Πανηγύρι έχουμε, να φάμε κανένα σουτζουκάκι, η τσίκνα τρύπησε τη μύτη μας. Λίγα πράγματα θέλαμε, τρία άτομα είμασταν, ήταν και αργά. Έξι σουτζουκάκια, τρία σουβλάκια, μια πατάτες, μια αγγουροντομάτα, μια μπύρα και ένα ποτήρι λευκό κρασί, «Βασιλική» παρακαλώ.
Σε λίγη ώρα έφθασε η παραγγελία, σερβιρισμένη σε τρία χάρτινα πιατάκια, άλλα τρία χάρτινα πιάτα και τρία μαχαιροπήρουνα για ατομική χρήση και τρία διαφανή πλαστικά ποτήρια.
Μέχρι εδώ όλα καλά σύμφωνα με το εθιμικό του πανηγυριού.
Ζητήσαμε αμέσως από το σερβιτόρο, να φέρει το λογαριασμό. Το χαρτάκι της παραγγελίας έγγραφε 57 ευρώ, ο σερβιτόρος, δίστασε να το ανακοινώσει, κοντοστάθηκε, λέγοντας προβληματισμένος:
-Ο λογαριασμός είναι λάθος, δεν είναι 57, αλλά 55 ευρώ.
Κοιταχτήκαμε στην παρέα και ελέγξαμε την παραγγελία που σας παραθέτουμε σε φωτοτυπία.
Τιμές μεγαλύτερες από αυτές που απολαμβάναμε, πριν μια εβδομάδα, σε παραλιακά καταστήματα του Πηλίου, με λευκά τραπεζομάντηλα και πραγματικά σερβίτσια, όπου ποτέ δεν πληρώσαμε τη ντοματοσαλάτα της μισής ντομάτας και του ενός πέμπτου αγγουριού εννιά (9) ολόκληρα ευρώ, πληρώνοντας πάντα με κάρτα, τα νόμιμα φορολογικά παραστατικά.
Πιστέψαμε ότι μόνο εμείς ήμασταν θύματα της «αρπαχτής», αλλά η «αρπαχτή» ήταν σχεδόν ολοκληρωτική, σε όλα τα τσικνομάγαζα του πανηγυριού της πόλης μας, κατά κοινή ομολογία φίλων και γνωστών.
Το λογαριασμό τον πληρώσαμε, εν γνώσει μας ότι μας πιάσανε τον ………….. και είμαστε κορόιδα, εκείνον όμως που λυπηθήκαμε ήταν ο σερβιτόρος, που δεν έφταιγε και εξομολογήθηκε:
-Το βλέπω και εγώ, είναι πολύ ακριβά, δούλεψα φέτος σεζόν για δύο μήνες σε νησί, ομολογουμένως είχαν καλύτερες τιμές, γι΄ αυτό.
Και του χρόνου με υγεία.
Α.Χ.Γ.




