Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2022, 3:21:43 μμ
Σάββατο, 16 Ιουλίου 2022 14:51

Σουβλακίων εγκώμιον (μέρος Ι)

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος – συγγραφέας.

Την προηγούμενη εβδομάδα διάβασα τη σπαρακτική ανάρτηση στα σόσιαλ κάποιας γνωστής στο τηλεοπτικό κοινό κυρίας, για τη δυσάρεστη εμπειρία που είχε σε ένα πανάκριβο restaurant της Κηφισιάς και συγκλονίστηκα τόσο που ακόμη δε μπορώ να συνέλθω από την ταραχή.

Ακούστε λοιπόν πώς αφηγήθηκε το δράμα που έζησε και πέστε μου αν είχε άδικο: «Η agle e olio peperoncino ήρθε κρύα και χωρίς να υφίστανται τα βασικά χαρακτηριστικά του πιάτου. Η σαλάτα με μάγκο και καλαμάρι ήταν αδιάγνωστη ως προς το καλαμάρι. Έπρεπε να επιμείνουμε για να έρθει μύλος αλατιού, πιπεριού και το κρασί το στοίβαζαν σε κοινή γαβάθα να παγώνει, πλην όμως ξεχνούσαν να σου γεμίσουν το ποτήρι. Ζητήσαμε τουλάχιστον τρεις φορές να μας φέρουν σαμπανιέρα δίπλα. Την τέταρτη το πετύχαμε».

Σας καταλαβαίνουμε μανδάμ και σας συμπονούμε, γιατί εμείς οι προνομιούχοι στο ζήτημα της εστίασης τέτοια τραγικά προβλήματα δεν αντιμετωπίζουμε: Το σουβλάκι μας το δίνουν ζεστό και όχι κρύο σαν την agle e olio peperoncino, που δεν ρωτώ τι ακριβώς είναι για να μην καταλάβουν οι αναγνώστες μου ότι είμαι αδαής περί τόσο σοβαρών ζητημάτων. Για το αλατοπίπερο δε χρειάζεται να περιμένουμε με ιώβεια υπομονή πότε θα έρθει ο μύλος, αφού ο καντινιέρης με τα χοντροδάχτυλά του πασπαλίζει εν ριπή οφθαλμού την επιφάνεια του «βρώμικου» που δεν καλύπτεται από το λαδόχαρτο. Και φυσικά είμαστε πανευτυχείς γιατί δε χρειαζόμαστε σαμπανιέρα ούτε κάποιο γκαρσόνι να μας γεμίζει το ποτήρι, αφού το παγωμένο μπυρόνι το καταναλώνουμε από το στόμιο του μπουκαλιού, ανασηκώνοντας το πηγούνι προς τα πάνω και ατενίζοντας τον ουρανό, με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια ευχαρίστηση που νοιώθουν τα πουλιά όταν ξεδιψάνε. Εντάξει δεν έχουμε σαλάτα με μάγκο και καλαμάρι αλλά έχουμε κρεμμυδάκι, κέτσαπ και μουστάρδα που δεν είναι αδιάγνωστη, καθώς έχουμε τη διακριτική ευχέρεια να βάλουμε όση επιθυμούμε. Εκτός αν κάποιος είναι φανατικός ΠΑΟΚτσής οπότε αποφεύγει τη μουστάρδα γιατί και μόνον η θέα του κίτρινου χρώματος του προκαλεί νευρικό κλονισμό.

Ο λόγος, λοιπόν, περί των σουβλακίων, η αύξηση της τιμής των οποίων τα κατέστησε θέμα συζήτησης ακόμη και στην αίθουσα του Κοινοβουλίου. Φυσικά θα αναλύσω το θέμα με τη δέουσα σοβαρότητα και όχι με χιουμοριστική διάθεση σαν αυτήν των Ποντίων που φτιάχνουν ανέκδοτα ακόμη για τα σισλίκια (σουβλάκια), όπως το παρακάτω από τη συλλογή του Δημήτρη Νικοπολιτίδη: «Ο Γιάννες τη Τάμονος επήεν ‘ς σον Μήτον τον σισλικάν και επαράγγειλεν ενενήντα εννέα σισλίκια.

-Γιάννε, είπεν ατόν ο Μήτον, ας ευτάμ’ ατα εκατόν.

-Ντο λες, Μήτο, είπεν ατον ο Γιάννες, εζάντυνες; Εκατόν σισλίκια ποίος θα τρώει ατά;»

Για όσους αμφισβητούν την κεφαλαιώδη σημασία του ζητήματος των σουβλακίων θα υπενθυμίσω ότι και μόνο το ζήτημα της ονομασίας αυτού του εδέσματος υπήρξε η αναγκαία και ικανή συνθήκη για να χωριστεί η Ελλάδα στα δύο, με εμάς τους Μακεδόνες να έχουμε επιλέξει τη σωστή ονομασία και τους Αθηναίους να επιμένουν στην καταφανώς λανθασμένη «καλαμάκι». Άλλωστε και η ίδια η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1927), ω άνδρες Αθηναίοι, αναφέρει σαν «σουβλάκι» τα «κρεάτια ή τεμάχια εκ των σπλάχνων σφαγίου, ψηνόμενα εις μικρούς οβελούς, παρεχόμενα συνήθως εις οινοπωλεία» χωρίς να αναφέρει τον όρο «καλαμάκι» ως δεύτερη εκδοχή του λήμματος.

Πέραν των «οβελιστηρίων» ή «ψητοπωλείων», όπως ονομάζονταν τα καταστήματα που διέθεταν κρέατα ψημένα στη σούβλα ή στη σχάρα, τα σουβλάκια πωλούνταν και από πλανόδιους που έστηναν τις ψησταριές τους στους χώρους των πανηγυριών, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, έξω από τα ποδοσφαιρικά γήπεδα ή στους χώρους πραγματοποίησης μεγάλων συγκεντρώσεων. Στους χώρους αυτούς τα σουβλάκια ήταν πάντοτε ακριβά, όπως φαίνεται από το παρακάτω δημοσίευμα του ΕΜΠΡΟΣ στις 23-11-1925: «Ακρίβεια μίαν φοράν εις τα πρόχειρα εστιατόρια των σταθμών των ελληνικών σιδηροδρόμων. Λεπτότερον και μικρότερον σιγαροχάρτου τυρίον παρέχεται αντί τριών δραχμών. Αλλά εκεί που η ακρίβεια είνε αισθητοτέρα και κατά της οποίας εξεγείρονται οι επιβάται των τραίνων είνε τα περίφημα «σουβλάκια», τα οποία διεδόθησαν τώρα εις πλείστους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Πέντε δραχμάς πωλούνται. Εις καλαμάκι περνούν μικροσκοπικά τεμάχια κρέατος τράγου, τα ψήνουν χωρίς αλάτι μάλιστα. Γενναιοδώρως προσφέρουν εις μερικούς σταθμούς αλάτι προς τους αγοραστάς. Αυτήν την υποτίμησιν δεν δύνανται να ανεχθούν οι ταξειδιώται».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ