Θα πάω εκεί στην Αραπιά, γιατί μ’ έχουν μιλήσει για μια μεγάλη μάγισσα τα μάγια να μου λύσει.
Και θα της πω τα βάσανα αυτά πόχω τραβήξει
και τα σημάδια της τρελής σε μια φωτιά να ρίξει.
Ν’ ανάψουνε και να καούν όπως έκαψαν κι εμένα
τα μάγια να την πιάσουνε να σέρνεται στα ξένα.
(του Βασίλη Τσιτσάνη)
Η Αφρική συνδέθηκε νωρίς με τον ελληνισμό.
Κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Έλληνες κυριαρχούσαν σε μεγάλο τμήμα του Βορρά της. Η σύγχρονη ελληνική όμως παρουσία, είναι αποτέλεσμα της μεταναστευτικής κίνησης των πρόσφατων αιώνων. Έλληνες συναντούμε σε πολλές χώρες της Αφρικής, τους περισσότερους θα τους βρούμε στην Νότια Αφρική την Αίγυπτο, Ζιμπάμουε κ.α.
Οι Έλληνες της Αιγύπτου
Η Αίγυπτος, η αγαπημένη Μισιρλού των Ελλήνων αποτελεί κεφάλαιο κορυφαίο των θρύλων και της ιστορίας του ελληνισμού. Είναι ο τόπος, όπου βρίσκεται το κτίσμα και το σώμα του Αλέξανδρου, η χώρα της πολυμήχανης και τραγικής Κλεοπάτρας, του Ευκλείδη και της Υπατίας, η έδρα του αρχαιότερου Ορθόδοξου Πατριαρχείου, η χώρα των εθνικών ευεργετών και του Καβάφη. Η παρουσία των Ελλήνων στην Αίγυπτο χάνεται στα βάθη των αιώνων. Το μαρτυρούν τα ευρήματα στους τάφους της 12ης (1991-1789 π.Χ.) της 13ης Δυναστείας (1786-1633 π.Χ.) και οι μισοσβησμένες τοιχογραφίες στους τάφους της 18ης Δυναστείας (1567-1320 π.Χ.), που παριστάνουν τους Κεφιού (Κρήτες) να μεταφέρουν προϊόντα της κρητικής γης.
Το 332 π.Χ., ο νεαρός βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος εισήλθε στην Αίγυπτο νικητής των Περσών, που την κατείχαν, στον δρόμο για το περίφημο μαντείο του Άμμωνα στην όαση της Σίβας, ο Αλέξανδρος επέλεξε το ασήμαντο ψαροχώρι Ρακώτις, στο δυτικό άκρο του δέλτα του Νείλου, ως την πλέον κατάλληλη τοποθεσία για την οικοδόμηση της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας του. Η επιλογή του μεγάλου στρατηλάτη αποδείχτηκε πέρα από κάθε προσδοκία επιτυχής, επί 1.000 σχεδόν χρόνια, η Αλεξάνδρεια υπήρξε η αυτοκράτειρα της Μεσογείου, ανθηρή μητρόπολη και ισχυρό πολιτικό κέντρο, η πόλη που για πολλούς αιώνες σκόρπιζε στον κόσμο τη λάμψη ενός μεγάλου και εκλεπτυσμένου πολιτισμού. Ευτύχησε να είναι η κληρονόμος των πνευματικών και των καλλιτεχνικών θυσαυρών, τόσο του ελληνικού όσο και του πανάρχαιου φαραωνικού πολιτισμού, αλλά και του πολιτισμού της Ανατολής. Οι δύο βιβλιοθήκες, η μικρή και η μεγάλη, που δημιούργησαν οι πρώτοι Πτολεμαίοι, έγιναν το κέντρο συνάντησης των σοφών, ο χώρος όπου δημιουργήθηκαν πολλά από τα σημαντικά πνευματικά επιτεύγματα της ανθρωπότητας.
Το 641 μ.Χ. οι Άραβες κατακτητές της Αιγύπτου ίδρυσαν νέα πρωτεύουσα, η Αλεξάνδρεια εγκαταλείφθηκε και σιγά σιγά κατέληξε σε μια μικρή κωμόπολη γεμάτη ερείπια. Οι ελάχιστοι πλέον Έλληνες μαζί με άλλους ορθόδοξους χριστιανούς συσπειρώθηκαν γύρω από το Πατριαρχείο, το οποίο υφίστατο ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Η Ιερατική σχολή, που ίδρυσε στην Αλεξάνδρεια ο Πατριάρχης Μελέτιος Πηγάς (1590-1601) αποτέλεσε το φυτώριο της νέας αναγέννησης. Κατά τη δάρκεια της γαλλικής κατοχής (1798-1801) έφτασαν στη χώρα αρκετοί Έλληνες. Η ατέλεια, που χορηγήθηκε στα ελληνικά καράβια, αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για πολλούς Έλληνες εμπόρους, που άρχισαν να καταφτάνουν στα λιμάνια της Αιγύπτου. Στα 1815 άρχισαν να καταφτάνουν στην Αλεξάνδρεια καράβια με μετανάστες Έλληνες. Από τους πρώτους, που κατέφτασαν και γρήγορα ξεχώρισαν ήταν οι παλιοί γνώριμοι του Μωχάμεντ Αλί, Μιχαήλ Τοσίτσας, Ιωάννης Δ. Αναστάσης και Αθανάσιος Καζούλης, οι οποίοι κατάφεραν πολύ γρήγορα να πλουτίσουν, κύρια πηγή πλουτισμού το εμπόριο. Η μικρή ελληνική παροικία των μόλις 3.000 μελών το 1817 και των 8.000 μελών του 1830 εκτινάχθηκε στα 40.000 μέλη το 1865. Το 1833, ο βασιλιάς Όθωνας διόρισε πρώτο πρόξενο της Ελλάδας στην Αίγυπτο τον Μ. Τοσίτσα, το 1840, λειτούργησε στην Αλεξάνδρεια το ελληνικό νοσοκομείο, με προσφορά του Θεόδωρου Τοσίτσα και το 1843, ιδρύθηκε η πρώτη ελληνική κοινότητα, γεγονός που αποτελεί σταθμό στην ιστορία της αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Με την ανάπτυξη της γεωργίας επί βασιλείας Σάιντ (1854-1863) και την αποτελεσματική εκμετάλλευση της καλλιέργειας του μοναδικού σε ποιότητα αιγυπτιακού βαμβακιού, το ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο άρπαξε την ευκαιρία και εξασφάλισε μια νέα πηγή πλουτισμού. Κατά την κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ (1859-1869) συμμετείχε μεγάλος αριθμός Ελλήνων τεχνιτών και εργατών, είναι τα χρόνια, που στην περιοχή αυτή συγκεντρώθηκαν πολλοί Έλληνες, κυρίως Δωδεκανήσιοι, και ειδικά Κάσιοι, οι οποίοι ίδρυσαν τις ανθηρές παροικίες των παρίσθμιων πόλεων του Πόρτ Σάιντ, της Ισμαηλίας και του Σουέζ. Ο εξευρωπαϊστής Ισμαήλ οδήγησε τη χώρα ύστερα από ένα φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό αλλά αποτυχημένο πρόγραμμα, στη χρεοκοπία και στην επιβολή του ξένου οικονομικού ελέγχου το 1882 διαδραματίστηκαν σοβαρά επεισόδια στα μεγάλα αστικά κέντρα με πολλούς νεκρούς. Η παρέμβαση των Άγγλων αντι να απαλλάξει τη χώρα από την κηδεμονία της Αγγλίας της Γαλλίας και της Υψηλής Πύλης, εδραίωσε την εξάρτηση της από τους ξένους και πρωτίστως, από τους Άγγλους. Οι Άγγλοι, στα πρώτα χρόνια τουλάχιστον αντιστρατεύτηκαν τα ελληνικά συμφέροντα στην Αίγυπτο. Οι νέες συνθήκες όμως που διαμορφώθηκαν, έδωσαν τη δυνατότητα σε νέα ονόματα, αγγλικής επιρροής, να εκτιναχθούν στον οικονομικό χώρο (Χωρέμης, Μπενάκης, Σαλβαγος, Τσανακλής κ.α.) είναι ακόμη η εποχή ανόδου του Γ. Αβέρωφ, του κατεξοχήν εθνικού ευεργέτη. Καθώς, όμως, η ελληνική κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη ενίσχυσε με πλοία την επίθεση των Άγγλων το 1882, και η θέση των οικονομικά ισχυρών Ελλήνων ήταν αγγλόφιλη, αναπτύχθηκε έντονο ανθελληνικό κλίμα στις λαϊκές τάξεις των Αιγυπτίων.
συνεχίζεται
Βιβλιογραφία: Ατλας της Ελληνικής Διασποράς
Εκδόσεις: Αλέξανδρος
Μωχαμεντ Άλι: Αλβανικής καταγωγής, γεννημένος
στην Καβάλα το 1769, ανήλθε στη θέση του πασά
της Αιγύπτου το 1805.



