Κατά τον 20ο αιώνα η ελληνική παρουσία αυξάνεται συνεχώς, το 1913 στην Αλεξάνδρεια από τις 100.000 των ευρωπαίων οι περισσότεροι ήταν Έλληνες, ενώ στο Κάιρο των 650.000 κατοίκων ζούσαν 35.000 Έλληνες.Η ανθηρή παροικία, πρόθυμα πάντα πρόσφερε στην πατρίδα, στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο, τον Ελληνοτουρκικό, η ανταπόκριση υπήρξε άμεση και δναμική, 13.000 άντρες εγκατέλειψαν τη χώρα και μετέβησαν στο μέτωπο, επίσης συγκεντρώθηκαν τεράστια χρηματικά ποσά και είδη ανεφοδιασμού. Ο εθνικός όμως διχασμός του 1915 έφτασε και στην Αίγυπτο, με την πλειοψηφία των Ελλήνων να τάσεται στο πλευρό της “Εθνικής Άμυνας”.
Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε μεγάλες ανακατατάξεις στο χώρο της Μέσης Ανατολής, καθώς νέα αραβικά κράτη, δημιουργήματα της αγγλικής πολιτικής εμφανίζονται στο προσκήνιο. Οι Άγγλοι, κάτω από την πίεση της έντονης λαϊκής αντίδρασης, αναγκάστηκαν να ανακηρύξουν την Αίγυπτο ανεξάρτητο Βασίλειο. Την ίδια χρονιά, στην Ελλάδα ο λαός της βίωνε τη μεγάλη του τραγωδία. Η Μικρασιατική Καταστροφή και η μοναδική σε μέγεθος αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών οδήγησαν πολλούς πρόσφυγες στην Αίγυπτο. Η δεκαετία του 1920 ήταν περίοδος συνεχούς ανόδου της Ελληνικής παροικίας, ωστόσο το αίσθημα αβεβαιότητας για το μέλλον γινόταν όλο και πιο έντονο.
Το 1930, ο αριθμός των Ελλήνων έφτασε τις 150.000 περίπου, οι 27 κοινότητες, τα 42 κοινοτικά σχολεία με τους 900 μαθητές, οι 3 νυχτερινές σχολές με τους 1.150 μαθητές, τα 25 λύκεια με τους 3.000 μαθητές και οι 40 εκκλησίες διαμόρφωναν μια εικόνα ευρωστίας. Η εδραίωση και η ακμή των ξένων κοινοτήτων άρχισαν να γίνονται όλο και πιο πολύ στόχος της οξύτατης κριτικής του αιγυπτιακού Τύπου, ο οποίος έβλεπε την κατάργηση των προνομίων ως απαραίτητο και ουσιαστικό βήμα για την ολοκλήρωση της εθνικής ανεξαρτησίας.
Το 1952, ο αιγυπτιακός εθνικισμός βρέθηκε στο αποκορύφωμα του, μεγάλες ταραχές συγκλόνιζαν το Κάιρο, ομάδα αξιωματικών πραγματοποίησε στρατιωτικό κίνημα, υποχρεώνοντας τον Βασιλιά Φαρούκ να εγκαταλείψει τη χώρα.
Στις τάξεις της επαναστατικής ηγεσίας επικρατούσαν και τάσεις που απαιτούσαν πλήρη αιγυπτιοποίηση των θεσμών. Αρχηγός αυτής της τάσης ήταν ο συνταγματάρχης Αμπτέλ Νάσσερ, ο οποίος τελικά ανακηρύχθηκε το 1954 νέος πρόεδρος μετά τον παραμερισμό του Ναγκίμπο.
Το περιβάλλον του Νάσσερ αυτοχαρακτηριζόταν ως “αραβικός σοσιαλισμός”, με σύνθημα “Η Αίγυπτος στους Αιγυπτίους”. Η έμφαση στο “αραβικό” δεν ήταν συμβατη με την ύπαρξη και δράση ευρωπαίων στη χώρα. Τα φιλολαϊκά μέτρα έδωσαν στο νέο καθεστώς ισχυρά λαϊκά ερείσματα και έτσι, εδραιώθηκε στην ουσία ο μονοκομματισμός. Εθνικοποίησε την διώρυγα του Σουέζ και υποχρέωσε τους Άγγλους και τους Γάλλους να αποχωρήσουν. Η νέα κατάσταση έθιγε κυρίως τους μικρομεσαίους, υπαλλήλους, μικροεπαγγελματίες, καταστηματάρχες, κ.α., έτσι άρχισε η δημογραφική κάμψη των ελληνικών παροικιών. Οι όποιες προσπάθειες για αποτροπή της διάλυσης της παροικίας απέβησαν άκαρπες. Το 1961, ήταν η χρονιά της μεγαλύτερης διαρροής, με επακόλουθο τη δραματική συρίκνωση και την παρακμή, κατάσταση που επικρατεί μέχρι σήμερα. Σήμερα, οι πιο αισιόδοξοι ανεβάζουν τον αριθμό των Ελλήνων σε 2.500, από τους οποίους όμως ένα ποσοστό μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αίγυπτο.
Από τις 40 κοινότητες που ίδρυσαν οι Έλληνες στην Αίγυπτο, σήμερα υπάρχουν μόνο 5 και από αυτές παρουσιάζουν δράση μόνο οι 2.
Από τα 84 σχολεία με τις χιλιάδες μαθητές, σήμερα λειτουργούν μόνο 4 με περίπου 200 μαθητές, και από τα άλλοτε 100 και πλεόν σωματεία σήμερα δραστηριοποιούνται ελάχιστα στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια.
συνεχίζεται



