Ο αριθμός των Ελλήνων στις Η.Π.Α. από τους ηγέτες της ελληνοαμερικανικής κοινότητας. Η καλύτερη όμως πηγή πληροφοριών για τον αριθμό των ελληνοαμερικανών είναι η απογραφή. Έτσι κατά την απογραφή του 1990 οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν να καταθέσουν και την εθνική καταγωγή τους. Περίπου 600.000 δήλωσαν ότι είναι αμιγώς ελληνικής καταγωγής, ενώ περίπου 350.000 δήλωσαν ότι είχαν κάποια ελληνική ρίζα. Συνεπώς, περίου 1.000. 000 άτομα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ελληνοαμερικανοί με την ευρύτερη έννοια της εθνικής καταγωγής.Το πρώτο μέλημα των Ελλήνων μεταναστών μετά την εγκατάσταση τους σε κάποια περιοχή, που να ιδρύσουν τη δική τους ελληνορθόδοξη εκκλησία. Η εκκλησία ήταν για αυτούς, τα πρώτα δύσκολα χρόνια, τόπος συνάντησης, γνωριμίας και πολλές φορές τόπος καταφυγής. Δεν ήταν εύκολα χρόνια για τους πρώτους μετανάστες, είχαν να αντιμετωπίσουν πολλές δυσκολίες, η εκκλησία ήταν το μοναδικό τους στήριγμα.
Οι πρώτες εκκλησιαστικές ενορίες ιδρύθηκαν στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο και στη Βοστώνη. Μέχρι το 1916 υπήρχαν περίπου 60 ελληνικές εκκλησίες, ενώ το 1930 είχαν φτάσει τις 200. Από το 1931 οι ελληνορθόδοξες ενορίες πέρασαν στην διοικητική αλλά και πνευματική αρμοδιότητα του Οικονομικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Η εκκλησία στην Αμερική δεν είναι εθνική εκκλησία όπου όλοι οι ορθόδοξοι απαρτίζουν το μεγάλος μέρος του πληθυσμού. Ούτε είναι πια μια εκκλησία μεταναστών, της οποίας τα μέλη γεννήθηκαν στην παλιά πατρίδα, αντίθετα η εκκλησία εξελίσσεαται σε γηγενές αμερικανικό δόγμα, της οποίας το μέλλον περιορίζεται μόνο από το βαθμό οράματος του ποιμνίου της. Τη δεκαετία του 1950, οι Έλληνες ορθόδοξοι αγωνίζονταν και αγωνιούσαν για τα θέματα που αφορούσαν στο τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός. Το 2000 ένοιωθαν άνετα Αμερικανοί, και τώρα αγωνιούν για ένα άλλο ζήτημα, τι σημαίναι να είσαι ελληνορθόδοξος.
Η ελληνική οικογένεια των μεταστών στην Αμερική, δεν κατάφερε να αντιγράψψει την οικογενειακή δομή της πατρίας, κανείς όμως δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν το επιχείρησε. Οι αφομοιωτικές όμως δυνάμεις πάντοτε ενεργούσαν και θα ενεργούν. Αν και οι περισσότεροι Ελληνοαμερικανοί της δεύτερης γενιάς ήξεραν ελληνικά και μπορούσαν και να μιλήσουν αρκετά καλά, τα αγγλικά έγιναν η γλώσσα χρήσης των Ελλήνων που γεννήθηκαν στην Αμερική, και μέσα στο σπίτι αλλά και εκτός σπιτού. Πολλά έχουν αλλάξει, μερικά όμως συνεχίζονται σταθερά, όπως για παράδειγμα η εξοικείωση με την ελληνική κουζίνα και η προτίμηση για τους ελληνικούς χορούς που έχουν περάσει και στην τρίτη και τέταρτη γενιά.
Προσπάθειες να αναστραφούν τα παιδιά τους όπως αν θα ζούσαν στην Ελλάδα, κατέβαλαν περισσότερο τα μέλη της μεσαίας τάξης.
Οι διεργασίες μεταξύ εθνικότητας, τάξης και οικογενειακών δομών είναι περίπλοκες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει γενική ομοφωνία για το γεγονός όπου, εκείνοι οι ματανάστες γονείς οι οποίοι επέδειξαν πιο ανοιχτή στάση στις αμερικανικές επιρροές, κατάφεραν με μεγαλύτερη επιτυχία να περάσουν στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας στα παιδιά τους από ό,τι οι γονείς που επιχείρησαν να αντισταθούν σε κάθετι αμερικάνικο.
Από τη δεκαετια του 1960 οι Έλληνες που γεννήθηκαν στις Η.Π..Α έχουν αποτελέσει μια εθνική ομάδα ανέλιξης, με επίπεδα μόρφωσης και οικονομικής ευρωστίας, που ξεπερνούν και τους Αμερικανούς με καταγωγή από τη Βόρεια Ευρώπη.
Οι ελληνοαμερικάνοι διακρίνονται πλέον στον επιχειρηματικό κόσμο, καθώς και στις επιστήμες και τις τέχνες. Ίσως η πιο ορατή παρουσία τους να είναι στον κόσμο της πολιτικης.
Συνεχίζεται
Βιβλιογραφία: Άτλας της Ελληνικής Διασποράς
Εκδόσεις Αλέξανδρος



