Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς: ποιος θα άφηνε για έξι μήνες τη ζωή του, το σπίτι του, τους φίλους του, τη σχέση του και τη ρουτίνα του για να μεταφερθεί σε ένα νησί ή έναν τουριστικό προορισμό;
Η εποχική εργασία είναι ουσιαστικά μια απόφαση να βάλεις τη ζωή σου σε "pause". Ένα είδος προσωπικού μηνύματος προς τον κόσμο: "On hold – will be back in life in six months.” Για έξι μήνες όλα μπαίνουν στην άκρη. Οι καθημερινές συνήθειες, οι κοινωνικές σχέσεις, πολλές φορές ακόμη και προσωπικά σχέδια. Στη θέση τους έρχονται εξαντλητικά ωράρια, έντονοι ρυθμοί και μια καθημερινότητα που κινείται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την εργασία.
Η εργασία σεζόν διαφέρει σημαντικά από μια κανονική δουλειά που διαρκεί δώδεκα μήνες τον χρόνο, είτε στην πρωτεύουσα είτε στην επαρχία. Στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύεται από παροχές που δύσκολα συναντά κανείς σε μια κλασική εργασία: διαμονή, διατροφή και –τουλάχιστον φαινομενικά– υψηλότερες απολαβές.
Ωστόσο, η πραγματικότητα της σεζόν έχει δύο όψεις. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν πολλοί τίμιοι και νομοταγείς εργοδότες στον τουρισμό. Επιχειρηματίες που σέβονται τους εργαζόμενους, τηρούν τις συμφωνίες και προσπαθούν να δημιουργήσουν συνθήκες αξιοπρεπούς εργασίας. Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις όπου η εκμετάλλευση δίνει και παίρνει. Υποσχέσεις που δίνονται από απόσταση αλλά αλλάζουν όταν ο εργαζόμενος φτάσει στον προορισμό. Συμφωνίες για μονόκλινα δωμάτια που μετατρέπονται σε υπόγεια με τρία ή τέσσερα άτομα. Ωράρια που ξεκινούν ως "λογικά" και καταλήγουν σε εξαντλητικά 10ωρα ή 12ωρα, πολλές φορές με ένα ή και κανένα ρεπό την εβδομάδα.
Και τότε εμφανίζεται ένα ακόμη παράδοξο της εποχικής εργασίας. Στο τέλος της σεζόν, ο εργαζόμενος κάνει τον απολογισμό του και βλέπει ένα σχετικά υψηλό συνολικό ποσό στον τραπεζικό του λογαριασμό. Ένα ποσό που δημιουργεί την εντύπωση ότι η εποχική εργασία είναι πολύ καλύτερα αμειβόμενη από μια σταθερή δουλειά. Συχνά, όμως, το ποσό αυτό περιλαμβάνει έως και μιάμιση φορά περισσότερες εργατοώρες από το νόμιμο ή από το συμφωνηθέν.
Για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος μπορεί να θεωρεί ότι αμείβεται με 1.800 ευρώ τον μήνα αντί για 1.000 ευρώ που θα έπαιρνε σε μια εργασία 40 ωρών την εβδομάδα. Ξεχνά, όμως, ότι κατά τη διάρκεια της σεζόν εργάζεται 50 ή ακόμη και 60 ώρες την εβδομάδα, για έξι συνεχόμενους μήνες. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι σαν να εργάζεται σε δύο δουλειές ταυτόχρονα: μία το πρωί και μία το βράδυ.
Δεν είναι, λοιπόν, δίκαιο να συγκρίνουμε απευθείας τον μισθό μιας εποχικής εργασίας με εκείνον μιας σταθερής, ετήσιας εργασίας χωρίς να λάβουμε υπόψη τις πραγματικές ώρες εργασίας και την ένταση του ρυθμού.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη, λιγότερο συζητημένη πλευρά της εποχικής εργασίας. Η σεζόν δημιουργεί μια περίεργη ψυχολογία. Για έξι μήνες ζεις μέσα σε μια "φούσκα". Όλα περιστρέφονται γύρω από τη δουλειά, τους συναδέλφους, το μαγαζί και τους πελάτες. Οι μέρες μοιάζουν ίδιες, τα ωράρια μπερδεύονται και κάποια στιγμή χάνεις την αίσθηση του χρόνου.
Και ξαφνικά, μια μέρα του Οκτωβρίου, όλα τελειώνουν. Το μαγαζί κλείνει, το νησί αδειάζει και εσύ επιστρέφεις στο σπίτι σου. Και τότε αρχίζουν τα ανάμεικτα συναισθήματα. Κοιτάς πίσω τους τελευταίους έξι μήνες και αναρωτιέσαι: "Τι έγινε, ρε παιδιά; Πώς πέρασε έτσι ο καιρός; Σαν να σταμάτησε η ζωή για λίγο και τώρα την πιάνω ξανά από την αρχή."
Από τη σκοπιά ενός επιχειρηματία που απασχολεί προσωπικό όλο τον χρόνο στον τουρισμό, υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που συχνά περνά απαρατήρητη. Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν δωδεκάμηνα συνεχίζουν να απασχολούν και να μισθοδοτούν εργαζόμενους ακόμη και κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν η τουριστική ζήτηση μειώνεται σημαντικά και πολλές φορές η επιχείρηση λειτουργεί ακόμη και με ζημίες.
Παρ’ όλα αυτά, οι μισθοί μιας σταθερής εργασίας συγκρίνονται συχνά με εκείνους της σεζόν. Μια σύγκριση που δεν λαμβάνει πάντα υπόψη ότι η εποχική εργασία περιλαμβάνει πολύ περισσότερες ώρες απασχόλησης μέσα σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα.
Και το σημειώνω αυτό, έχοντας προσωπική εμπειρία και από τις δύο πλευρές. Έχοντας εργαστεί ο ίδιος για αρκετές σεζόν, τόσο ως υπάλληλος όσο και σε θέσεις ευθύνης σε τουριστικές επιχειρήσεις, γνωρίζω από πρώτο χέρι τι σημαίνει να δουλεύεις σεζόν και ποια είναι η πραγματική ένταση και απαιτητικότητα αυτής της περιόδου.
Και κάπου εδώ έρχεται μια εικόνα από την καθημερινότητα, που ίσως λέει περισσότερα από κάθε ανάλυση. Μέσα από τις συνεντεύξεις που πραγματοποιώ κατά τη διάρκεια του έτους για την κάλυψη θέσεων στον τουρισμό, έρχομαι σε επαφή με υποψήφιους εργαζομένους διαφορετικών ηλικιών. Ο καθένας έχει τη δική του πορεία και τη δική του ιστορία μέσα στον κλάδο.
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σεβασμό, ακούω τους στόχους του καθενός. Πολύ συχνά, όμως, παρατηρώ κάτι κοινό — κυρίως στα νεότερα παιδιά. Όταν τους ρωτάω σε ποια φάση βρίσκονται, η απάντηση έρχεται σχεδόν αυθόρμητα: "Είμαι σε περίοδο που δίνω συνεντεύξεις… και ό,τι κάτσει."
Και τότε προσπαθώ να πάω τη συζήτηση ένα βήμα πιο βαθιά. Τους ρωτώ: "Ναι, όμως το να πας σεζόν — με ημερομηνία λήξης και μετά ξανά από την αρχή — είναι εντελώς διαφορετικό από το να επιλέξεις μια σταθερή εργασία στην πόλη ή στην επαρχία. Τι είναι αυτό που πραγματικά ψάχνεις αυτή την περίοδο;"
Συνήθως, η απάντηση δεν έρχεται εύκολα. Υπάρχει μια αμηχανία. Και κάτι ακόμη πιο εμφανές: μια αβεβαιότητα. Μια αίσθηση ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση. Μια έλλειψη πυξίδας. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο πλάνο. Δεν υπάρχει σαφής στόχος. Δεν υπάρχει ορίζοντας για τα επόμενα τρία ή πέντε χρόνια.
Και αυτό, ίσως, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά ζητήματα που γεννά η κουλτούρα της εποχικής εργασίας.
Το ζητούμενο δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε τη σεζόν. Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και η εποχική εργασία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του. Αυτό που χρειάζεται είναι να μπει η συζήτηση στις σωστές της διαστάσεις. Να αναγνωρίσουμε τόσο τις ευκαιρίες όσο και τις δυσκολίες. Να ενισχυθούν οι καλές πρακτικές και να περιοριστούν τα φαινόμενα εκμετάλλευσης.
Γιατί η "σεζόν πλανεύτρα, μαγεύτρα" μπορεί πράγματι να ξεμυαλίζει πολλούς κάθε καλοκαίρι. Αλλά, στο τέλος της ημέρας, ίσως η πραγματική ερώτηση να μην είναι πόσα χρήματα έμειναν. Η πραγματική ερώτηση είναι πόση ζωή μπήκε σε αναμονή για να κερδηθούν αυτά τα χρήματα.
*MSc in International Hospitality Management, Ιδιοκτήτης ξενοδοχειακής μονάδας "BE MY GUEST ATHENS"



