Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2022, 9:44:00 πμ
Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2022 08:12

Στις ντισκοτέκ στις παλιές ντισκοτέκ (μέρος Ι)

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.

Κι ύστερα, εκεί κάπου στα μέσα του 70, ήρθε η εφηβεία και η γεωμετρία της ζωής παραγκώνισε τη γεωμετρία των σχολικών εγχειριδίων και των φροντιστηριακών βοηθημάτων, των «λυσαριών» όπως τα λέγαμε.

Η ευθεία γραμμή της «χωρίστρας» απέκτησε ύψιστη σημασία και αλίμονο αν μια αδέξια κίνηση του χεριού, που κρατούσε την τσατσάρα με την προσοχή που κρατάει ο χειρούργος το νυστέρι, μετέτρεπε την ευθεία έστω και κατά τι σε τεθλασμένη. Διότι τα μαλλιά της κεφαλής δεν ήταν απλώς τρίχες, ίσιες ή κατσαρές, αλλά πανίσχυρο όπλο που σε άλλους, όπως στον Σαμψών, έδιναν δύναμη και σε άλλους τόλμη και γοητεία. Για τις γωνίες, οξείες, αμβλείες, ορθές, τι να πω; Μεγίστης σπουδαιότητος ήταν το εύρος της γωνίας που σχημάτιζε η μύτη του παπουτσιού, που έπρεπε να είναι σαφώς μικρότερη των 30ο ώστε να σκοτώνει κατσαρίδα στη γωνία, σύμφωνα με το γνωστό ευφυολόγημα. Αυτή ήταν η μόδα τότε - τι να κάναμε;- με ψηλοτάκουνα μυτερά παπούτσια, είτε φοριόταν με πανταλόνι καμπάνα σαν πανί ιστιοφόρου είτε με «σωλήνα», όπως συνέβαινε με τα «τσινάρια» που το πανταλόνι τους θύμιζε τους «κουτσαβάκηδες» του μακρινού παρελθόντος ή τους «κλαρινογαμπρούς» της σύγχρονης εποχής. Και φυσικά ήταν οι καμπύλες, το πιο ενδιαφέρον από όλα τα γεωμετρικά στοιχεία. Τι σημασία μπορούσε να έχει για μας η εφαπτομένη της περιφέρειας ενός κύκλου όταν το ζητούμενο ήταν να βρεθεί η παλάμη μας να εφάπτεται στην «περιφέρεια» της κοπελιάς, που μόνο στα όνειρά μας μπορούσαμε να αγγίξουμε;

Και προς τι όλη αυτή η γεωμετρία της ζωής που μπροστά της ωχριούσε η ευκλείδεια γεωμετρία; Απλούστατα είχε έρθει η ώρα να σταματήσουμε να κυνηγάμε τη μπάλα, τη «στρογγυλή θεά», σε γήπεδα σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου και να αρχίσουμε να κυνηγάμε τις κοπέλες, που μας φάνταζαν σαν θεές, στις κυκλικές πίστες των ντισκοτέκ. Και αυτό γινόταν πάλι με γεωμετρικό τρόπο, αφού σύμφωνα με το γνωστό ρητό του Μπέρναρ Σω «χορός είναι η κάθετη έκφραση οριζόντιων επιθυμιών».

Τοιουτοτρόπως, από τα υπόγεια σφαιριστήρια με τα «ποδοσφαιράκια» και τα μπιλιάρδα μετακομίσαμε στις υπόγειες ντισκοτέκ και από τους αγώνες στα χωμάτινα γήπεδα του ποδοσφαίρου με δυο πέτρες για εστίες αποδυθήκαμε σε χορευτικούς αγώνες για την κατάκτηση του άλλου φύλου, με τις πετριές των εφηβικών ερώτων να μας χτυπάνε κατακέφαλα. Και έτσι βρεθήκαμε σε νέους πρωτόφαντους ναούς της διασκέδασης, στα «χοροπηδάδικα» όπως χλεύαζαν τις ντίσκο οι πιο ηλικιωμένοι, που διασκέδαση γι’ αυτούς νοούνταν μόνο στη «Φαντασία», στα «Σκαλοπάτια» και στα «Μπακαλιαράκια». Σα μαγεμένοι από τη πανδαισία των χρωμάτων και των παράξενων ήχων αισθανθήκαμε δέος μπροστά στους βασιλιάδες της πίστας - σαν τον Βασίλη Μακρίδη που ήταν ο καλύτερος χορευτής όλων- και ήταν η ντισκοτέκ γι’ αυτούς The temple of the king. Για μας ήταν κάτι παραπάνω από το στίχο Such a lovely place του Hotel California που ακούγαμε χορεύοντας με το κορίτσι των ονείρων μας και αισθανόμασταν Dust in the wind.

Αυτό στις καλύτερες των περιπτώσεων όταν για τη συνοδό μας υπήρχε αισθηματικό ενδιαφέρον, αφού συνήθως η κοπέλα με την οποία πηγαίναμε στη ντίσκο ήταν η πρώτη ξαδέρφη μας ή η γειτονοπούλα που τη συνοδεύαμε κατόπιν της απαραίτητης γονικής συναίνεσης και έπρεπε να εγκαταλείψει το χορό και να επιστρέψει σπίτι όχι τα μεσάνυχτα σαν την Σταχτοπούτα αλλά το αργότερο στις 11μμ.

Ούτως ειπείν εκείνα τα χρόνια της μεταπολίτευσης στη νεολαία της πόλης μας πέραν των υφισταμένων ταξικών και πολιτικών διαφορών αναδύθηκαν και άλλοι διαχωρισμοί, μουσικοχορευτικοί αυτή τη φορά, όπως «ροκάδες» και «καρεκλάδες», «μπήχτηδες» και «μπακούρια», οπαδοί του έντεχνου και θιασώτες της υποκουλτούρας του ιμπεριαλισμού. Και ήταν αυτοί οι εκπρόσωποι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, οι στρατιώτες της αμερικάνικης βάσης πυραύλων της Αργυρούπολης που υπήρξαν η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των ντισκοτέκ στην πόλη μας. Γιατί κάπου έπρεπε να διασκεδάσουν κι αυτοί και ούτε η «Σουλτούρα» με τα ποντιακά ούτε το μπουζουξίδικο της «Εκάλης» κάλυπταν τα μουσικά τους γούστα.

Το 1974 ο Κώστας Αστραίος άνοιξε την πρώτη ντισκοτέκ του Κιλκίς, τη Scandinavia, στο πίσω τμήμα της καφετέριας «Γαρδένια», εκεί που βρισκόταν παλαιότερα το αριστοκρατικό καφεζαχαροπλαστείο Αδαμίδη και αργότερα το ΚΤΕΛ. Οι νεολαίοι της πόλης μας, εν ριπή οφθαλμού, εγκατέλειψαν τα παραδοσιακά καφενεία με τις ψάθινες καρέκλες και τους μερακλίδικους, με μπόλικο καϊμάκι και σε χοντρό φλιτζάνι, τούρκικους καφέδες και προτίμησαν να πίνουν φραπέ ή νες καθισμένοι σε δερμάτινες πολυθρόνες, καπνίζοντας κόκκινο «Marlboro», «Old Navy» ή «Παλλάς» και ντυμένοι με τα «καλά» τους λες και πήγαιναν σε γάμο ή δεξίωση. Όσοι ήθελαν να χορέψουν κατευθύνονταν στο βάθος του καταστήματος, στο χώρο που λειτουργούσε σαν ντίσκο με dj το Μανόλη Χριστοδούλου. Επάνω από την κυκλική πίστα που οριοθετούσαν 4 κολώνες, ένα είδος τετραγωνισμού του κύκλου, υπήρχε η εκ των ων ουκ άνευ «ντισκομπάλα» ενώ προβολάκια με πράσινο και κόκκινο φωτισμό έδιναν χρώμα στον ήχο των τραγουδιών του Eric Clapton και των Abba, που τα δισκάκια τους προμηθευόταν από το επίνειο του Κιλκίς, τη Θεσσαλονίκη, κάθε εβδομάδα ο dj. Υπήρχαν όμως και αυστηροί γονείς που δεν ήταν «χαλαροί» σαν τον Daddy Cool των Boney M και είχαν μείνει στην εποχή που ένα μαντήλι μεσολαβούσε ανάμεσα στις παλάμες των χορευτών του βαλς ώστε να μην υπάρχει σωματική επαφή και επέτρεπαν στα κορίτσια τους να χορεύουν μόνο παραδοσιακούς χορούς, καμία «σερανίτσα» ή κανένα «Στέργιους πεισμάνεψι». Έτσι, με άγριες διαθέσεις επέδραμαν συχνά στη ντίσκο για να τις συλλάβουν επ’ αυτοφώρω και να τις σύρουν τραβώντας από την κοτσίδα ή τις μπούκλες της περμανάντ στο σπίτι, αγνοώντας όμως ότι όπως «δυο πόρτες έχει η ζωή» έτσι και η Scandinavia εκτός από τη μπροστινή είχε και πίσω πόρτα, απ’ όπου διέφευγαν.

Το 1976 δημιουργήθηκε από τον Τάκη Δημητριάδη η δεύτερη ντισκοτέκ του Κιλκίς, η ORANGE, σε ένα υπόγειο δίπλα στο βιβλιοπωλείο του Νικολόπουλου. Σε τίποτε δε θύμιζε το υπόγειο αυτό τις υπόγειες ταβέρνες σαν αυτές στα ποιήματα του Βάρναλη ή αυτήν με δύο μόνο τραπέζια κάτω από το κατάστημα οπτικών του Τηλέμαχου Παυλίδη όπου τραγούδησε ο μέγας Τσιτσάνης το 1945. Εδώ δεν υπήρχε φως αλλά ημίφως, δεν ακούγονταν πενιές αλλά μουσική σόουλ με τον James Brown και ντίσκο με την Donna Summer και την Gloria Gaynor και κυρίως υπήρχε ηχομόνωση πρωτοποριακή με ….αυγοθήκες! Το μόνο κοινό ήταν τα νέφη καπνού από τα τσιγάρα, που για να διαλυθούν περνούσε κάθε τρεις και λίγο ένας σερβιτόρος και ψέκαζε με αρωματικό «φλιτ».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες στην ιστοσελίδα και στο fb του τεχνικού γραφείου K4station.

Έκθεση εικόνων