Τρίτη, 28 Μαΐου 2024, 5:08:19 μμ
Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2022 18:03

Περί του παραδοσιακού ξυρίσματος (μέρος Ι)

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.

Μια ωραία πρωτοβουλία των κουρέων - κομμωτών ν. Κιλκίς εν όψει των εορτών να παρέχουν δωρεάν περιποίηση σε συμπολίτες μας που δεν έχουν οικονομική δυνατότητα στάθηκε αφορμή να γράφω για μια από τις υπηρεσίες που παρείχαν οι παλιοί συνάδελφοι τους, οι μπαρμπέρηδες, το ξύρισμα με τον παραδοσιακό τρόπο.

 

Στα βυζαντινά χρόνια το κόψιμο των μαλλιών και το ξύρισμα του προσώπου γινόταν από τους κουρείς ή «κουρίσκους», τα καταστήματα των οποίων λεγόταν κουρεία ή «κουρισκαρεία». Στα καταστήματα αυτά σύχναζαν οι αργόσχολοι και συζητούσαν τα νέα της ημέρας, υπό την ακατάσχετη πολυλογία των κουρέων, η οποία τους διακρίνει από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Ο Άγγλος περιηγητής Edward Brown που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1669 περιγράφει τον τρόπο ξυρίσματος στο μπαρμπέρικο: «Για να ξυριστείς κάθεσαι πιο χαμηλά κι ο μπαρμπέρης σου παίρνει τα γένια με μια σχεδόν κίνηση. Βάζει πολύ σαπούνι και κρατάει το ξυράφι σαν μαχαίρι. Υπάρχει μια λεκάνη και πάνω από το κεφάλι του κουρέα η φιγούρα της κεφαλής ενός κόκορα. Όταν θέλει νερό στρίβει τον κόκορα και πέφτει όσο νερό χρειάζεται». Την «τελετουργική» διαδικασία του ξυρίσματος και τα παθήματα του πελάτη ενός κουρείου περιγράφει ο Πρώσσος περιηγητής Bartholdy, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1803: «Στην Ελλάδα η μπαρμπερική γίνεται με μεγάλη δεξιοτεχνία και ακρίβεια αλλά πολύ αργά και με ιδιαίτερη επισημότητα. Ο πελάτης είναι υποχρεωμένος να πάρη τις πιο απίθανες στάσεις. Άλλοτε τον αναγκάζει ο μπαρμπέρης να κάμψη το κεφάλι του πίσω, έτσι που κινδυνεύει να πάθει ασφυξία ή ακόμα κάταγμα στον αυχένα. Άλλοτε του στρίβει το κεφάλι δεξιά ή αριστερά με άγριες κινήσεις ή το στηρίζει στο γόνατό του. Και στο μεταξύ δουλεύει τα ξουράφια και τα ψαλίδια. Πάνω από κάθε πελάτη κρεμόταν ένα δοχείο, σαν τσαγιέρα, με ρουμπινέ, απ’ όπου έτρεχε νερό στο κεφάλι του για την απαραίτητη σαπουνάδα». (Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα).

Το «ξύρισμα του γαμπρού» είναι ένα έθιμο που διατηρήθηκε από τα χρόνια εκείνα. Την ημέρα του γάμου οι συγγενείς έστηναν το γαμπρό στη μέση της αυλής ή μιας πλατείας και δυο άντρες τον καλλώπιζαν. Ο ένας τον χτένιζε, ο άλλος τον σαπούνιζε κι αυτό κρατούσε μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος. Μπροστά στα πόδια του γαμπρού τοποθετούσαν μια λεκάνη, όπου ο καθένας έριχνε μερικά κέρματα τα οποία έπαιρνε ο κουρέας.

Μετά την απελευθέρωση συνέχισαν να υπάρχουν τα υπαίθρια μπαρμπέρικα, με μόνο εξοπλισμό μια χάλκινη λεκάνη και ένα γκιούμι με ζεστό νερό, όπου αντί μιας δεκάρας μπορούσε κάποιος να ξυριστεί. Υπήρχαν βέβαια και τα κουρεία πολυτελείας στην πρωτεύουσα που διακρίνονταν από τα καλάμια τα οποία ήταν μπηγμένα αριστερά και δεξιά από τις εισόδους τους. Πάνω σ’ αυτά κυμάτιζαν κόκκινες και άσπρες πετσέτες που προειδοποιούσαν τους διαβάτες για το ενδεχόμενο να λουστούν με το σαπουνόνερο, το οποίο πετούσαν οι μπαρμπέρηδες στο δρόμο, αδιαφορώντας τελείως για τους περαστικούς. Για τους μπαρμπέρηδες και τα μπαρμπεριά στα τέλη του 19ου αιώνα ο Θεόδωρος Βελλιανίτης έγραφε: «Ο μπαρμπέρης έφερε πάντοτε ερυθροκύανον εμπροσθέλλαν και ανήρτα εις την ζώνην του το πετσί που ακόνιζε τα ξυράφια του. Όταν επρόκειτο ν’ ακονίση αυτά, επερνούσε το πετσί εις τον τράχηλον του πελάτου, ούτως δε εις εκάστην κίνησιν του μπαρμπέρη εκινείτο ως εκκρεμές ωρολόγιον η κεφαλή του πελάτου. Ο ξυριζόμενος περιετυλίσσετο μέσα εις ένα πελώριο σεντόνι, το οποίον του εδέσμευε τα χέρια. Εν τω μεταξύ ο κουρεύς ελάμβανε σοβαρόν ήθος, ως να ετέλει κάποιαν ιεροτελεστίαν, όταν δε ετελείωνε το κούρευμα ή το ξύρισμα, ούτος όπως σημάνη το τέρμα, έδιδε μίαν ελαφράν μυτιά εις τον πελάτην του, όστις δεχόμενος την φιλοφρόνησιν ταύτην, μετέβαινεν εις τον μπεζαχτάν και κατέθετε τα ξυριστικά». (ΕΜΠΡΟΣ, Σκιαί του παρελθόντος, 27-9-1925).

Οι πρόσφυγες από τον Πόντο διατήρησαν το «ξύριγμαν του γαμπρού» σύμφωνα με τα έθιμα του ποντιακού γάμου, το οποίο γινόταν ως εξής: «Κάθιζαν το γαμπρό στο κέντρο της πιο ευρύχωρης αίθουσας του σπιτιού κι αν ήταν ο καιρός καλός, έξω στην αυλή, όπου ο κουρέας προφασιζόμενος ότι τάχα δεν κόβει το ξυράφι του ή προσπαθώντας να ξυρίσει από την ανάποδη του ξυραφιού καθυστερούσε σκόπιμα κι επειδή ο χρόνος πίεζε, ζητούσε διαρκώς νέα φιλοδωρήματα. Μαζί με τον γαμπρό ξυρίζονταν και ο κουμπάρος, οι δυο φίλοι του γαμπρού, «οι καλετέρ»», όπως λέγονταν, που ήταν οι άμεσοι βοηθοί του, καθώς και δέκα ως δώδεκα συγγενείς από τα δυο μέρη, του γαμπρού και της νύφης. Ο κουρέας πριν αρχίσει το έργο του, ευχόταν στο γαμπρό, έκαμνε το σημείο του σταυρού πάνω στο μέτωπό του, για να είναι ευλογημένος και, όταν άρχιζε να ξυρίζει, «οι καλετέρ» και η άλλη συνοδεία του γαμπρού μοιρασμένοι σε δυο ημιχόρια δεξιά κι αριστερά έψαλαν άσματα ακριτικά και γαμήλια». (Ηλίας Τριανταφυλλίδης, Έθιμα και χοροί του ποντιακού γάμου, Ποντιακή εστία, τ.153).

Θα κλείσω το πρώτο μέρος με ένα χιουμοριστικό περιστατικό που περιγράφει ο Γιάννης Βλαχογιάννης στα «Ιστορικά ανέκδοτα και αξιοπερίεργα επιφανών Ελλήνων», (1926):

«Όταν ήρθε ο Καποδίστριας, αποφάσισε ο γέρο–Πανουριάς, ο κλεφταρματωλός των Σαλώνων να κατεβεί από του Παρνασσού τα κάρκαρα και να πάει να παρουσιαστεί στον κυβερνήτη. Έφτασε λοιπόν στην Αίγινα, μα με την πρώτη ματιά που ‘ριξε γύρω του, δεν του χαμαρέσανε τα πράματα. Είδε κοντά στον κυβερνήτη κάτι φραγκοντυμένους, που δεν τους φτάνανε τα φράγκικα φορέματα, μα είχανε ξουρίσει και γένια και μουστάκια, και ήταν έτσι σαν ξεροκολόκυθα γυαλιστερά τα μούτρα τους.

«Τι μ’σούδες [μούρες] είν’ αυτές;» είπε στο γέρο–Δυοβουνιώτη, που είχε έρθει κι αυτός συντροφιά του στην Αίγινα.

«Δεν τους βλέπεις; Τσ’ ήφερε ου κυβερνήτ’ς να μας φουτίσουν».

«Γι’ αυτό είν’ έτσ’ τα μούτρα τ’ς. Γένουντ’ έτσ’ πλειό διαβασμένοι, μαθές; Τότε θέλω κι εγώ να τα ξουρίσω να γίνου σουφός κι εγώ…»

«Και δεν τα ξουρίζεις; Εδώ παρακάτ’ είν’ ου χαμζάς [κουρέας]. Μα δεν κουτάς. Πώς θα γυρί’εις, μαύρε στου χουριό;»

«Πλερώνεις εσύ τα ξουριστ’κά;»

«Πλερώνω … Μα δε θ’ αποκουτίεις τέτοιου πράμα…»

«Βαν’ς και τα βιουλιά μαζί;»

«Τι τα θελ’ς τα βιουλιά;»

«Έτσ’ θέλου να γίνει του πράμα πανηγύρ’».

«Ας είναι κι έτσ’».

Ο Δυοβουνιώτης ακόμα δεν είχε καταλάβει τι λογής ξύρισμα ήθελε ο γέρο – σύντροφός του. Ξέχανε τα παλιά του τα καμώματα. Άνθρωπος του δρυμού, κλαρίτης, ήξερε να λέει τα πράματα και να τα κάνει πέρα και πέρα ξέσκεπα. Μπαίνουνε στον κουρέα, και να, έρχονται τα βιολιά, κι αρχίζουν το παιχνίδι, κι ετοιμάζει ο κουρέας τα ξουράφια του. Κάνει όμως να βάλει το χέρι στου γέρο – στρατηγού τα μούτρα, κι αυτός: «Τράβα του χερ’ σ’ απού κει!» του λέει.

Πετάει πέρα τη φουστανέλα και μένει όπως τον έκαμε η μανούλα του από τη μέση και κάτω… Κι αρχίζει ο κουρέας, θέλοντας και μη θέλοντας, και του τα ξουρίζει… και παίζουν τα βιολιά… κι ο κόσμος όλο και μαζεύεται…

«Έ, τώρα μοιάζ’νε με μούτρα φράγκικα!» είπε ο γέρος αφού τελείωσε το ξύρισμα. Κι όλα αυτά τα ‘καμε, για να σατιρίσει τα ξουρισμένα μούτρα και μουστάκια, που είχανε κοπιάσει απ’ τη Φραγκιά για να φέρουνε καινούργια φώτα στο Ρωμέικο».

 

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες στην ιστοσελίδα και στο fb του τεχνικού γραφείου K4station.