Όπως αναφέραμε το μεταναστευτικό ρεύμα προς την τότε Ομοσπονδιακή Δυτική Γερμανία καθορίζονταν από διμερείς συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών: Σύμφωνα με την σύμβαση αυτή (1960), γερμανική επιτροπή εγκαθίσταται στην Ελλάδα και σε συνεργασία με το υπουργείο εργασίας προβαίνει στην επιλογή και τοποθέτηση Ελλήνων εργατών σε εργοστάσια της Γερμανίας. Έτσι η πλειοψηφία των Ελλήνων μεταναστών εργάζονταν στην Γερμανία εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα δελτία εργασίας, επιπλέον με την άφιξη τους όφειλαν να δηλωθούν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους. Ισχυρό κίνητρο για μετανάστευση στη Γερμανία δεν ήταν μόνο η εγγύτητα αλλά η εξασφάλιση συνθηκών εργασίας και σιγουριάς. Άλλο σημαντικό κίνητρο για τους μετανάτες ήταν και ο θεσμός του Έλληνα εργατικού συμβούλου που υπηρετούσε στην Ελληνική Πρεσβεία της Βόννης, και είχε την ευθύνη για την λειτουργία δύ φιλεργατικών υπηρεσιών. Οι υπηρεσίς αυτές ήταν τα εργατικά κλιμάκια και τα Ελληνικά σπίτια. Τα πρώτα συμπαραστεκόταν στους Έλληνες για προβλήματα ασφαλιστικά, εργατικά, δικαστικά κ.α. Τα δε “Σπίτια”, ήταν Κέντρα ψυχαγωγίας και μόρφωσης των Ελλήνων εργατών, βάσει προγραμμάτων του Υπουργείου Εργασίας της Ελλάδας. Σε όλη τη Γερμανία ο αριθμός αυτών των “Σπιτιών” έφτασε τις 13.097.Ο Ελληνικός πληθυσμός της Γερμανίας το 1992 ήταν αριθμητικά τέταρτος μετά τους Τούρκους 1.828.000, τους Γιουγκοσλάβους 948.000 και τους Ιταλούς 557.000, Έλληνες 355.000.
Η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1981 και το δικαιώμα ελεύθερης εγκατάστασης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από 1.1.1988 ώθησε πολλούς Έλληνες σε αναζήτηση εργασίας στη Γερμανία, πολλοί μάλιστα ήταν άτομα που είχαν παλινοστήσει πριν από χρόνια και τώρα επιστρέφουν πάλι στη Γερμανία. Η πρώτη γενιά την Ελλήνων μεταναστών ήταν γενικά ένα σύνολο αγροτών, μικροεπαγγελματιών και κυρίως ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, που από το 1960 και μετά ήταν απαραίτητο για την οικονομική άνθηση της κατεστραμένης Γερμανίας (Δυτικής) τότε. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτών των μεταναστών ήταν η έντονη τάση για αποταμίευση με πολλές στερήσεις, ακόμη και τις επισκέψεις στην Ελλάδα, τα πρώτα χρόνια τις απέφευγαν για λόγους οικονομίας. Αντίθετα, η επόμενη γενιά, άλλαξε ριζικά την συμπεριφορά της, σ’ όλα τα επίπεδα, τώρα ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό Ελλήνων επενδύει τα χρήματά του σε αγορές στη Γερμανία, είτε για μαγαζιά, σπίτια, είτε για οποιαδήποτε επιχείρηση.
Στη στροφή αυτή των Ελλήνων, συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες, οι οποίοι δεν υπήρχαν στην προηγούμενη γενιά. Τα παιδιά των μεταναστών γνωρίζουν τώρα άπταιστα τη γλώσσα, έχουν επαφές με την κοινωνία της χώρας υποδοχής, γνωρίζουν την πολιτική και πολιτιστική της ταυτότητα, η ενσωμάτωση τους στο χώρο που ζουν και εργάζονται είναι τώρα πιο εύκολα. Όλα τα παραπάνω και μαζί με τις αποταμιεύσεις των γονιών, τους επιτρέπουν να σκεφτούν για μια επένδυση ή αγορά στο χώρο που ζούνε από νεαρή ηλικία. Έτσι όπως έγινε και σ’ άλλες χώρες -ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία- παρατηρείται και εδώ μια αύξηση του αριθμού των ελεύθερων επαγγελματιών και μικροεπιχειρηματιών, (ραφεία, συνεργεία, πρατήρια καυσίμων, κυρίως όμως ελληνικά εστιατόρια. Μάλιστα σε κάποιες περιοχές οι έλληνες κατέχουν την πρώτη θέση μεταξύ των ξέων στη γαστρονομία. Στην περιοχή της Φρανκφούρτης, που θεωρείται διεθνές κέντρο γούνας, οι Έλληνες γουνέμποροι και γουνοποιοί αποτελούν ένα σοβαρό και υπολογίσημο οικονομικό λόμπι.
Στο μεγάλο αυτό κύμα φυγής προς τη Γερμανία και Σουηδία και ο νομός Κιλκίς συνέβαλε με τρομακτικά ποσοστά. Ο νομός κυριολεκτικά απογυμνώθηκε από το παραγωγικό του δυναμικό, το 77% των μεταναστών κατάγονται από τα χωριά του νομού και το υπόλοιπο 23% από τις κωμοπόλεις. Το 50% ήταν αγρότες, το 11% εργάτες, άνεργοι, οικιακά, το 63% ήταν παντρεμένοι με παιδιά, τα οποία τις περισσότερες φορές έμενα πίσω με τον παππού και τη γιαγιά, στο χωριό.
συνεχίζεται
Βιβλιογραφία: Άτλας της Ελληνικής Διασποράς. Εκδόσεις “Αλέξανδρος”.



