλλα διάσημα ονόματα του τανγκό, όπως οι πιανίστες Ντε Αντζέλις και Μπερνάρντο Μπλας, έκαναν μικρότερα ή μεγαλύτερα περάσματα από τους Μεντοσίνος του Λάουρο. Μάλιστα το όνομα Μεντοσίνος, που προήλθε από το όνομα του εστιατορίου αντί για την πόλη Μεντόζα της Αργεντινής, ήταν τόσο επιτυχημένο, που δημιούργησε παρακλάδια, όπως “Οι πρώην Μεντοσίνος” και “Οι αυθεντικοί Μεντοσίνος”.

Oh, corazón ingrato, — Ω, αχάριστη καρδιά,
Siempre que miro — κάθε φορά που κοιτάζω
Tu estampa en el retrato, — τη μορφή σου στη φωτογραφία,
Cuánto suspiro… — πόσο αναστενάζω…

Βλέποντας τα ακριβά φορέματα και τα γεμάτα τραπέζια, δεν θα μπορούσε κάποιος εύκολα να συμπεράνει ότι το τανγκό γεννήθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα στα καταγώγια και τα λιμάνια του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο και αγκαλιάστηκε αργότερα από την υψηλή κοινωνία στο πέρασμα των δεκαετιών. Επειδή οι χορευτικές κοινωνικές δεξιώσεις, που ονομάζονταν Μιλόνγκες, ήταν ευκαιρία για να προξενευτούν οι κοπέλες της εποχής, οι άνδρες έδιναν μεγάλη σημασία στο να χορέψουν όσο καλύτερα μπορούσαν, για να εντυπωσιάσουν την καλή τους. Μάλιστα επειδή οι άνδρες στις κοινότητες των μεταναστών ήταν πολυάριθμοι σε σχέση με τις γυναίκες, ενώ παράλληλα οι ευυπόληπτες γυναίκες της καλής κοινωνίας δεν σύχναζαν στα ίδια μέρη με τους άνδρες για να κάνουν πρακτική στις φιγούρες τους, δεν ήταν ασύνηθες οι άνδρες να χορεύουν μεταξύ τους, μέχρι να τελειοποιήσουν τα βήματα που θα χρησιμοποιούσαν για την επόμενη ευκαιρία να εντυπωσιάσουν μια γυναίκα.

Στην πίστα η νεαρή κοπέλα με το κόκκινο φόρεμα χόρευε χαμογελαστά το βαλς, σε κλειστή αγκαλιά με έναν καλοντυμένο άνδρα, που είχε τα διπλάσιά της χρόνια και ένα ακριβό χρυσό δαχτυλίδι με σφραγίδα στο μικρό δάχτυλο του χεριού του. Ο προηγούμενος νεαρός παρτενέρ της, καθισμένος σε ένα τραπέζι, έριχνε ζηλόφθονες ματιές προς το μέρος τους.

Mas leo la falsía — Μα διαβάζω το ψέμα

De tu dedicatoria, — στην αφιέρωσή σου,

Y viene a mi memoria — και ξανάρχεται στη μνήμη μου

Esa vulgar historia — εκείνη η χιλιοειπωμένη ιστορία

De tu falsedad. — της δικής σου ψευτιάς.

Ο Φραντσίσκο Λάουρο παρατήρησε τις ζηλόφθονες ματιές από το βάθρο της ορχήστρας και χαμογέλασε. Για ακόμη μια φορά, οι στίχοι του τραγουδιού που συνέθεσε είχαν αποκτήσει προσωπικό νόημα για κάποιον μέσα στην αίθουσα.

Μένει μια τελευταία διαδρομή, αυτή τη φορά στο Ντάραμ της Αγγλίας.

Ντάραμ - Σεπτέμβριος 2026

  • Πολύ ωραία. Να θυμάσαι, η σύνδεση μεταξύ των παρτενέρ είναι το πιο σημαντικό πράγμα στο τανγκό. Muy importante, είπε στα ισπανικά η Λουζ Μπουράττι, με τη στωική υπομονή και τη γλυκιά, καθησυχαστική φωνή που τη χαρακτηρίζει. Δισέγγονη του Φραντσίσκο Λάουρο, από την πλευρά της μητέρας της, είναι η ίδια δασκάλα τανγκό μεταδίδοντας μέσω της σχολής της στην Αγγλία την αγάπη της για το χορό, την κουλτούρα, και την ιστορία της πατρίδας της. Στις συζητήσεις μας, μου μίλησε για τον προπάππου της και μοιράστηκε μαζί μου περιστατικά όπως η ιστορία με «το μοσχαράκι», που της είχε διηγηθεί η μητέρα της.
  • Δηλαδή; Δεν το έκανα καλά; Παρόλο που είχα κάνει αρκετά ιδιαίτερα μαθήματα στη σχολή της, ένιωθα ακόμη σαν ένα μωράκι που κάνει τα πρώτα του βήματα.
  • Καλά το έκανες, είπε χαμογελαστά. Αλλά. Κράτα τον κορμό σου στραμμένο προς την παρτενέρ σου, ακόμη και όταν τα πόδια σου βαδίζουν σε άλλη κατεύθυνση. Αποσυσχετισμός. Dissociation. Πάμε ξανά, είπε.
  • Πάμε, είπα κι εγώ, την ίδια στιγμή που μου ήρθαν στο μυαλό τα λόγια από τη σκηνή της ταινίας “Άρωμα Γυναίκας”, όπου ο Αλ Πατσίνο εξηγεί στη δεσποινίδα με την οποία θέλει να χορέψει τανγκό, παρότι τυφλός: “Δεν υπάρχουν λάθη στο τανγκό, αγαπητή, όχι όπως στη ζωή. Είναι απλό. Αυτό είναι που κάνει το τανγκό τόσο υπέροχο. Αν κάνεις κάποιο λάθος και μπερδευτείς, απλώς συνέχισε να χορεύεις”.

Συνεχίζεται…