Ο ΣΩΤΗΡΗΣ: Αγαπούσε πολύ το κρασί, όπως και ο αδερφός του Βαγγέλης, ήταν πάντα υπό την επήρειά του, ενώ έπασχε και από βρογχικό άσθμα με την μεγάλη κοιλιά του να ανεβοκατεβαίνει από το δυσκολανάσεμα. Τα παιδιά όταν τον έβλεπαν τον πείραζαν λέγοντάς τον φωναχτά: …‘’άσθμααα … – …νταλάκιιι’’ και το έβαζαν στα πόδια… (νταλάκι είναι ο πρησμένος σπλήνας).
Όταν ερχόταν στα μεράκια, απάγγελνε το παρακάτω δίστιχο:
Σεβντάς χτυπάει τα μάρμαρα
και πέτρες ξεριζώνει
Και τον Σωτήρη τον Τσινάρ’
στη γης τον παραχώνει
Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Για τον Βαγγέλη Τσινάρη ο Νίκος Αγγελίδης έλεγε: Όταν επί Κατοχής οι Βούλγαροι τον πρότειναν να γραφτεί στην Λέσχη τους, ως προερχόμενος από τα μέρη της Βουλγαρίας και να βγάλει βουλγαρική ταυτότητα, με αντάλλαγμα την παροχή συσσιτίου, ο Βαγγέλης τους έδιωξε με τρόπο σκαιό και χυδαίες εκφράσεις, παρότι περνούσε την χειρότερη πείνα της ζωής του!
Ο Δημ. Νικοπολιτίδης αναφέρει, ότι την ίδια περίοδο ο Βαγγέλης μια ημέρα κάθισε με έναν Γερμανό σ’ ένα καφενείο και ήπιαν ούζο.
Όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού, ο Γερμανός ρωτάει τον καφετζή:
‘’Βίφιλ ντράχμε, καμαράτ’’;
Και ο Βαγγέλης μια ζωή ‘’άφραγκος’’, χωρίς να χάσει καιρό, με άνεση έκανε τον ‘’χουβαρντά’’:
‘’Μίφιλ – μπίφιλ, καμαράτ, όλα θ’κά μ’ είνι… (δηλ. όλα εγώ θα τα πληρώσω).
Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ο Απ – λάπης: Για τους Γερμανούς ο Βαγγέλης Τσινάρης έλεγε:
Οι Γερμανοί ήρταν …απ κι έφυγαν …λαπ… απ – λαπ και επαναλάμβανε απ – λαπ, απ – λαπ.
Όταν κάποιο πειραχτήρι τον αντιλαμβάνονταν από μακριά του ξεφώνιζε στεντόρια … Άααπ… και εισέπραττε οργισμένα από τον Βαγγέλη λάαπ… Λέγε – λέγε απ – λαπ, απ – λαπ, ο Τσινάρης απέκτησε το παρατσούκλι Απλάπ, Βαγγέλης ο Απλάπ’ς, που συν τω χρόνω επεκτάθηκε για κάθε ανοητεύοντα, φλυαρούντα και ατημέλητο, μειωτικά ως ο απλάπης!…
Το φαινόμενο των άναρθρων κραυγών του Βαγγέλη Τσινάρη πλουτίσθηκε, όπως ενθυμούμαι εγώ επί των ημερών μας και με την ακατανόητη κραυγή του άου… για να τον αντιφωνήσει κάποιος ‘’γαβριάς’’ εκ του αφανούς …αμνάου! Οπότε ακουγόταν εξαγριωμένος, πάντα κάτω από την μόνιμη ήπια μέθη, ο Βαγγέλης … θα σι’ φάου… (θα σε φάγω!) και με την επαναλαμβανόμενες κραυγές στο μεσόστρατο, … άου, …αμνάου, …θα σι’ φάου…, κατέληγε η κόντρα στην προσφιλή στενημαχίτικη βρισιά του Βαγγέλη… Την μανίτσσκα σ’…
Κιλκίς Νοέμβριος 2016 Α.Α.
Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016 20:40
Οι Τσινάρηδες
Του Αναστάσιου Αμανατίδη
Ήταν τρία αδέρφια. Αλλά πιο γνωστοί ήταν οι δύο μικρότεροι, ο Σωτήρης και ο Βαγγέλης. Ήταν από τους άκακους και αγαπητούς γειτόνους, όπως καλοί και χωρίς να δημιουργούν προβλήματα, ήταν γενικά οι Στενιμαχιώτες…