espa pkm

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2026, 4:45:01 μμ
Τρίτη, 16 Μαρτίου 2021 21:24

Πανδημικά (ψευτο)διλήμματα

Γράφει ο Χρήστος Σπίγκος.
Η πανδημία, πλην των άλλων, δημιούργησε αρκετά διλήμματα και λογικά αδιέξοδα.
Ο λόγος για την Βουλή και τις διαδηλώσεις.
Επάναγκες είναι να μην ανασταλεί η λειτουργία του νομοθετικού έργου, όπως εξίσου αυτονόητο είναι η εφαρμογή του Συντάγματος.
Πολύ μελάνι αναλώθηκε από τους αλληλοκατηγορούμενους συν(αντι)πολιτευόμενους κονδυλοφόρους, ουσιαστικά, με την ερμηνεία του άρθρου 11 του Συντάγματος.
Η πρώτη παράγραφος του εν λόγω άρθρου κατοχυρώνει το δικαίωμα του ειρηνικού συνέρχεσθαι χωρίς όπλα. Και η δεύτερη παράγραφος δίνει το δικαίωμα στην Πολιτεία να απαγορεύσει τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, «αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν  απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως ο νόμος ορίζει».
Επειδή θεωρώ ότι το Σύνταγμα δεν γράφεται μόνο για συνταγματολόγους, θα επιχειρήσω να καταθέσω και τον δικό μου προβληματισμό.
Όπως είναι φυσικό, χώρο για παρερμηνείες και ενστάσεις προσφέρει η δεύτερη παράγραφος,  που περιορίζει το δικαίωμα που δίνει η πρώτη.
Μια δημόσια συνάθροιση προκύπτει από πολλές αιτίες. 
Το πρόβλημα έγκειται, όταν η γενεσιουργός αιτία είναι η διαμαρτυρία, με σκοπό να αποφευχθεί η μετατροπή κάποιου νομοσχεδίου (Ν/Σ) σε νόμο.
Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται το διλημματικό πρόβλημα.
Από τη μια πλευρά η Βουλή δεν πρέπει να αναστείλει τη λειτουργία της, και από την άλλη πρέπει να αποφευχθεί ο κίνδυνος εξάπλωσης του ιού εξαιτίας μιας πιθανής διαδήλωσης διαμαρτυρίας.
Σε μια λειτουργούσα Βουλή Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση έχουν τα ίδια δικαιώματα, η πρώτη να υπερασπίζεται νομοσχέδια και η δεύτερη να ενίσταται αν υπάρχει λόγος.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι, στις πλείστες των περιπτώσεων το περιεχόμενο του κάθε συζητούμενου Ν/Σ, την ευθύνη του οποίου έχει αποκλειστικά η Κυβέρνηση, προκαθορίζει τον βαθμό εναντίωσης της Αντιπολίτευσης και την ένταση του κοινοβουλευτικού διαλόγου. Μοιραία, το εντός Κοινοβουλίου φορτισμένο κλίμα μεταφέρεται στους ενδιαφερόμενους πολίτες με φυσική συνέπεια τη μαζική διαμαρτυρία, μια έκφραση της οποίας είναι η δημόσια συνάθροιση.
Άρα, όταν η Κυβέρνηση κατηγορεί την Αντιπολίτευση για ανεύθυνο υποκινητή επικίνδυνων, λόγω πανδημίας, διαδηλώσεων προφανώς εννοεί ότι ο αντιπολιτευόμενος λόγος θα πρέπει να είναι αναντίστοιχα υποτονικός προς την ένταση που τυχόν παράγουν  οι προτεινόμενες κυβερνητικές νομοθετικές ρυθμίσεις.
Κάτι όμως που ακυρώνει την ισοτιμία του κοινοβουλευτικού λόγου, και νοθεύει τη λαϊκή εντολή.
Αλλά κι αν αυτό συμβεί, ποιος νοήμων πιστεύει ότι οι πολίτες, που θεωρούν ότι καθ' οιονδήποτε τρόπο βλάπτονται από το προς ψήφιση Ν/Σ, δεν θα θελήσουν να διαδηλώσουν δημόσια την αντίθεσή τους;
Και τότε, ενεργοποιείται, στις σημερινές συνθήκες, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 11  του Συντάγματος με απρόβλεπτες συνέπειες. 
Κοντολογίς μια διαδήλωση δεν χρειάζεται αναγκαστικά υποκινητή ένα αντιπολιτευόμενο Κόμμα. 
Τις περισσότερες φορές υπεύθυνες είναι οι άκαιρες κυβερνητικές επιλογές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η βιασύνη να φέρει η Κυβέρνηση εν μέσω πανδημίας προς ψήφιση το 
Ν/Σ, που θεσπίζει την παρουσία της Αστυνομίας μέσα στα ΑΕΙ.
Τέλος, πρέπει όλοι να συμβιβαστούμε με την πραγματικότητα που θέλει τα Κόμματα, καλώς ή κακώς, να είναι ανίσχυρα να κινητοποιήσουν μεγάλο πλήθος πολιτών για δικό τους κομματικό όφελος.
Που σημαίνει ότι, οι εκάστοτε κυβερνώντες θα πρέπει να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν την κοινωνία ως σύνολο περιέχον και αυτεξούσια αυτόβουλα όντα, που ενεργοποιούνται,  και ενίοτε ριζοσπαστικοποιούνται, όταν, δικαίως ή αδίκως, αισθάνονται τον βαρύ πέλεκυ της εξουσίας να πίπτει επί των κεφαλών τους.