
Σε προηγούμενο σημείωμα της στήλης “Γλώσσα ελληνική” κάναμε λόγο για τα αριθμητικά ως πρώτα συνθετικά στις σύνθετες λέξεις με δεύτερο συνθετικό τη λέξη χρόνος. Και διδάξαμε δεόντως ότι δεν πρέπει να λέμε “ σαραντατριάχρονος”, αλλά “ο σαραντατρίχονος” “ ο Τριανταδιάχρονος”, αλλά “ο τριανταδίχρονος”, “ο εικοσιενάχρονος”, αλλά “ο εικοσιμονόχρονος”.
Τα αριθμητικά όμως πολύ “παιδεύουν” τους “τηλεοπτικούς αστέρες” και πολλούς της έντυπης δημοσιογραφίας. Γιατί τους “παιδεύουν” ; Γιατί προφανώς αυτοί έχουν συγκεχυμένη γνώση της γραμματικής που τους οδηγεί στο γλωσσικό αλαλούμ και που τους κάνει να “εξεμούν” τις πολλές “ελληνικούρες” τους. Κύριοι, χειρίζεστε την ελληνική, βάλτε κάτω τον κώλο σας και μελετήστε γλώσσα ελληνική, πριν ανοίξετε το “παρλαμέντο” στόμα σας!
Τα αριθμητικά δεν είναι ένα από τα δέκα μέρη του λόγου. Ανήκουν στα μέρη του λόγου πρώτον ως ουσιαστικά, δεύτερον ως επίθετα, και τρίτον ως επιρρήματα. Στα ουσιαστικά γίνεται το εξής ολίσθημα. Είναι όλα τους γένους θηλυκού: η μονάς, η δυάς, η τριάς (“της Αγίας Τριάδος” λέμε στα εκκλησιαστικά μας), η δεκάς, η εκατοντάς, η χιλιάς. Δίνουν λοιπόν οι συντάκτες του κειμένου στον τηλεπαρουσιαστή το κείμενο, που έχει μέσα του και τον αριθμό 41.000. Ο αριθμός είναι ένα νούμερο, πρέπει όμως να προφερθεί με λέξεις ελληνικές. Τότε είναι που γίνεται το “σώσε”. Ακούς και τον Παπαδάκη ακόμη στην πρωινή του εκμπομπή να λέει: “Οι νέκροί του Αφγανιστάν υπολογίζονται σε “σαράντα ένα χιλιάδες”! Βρε συμπαθητικέ κατά τα άλλα, που η γλώσσα σου πάει ροδάνι κάθε πρωί, η λέξη χιλιάδες είναι ουσιαστικό γένους θηλυκού και το επίθετο αριθμητικό που το συνοδεύει ως επιθετικός προσδιορισμός πρέπει κι αυτό να είναι γένους θηλυκού, άρα σωστά έπρεπε να πεις “σε σαρανταμία χιλιάδες”, όχι “σαρανταένα χιλιάδες”! (ο επιθετικός προσδιορισμός είναι ομοιόπτωτος και ομοιογενής).
Στα αριθμητικά επίθετα έχουμε στα αρχαία ελληνικά πέντε κατηγορίες: απόλυτα, τακτικά, πολλαπλασιαστικά, αναλογικά και χρονικά - στα νέα ελληνικά δεν έχουμε χρονικά. “Απόλυτα” τα ονόμασαν οι “Αλεξανδρινοί γραμματικοί” (οι πρώτοι “φιλόλογοι” του κόσμου!), γιατί εκφράζουν έναν απόλυτο αριθμό χωρίς συσχετισμούς (ένα, δύο, τρία, δέκα, εκατό). Μένουμε σ’ αυτά, τα “απόλυτα”, για τα άλλα θα κάνουμε λόγο στο επόμενο σημείωμα.
Τα “απόλυτα” λοιπόν εκφράζουν τους αριθμούς. Και στις δύο μορφές της γλώσσας μας - αρχαία και νέα - διακρίνουμε στα “απόλυτα” κλιτούς και άκλιτους τύπους. Άκλιτοι τύποι είναι από το “πέντε” και επάνω ως το “εκατό” - στα νέα ελληνικά και το “δύο: πέντε, έξ, επτά... δέκα, είκοσι ενενήκοντα, εκατόν. Κλιτοί τύποι είναι το “εις, μία, εν” - κλίνεται μόνο στον ενικό - το “δύο” - μόνο στον δυϊκό - , το “τρεις, τρία” “τέσσαρες, τέσσαρα” - που κλίνονται μόνο στον πληθυντικό- και από το “διακόσιοι” και πάνω ως το “μύριοι” (=δέκα χιλιάδες), που κλίνονται στον πληθυντικό ως δευτερόκλιτα επίθετα.
Το “σώσε” που γίνεται με τους “τηλεοπτικούς γλωσσοπλάστες” είναι όταν θέλουν το απόλυτο αριθμητικό να το αναφέρουν κατά προσέγγιση με εμπρόθετο προσδιορισμό (δηλαδή με μια νεοελληνική πρόθεση, για, σε, με, από, κατά, κ.ά.) με ενδιάμεσο ένα επίρρημα, που δηλώνει ακριβώς αυτό το κατά προσέγγιση. Έτσι ακούς τα απαράδεκτα και διακόσιες φορές την ημέρα: “Σε πάνω από τριακόσιους εθελοντές”. Ποιο είναι εδώ το λάθιος; Είναι ότι η πρόθεση σε προσδιορίζει το ουστικό “εθελοντές, μαζί με τον επιθετικό του προσδιορισμό που είναι το αριθμητικό “τριακόσιους”. Αυτή όμως η παρεμβολή του επιρρήματος “πάνω” ανάμεσα στο σε και στο εθελοντές είναι “ασύντακτη”. Πώς έπρεπε να λεχθεί; Απλούστατα: “Σε εθελοντές πάνω από τριακόσιους”. Κι άλλο παράδειγμα. Λένε οι “γλωσσοπλάστες”: Η κακοκαιρία θα διαρκέσει για τουλάχιστον πέντε ημέρες”. Είναι κακόηχο, ασύντακτο να παρεμβάλλεται το “τουλάχιστον, που δηλώνει το κατά προσέγγιση, ανάμεσα στην πρόθεση “για” και στο ουσιαστικό “ημέρες”. Πώς λοιπόν έπρεπε να πουν τη φράση; Απλούστατα: “Η κακοκαιρία θα διαρκέσει για πέντε ημέρες τουλάχιστον” ή “Για πέντε ημέρες τουλάχιστον θα διαρκέσει η κακοκαιρία”.
*
Την ώρα που έγραφα για τα “απόλυτα αριθμητικά” και για τους “τρακόσιους εθελοντές”, δεν ξέρω πως, το μυαλό μου πήγε στη φράση “Οι τριακόσιοι του Λεωνίδα” κι απ’ αυτή στη φράση “Οι τρακόσιοι της Βουλής” - τι ήθελα να τους θυμηθώ και ταράχτηκαν τα σωθικά μου! Να είναι “βουλευτές” δηλαδή οι άνθρωποι που “βουλεύονται” που “σκέφτονται”, που εκφράζουν τη σκέψη τους, που αποφασίζουν για καίρια ζητήματα της Πατρίδας στη Βουλή...
(Ανοίγω παρένθεση: Ο πρώτος Παπανδρέου, ο περίφημος “Γέρος της Δημοκρατίας”, όταν ήταν αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης με πρωθυπουργό τον πρώτο Κωνσταντίνο Καραμανλή, είπε στη Βουλή εκείνο το αμίμητο σχετικά με το ρήμα “βουλεύομαι”: “Αγαπητοί συνάδελφοι, μη παρεξηγείτε τον κ. πρωθυπουργό που σας αποκαλεί με τη σερραϊκή προφορά του “κύριοι βολευταί”. Προφανώς δεν εννοεί ότι η λέξη παράγεται από το ρήμα “βουλεύομαι”, αλλά από το ρήμα “βολεύομαι”... και έγινε το “σώσε” στη Βουλή. Κλείνω την παρένθεση).
Οι “τριακόσιοι” λοιπόν της Βουλής, “απόλυτο” αριθμητικό! Που “βολεύονται” αλλά όχι “βουλεύονται”, που άλλα σκέπονται και υποστηρίζουν και άλλα ψηφίζουν, που συστοιχίζονται, με “κομματικές πειθαρχίες” με εξαναγκασμούς και διαγραφές, που τους σιχάθηκε η ψυχή μας στις πρόσφατες συνεδριάσεις - ψηφίζω το “Μνημόνιο”που επιβάλλει το Δ.Ν.Τ. και η περίφημη “Τρόικα” ή δεν το ψηφίζω, “βουλεύομαι” σχετικά μ’ αυτό η “βολεύομαι” ως αμοραλιστήτς που απέδειξα πλειστάκις ότι είμαι, που “νομοθετώ” νόμους απαλλακτικούς για βουλευτικά αδικήματα και για παραγραφές βουλευτικών ατασθαλιών - όρα “Χρηματιστήριο”, “Βατοπέδι”, ‘Ομόλογα”, Χρηματισμούς “Siemens” και άλλα και άλλα!
Οι “τριακόσιοι”! Αριθμητικό απόλυτο επίθετο - απόλυτοι ψευταράδες αμοραλιστές (ας εξαιρέσουμε και κάποιους), που ο κόσμος τους σιχάθηκε και αυτοι πια δεν τολμούν πλέον να εμφανιστούν δημόσια μπροστά του, γιατί φοβούνται τους προπηλακισμούς και τα γιαουρτώματα! Πού καταντήσαμε, που καταντήσαμε, ω “τριακόσιοι” της Βουλής των Ελλήνων!ψ



