Τετάρτη, 18 Μαΐου 2022, 10:29:03 μμ
Δευτέρα, 09 Μαϊος 2022 11:10

Θ. Βαφειάδης: Ο ματωμένος Μάης του ‘36

Συντάκτης:

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.

Με αίτημα την αύξηση του ημερομισθίου από τις 75 στις 120 έως 135δρχ η πανελλήνια καπνεργατική ομοσπονδία κάλεσε στα τέλη Απριλίου του 1936 τα μέλη της σε απεργία.

 

Στις 29 Απριλίου οι καπνεργάτες ξεκίνησαν στη Θεσσαλονίκη τον απεργιακό τους αγώνα και τις επόμενες ημέρες οι πόλεις που είχαν καπνεργοστάσια προχώρησαν στις δικές τους κινητοποιήσεις. Στο Κιλκίς η απεργία κηρύχτηκε στις 30 Απριλίου και συμμετείχαν 140 καπνεργάτες και καπνεργάτριες που δούλευαν στα 3 καπνομάγαζα της πόλης ενώ οι απεργοσπάστες δεν ξεπερνούσαν τον αριθμό των δακτύλων του ενός χεριού. (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 3-5-1936)

Τις επόμενες μέρες εργαζόμενοι σε άλλους κλάδους προσχώρησαν στο απεργιακό μέτωπο ενώ αυξήθηκαν και οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τους απεργούς καπνεργάτες. Στις 8 Μαΐου έγιναν οι πρώτες συγκρούσεις στη Θεσσαλονίκη κατά τις οποίες τραυματίσθηκαν 70 εργάτες και συνελήφθησαν περισσότεροι από 100. Το ίδιο βράδυ τα τρία μεγάλα κλαδικά σωματεία της πόλης ενωτικό, πανυπαλληλικό και πανεργατικό, αποφάσισαν 24ωρη απεργία για την επόμενη μέρα. Θορυβημένη η κυβέρνηση Μεταξά επικαλέστηκε τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και κινητοποίησε το σύνολο του κατασταλτικού μηχανισμού που διέθετε στην συμπρωτεύουσα, κυρίως την ένοπλη χωροφυλακή και ανέπτυξε στρατιωτικές δυνάμεις.

Στις 9 Μαΐου η Θεσσαλονίκη πλημμύρισε από χιλιάδες μαχητικούς διαδηλωτές που κατευθύνθηκαν από όλα τα σημεία στο κέντρο της πόλης. Τα μαγαζιά ήταν κλειστά σε ένδειξη συμπαράστασης και κανένα μαζικό μέσο μεταφοράς δεν κινούνταν παρά την επιστράτευση των τροχιοδρομικών. Η πόλη στρατοκρατούνταν με περιπόλους στρατού και χωροφυλακής να διασχίζουν τους κεντρικούς δρόμους. Τεθωρακισμένα οχήματα βρίσκονταν σε ετοιμότητα και σε επίκαιρα σημεία είχαν στηθεί πολυβόλα. Οι απεργοί άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω από τα εργοστάσια, τα γραφεία των σωματείων τους και να πλημμυρίζουν τους δρόμους. Οι στρατιώτες έδειχναν φιλικές διαθέσεις απέναντι στους απεργούς παραβαίνοντας τις διαταγές που είχαν λάβει αλλά η αστυνομία ήταν αποφασισμένη να τους διαλύσει.

Μετά τις πρώτες αψιμαχίες η έφιππη χωροφυλακή επιτέθηκε στους συγκεντρωμένους απεργούς και αυτοί για να αμυνθούν έστησαν οδοφράγματα. Οι χωροφύλακες χτύπησαν στο ψαχνό ενώ αστυνομικοί με πολιτικά που είχαν λάβει θέσεις στα γειτονικά κτίρια πυροβολούσαν σκορπώντας το θάνατο. Ο πρώτος που έπεσε νεκρός ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Ένας ελεύθερος σκοπευτής δολοφόνησε εν ψυχρώ την 26χρονη καπνεργάτρια Αναστασία Καρανικόλα. Στο σημείο δολοφονίας του Τούση έφθασε σε λίγο η μητέρα του που αγκαλιάζοντας το νεκρό γιό της αναλύθηκε σε σπαρακτικό θρήνο. Το πλήθος εξαγριώθηκε, πήρε στα χέρια του το νεκρό και κατευθύνθηκε στο διοικητήριο. Το διοικητήριο όμως ήταν κλειστό και η λαοθάλασσα επέστεψε στην Εγνατίας όπου ακολούθησε μακελειό. Οι χωροφύλακες με τα πολυβόλα που αρνήθηκαν να χρησιμοποιήσουν οι φαντάροι άρχισαν να θερίζουν τους διαδηλωτές. Δεκάδες έπεσαν νεκροί ή τραυματίες με το αίμα να βάφει το δρόμους και τα βογγητά να ακούγονται από παντού. Η έφιππη χωροφυλακή απτόητη επιτέθηκε και άρχισε να χτυπά αδιακρίτως με σπάθες για να τους αποτελειώσει.

Μετά από οδομαχίες 4 ωρών οι διαδηλωτές αποσύρθηκαν το ίδιο και οι χωροφύλακες που οχυρώθηκαν έντρομοι στα αστυνομικά τμήματα. Ο αιματηρός απολογισμός της επίθεσης της χωροφυλακής ήταν 12 νεκροί και 300 τραυματίες, όλοι από την πλευρά των διαδηλωτών. Το απόγευμα χιλιάδες κόσμου με μαύρες σημαίες και συνθήματα κατά της κυβέρνησης και των δολοφόνων συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ελευθερίας και απαίτησαν την τιμωρία των υπευθύνων. Επιτροπή των διαδηλωτών ζήτησε από τον σωματάρχη του Γ’ΣΣ αντιστράτηγο Ζέππο την αντικατάσταση του Γενικού Διοικητή, τη σύλληψη του αστυνομικού διευθυντή Ντάκου και την απελευθέρωση των συλληφθέντων. Ο Ζέππος υποσχέθηκε να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματά τους αλλά την άλλη μέρα αθέτησε την υπόσχεσή του αφού έπειτα από διαταγή του Μεταξά έφθασε από τη Λάρισα ένα σύνταγμα στρατού και αγήματα τεσσάρων πολεμικών πλοίων που ανέλαβαν την τήρηση της τάξης.

Στις 10 Μαΐου πάνω από 200.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην κηδεία – διαδήλωση για τα θύματα της προηγούμενης μέρας. Στα κοιμητήρια παραβρέθηκε και ένα στρατιωτικό απόσπασμα με τον επικεφαλής του ταγματάρχη Μαρινάκη να αποτίει φόρο τιμής στους νεκρούς διαδηλωτές.

Η άγρια δολοφονία των απεργών της Θεσσαλονίκης προκάλεσε την έκρηξη ενός νέου απεργιακού κύματος σε πολλές πόλεις. Στο Κιλκίς κηρύχθηκε στις 11 Μαΐου γενική απεργία αλλά δεν επιτράπηκε η πραγματοποίηση συλλαλητηρίου (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 12-5-1936). Στα γραφεία της κοινότητας συγκεντρώθηκαν εκπρόσωποι σωματείων και φορέων και συνέταξαν ψήφισμα διαμαρτυρίας με το οποίο εξέφραζαν τη έντονή αγανάκτηση τους κατά των αστυνομικών αρχών της Θεσσαλονίκης που δολοφόνησαν αθώους εργάτες απεργούς, απαιτούσαν την αυστηρή τιμωρία των δολοφόνων και ζητούσαν την αποδοχή των αιτημάτων των απεργών και την αποζημίωση των θυμάτων. Το ψήφισμα υπέγραφαν το σωματείο καπνεργατών, οι συντεχνίες ραπτεργατών, κουρέων, ξυλουργών, οδηγών αυτοκινήτων, υποδηματεργατών, υποδηματοποιών, οι πεταλωτές, οι ιδιοκτήτες αυτοκινήτων, η εργατική βοήθεια, ο γεωργικός συνεταιρισμός Κιλκίς, η βιοτεχνική ένωση, και ο εμποροεπαγγελματικός σύλλογος. Το ψήφισμα επιδόθηκε στο νομάρχη από επιτροπή αποτελούμενη από τους Λαζαρίδη, Κουκίδη και Αμοιρίδη και στάλθηκε στην κυβέρνηση (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 15-5-1936).

Στις 13 Μαΐου όλοι οι εργάτες των καπνεργοστασίων του Κιλκίς κατήλθαν σε νέα 24ωρη απεργία στο πλαίσιο της πανεργατικής απεργίας που είχε κηρυχθεί ως απάντηση στην εγκληματική στάση της χωροφυλακής.

Τελικά τα αιτήματα των απεργών έγιναν δεκτά αλλά τα θύματα των κινητοποιήσεων δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στη ζωή.

(Από το βιβλίο μου: Χρονικό του Κιλκίς 1913-1940)

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες από το νομό Κιλκίς θα βρείτε στην ιστοσελίδα και στο fb του τεχνικού γραφείου k4s tation.