Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2022, 3:05:36 μμ
Πέμπτη, 09 Ιουνίου 2022 19:35

ΘΡΑΚΗ 1870-1924: Η παραχώρηση της Ανατολικής και της Δυτικής Θράκης, και της Ζώνης της Σμύρνης στην Ελλάδα

Γράφει ο Γεώργιος Μάνος, Γεωπόνος – οικονομολόγος, Συγγραφέας – ιστορικός ερευνητής.

Η αποβίβαση των Ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη έγινε στις 2 Μαΐου 1919 το πρωί και σκόρπισε ενθουσιασμό στους Έλληνες όλης της Αυτοκρατορίας.


«Τι μέρα ήτανε κι εκείνη, Θεέ μου! Πρώτη του Μαγιού. Μόλις γυρίσαμε απ’ την κούλα με τα λούλουδα, τα στεφάνια και τα τραγούδια. “Στην Αγία Φωτεινή μαζώνεται κόσμος. Θα μιλήσει ο δεσπότης”, μαθεύτηκε από στόμα σε στόμα. Κόσεψα κι εγώ. Ήτανε τέσσερες το απόγεμα. Ο κόσμος πολύς. Δεν τόνε χώραγε ο αυλόγυρος. Με δυσκολία ο Χρυσόστομος αρχίνησε να διαβάζει το μήνυμα του Βενιζέλου. Μόλις είπε πως “το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν, και είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος”, ο κόσμος παραλόγιασε. Αγκαλιές, φιλιά, καμπάνες, τουφέκια, πανηγύρι. Είπε κι άλλα ο δεσπότης, μα ποιος τον άκουγε εκείνην την ώρα! Θυμούμαι μονάχα πως, στο τέλος, γύρεψε να μην κακοφερθούμε στους Τούρκους. Εκείνο το πρωτομαγιάτικο βράδυ, δε σφαλίσαμε μάτι. Όλη η Σμύρνη, γέροι, νέοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, στο πόδι. Βιαζόμασταν να ξημερώσει, να έρθει ο στρατός μας. Τα σοκάκια γιομάτα κόσμο. Ήτανε δύσκολο να κάνουμε ζάφτι τη χαρά μας. Χαράματα ακόμα, κι η προκυμαία θα βούλιαζε. Οι Τούρκοι χαμένοι από το μεϊντάνι. Και όταν, στις οκτώ παρά δέκα το πρωί, ο στρατός μας αρχίνησε να βγαίνει από τα πλοία…».

Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου τον Οκτώβριο 1918 βρήκε τη Θράκη διαιρεμένη, όπως προέβλεπε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913. Η Δυτική Θράκη ανήκε στη Βουλγαρία, ενώ η Ανατολική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και οι δύο, όμως, βρίσκονταν στο στρατόπεδο των ηττημένων.
Στη Δυτική Θράκη, η Βουλγαρία βρισκόταν σε μειονεκτική θέση και λόγω της στυγνής πολιτικής εθνοκάθαρσης, που εφάρμοσε την περίοδο 1913 - 1918, σε τέτοιο βαθμό που άλλαξε η δημογραφική σύνθεση της περιοχής. Υπολογίζεται ότι εκτοπίσθηκαν δια της βίας 70.000 Έλληνες και 50.000 μουσουλμάνο, και στα σπίτια τους μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν Βούλγαροι. Παράλληλα, την περίοδο 1916 - 1918, χιλιάδες Έλληνες 16 ως 60 ετών έχασαν τη ζωή τους στα τάγματα εργασίας στη Βουλγαρία, γνωστά ως ντουρντουβάκια, που ήταν παρόμοια με τα αμελέ ταμπουρού της Τουρκίας.
Παρ’ όλα αυτά η Βουλγαρία στο Συνέδριο της Ειρήνης είχε ισχυρούς υποστηρικτές με πρώτους τους Αμερικανούς, που υποστήριζαν ότι η Δυτική Θράκη έπρεπε να παραμείνει στη Βουλγαρία. Οι λόγοι είχαν σχέση με το εμπόριο του καπνού, αλλά και με την επιρροή που του ασκούσε στον πρόεδρο Ουίλσον η σύζυγός του, της οποίας η αδελφή ήταν σύζυγος του Βούλγαρου πρέσβη στην Ουάσιγκτον.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1919, ένα χρόνο μετά τη λήξη του πολέμου και αφού είχε ήδη αποσυρθεί ο πρόεδρος Ουίλσον, οι σύμμαχοι εξουσιοδότησαν τον αρχιστράτηγο Franchet d' Esperey να διατάξει μέσα στον Οκτώβριο την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τον βουλγάρικο στρατό και την ταυτόχρονη υπαγωγή της σε καθεστώς διασυμμαχικής διοίκησης υπό γαλλικό έλεγχο.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1919, οι συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη και διαίρεσαν την περιοχή σε τρία διαμερίσματα: Ξάνθης, Κομοτηνής και Κάραγατς. Στην Κομοτηνή και στο Κάραγατς διορίστηκαν Γάλλοι στρατιωτικοί διοικητές, ενώ στην περιοχή της Ξάνθης ο υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος, διοικητής της 9ης μεραρχίας του ελληνικού στρατού, ο οποίος με εντολή της Αντάντ εισήλθε στις 4 Οκτωβρίου 1919 στην Ξάνθη.
Στις 15 Οκτωβρίου άρχισαν να αποχωρούν τα βουλγαρικά στρατεύματα, ενώ στις 18 Οκτωβρίου ιδρύθηκε στη Δυτική Θράκη ένα ιδιότυπο αυτόνομο κρατίδιο με την ονομασία "Διασυμμαχική Θράκη", με επίσημη γλώσσα τη Γαλλική και με διοικητή τον Γάλλο Αρμοστή στρατηγό Charpy. Τα διοικητικά όργανα με τα οποία ασκούσε την εξουσία ο στρατηγός Σαρπύ ήταν δύο. Το πρώτο το συγκροτούσαν Γάλλοι αξιωματικοί, ενώ το δεύτερο οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων της Θράκης, Ελλήνων, μουσουλμάνων, Βουλγάρων, Εβραίων κλπ., με βάση τον πληθυσμό κάθε κοινότητας.
Στις 14 Νοεμβρίου 1919 υπογράφτηκε, στα πλαίσια του Συνεδρίου, η Συνθήκη του Νεϊγύ  μεταξύ των νικητριών δυνάμεων και της Βουλγαρίας, παρουσία του Έλληνα Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η συνθήκη προέβλεπε:
Την παραίτησή της Βουλγαρίας υπέρ των Συμμάχων από όλα τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της Δυτικής Θράκης, που της είχαν παραχωρηθεί με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, και με την υποχρέωση ν΄ αναγνωρίσει εκ των προτέρων τις μεταγενέστερες αποφάσεις των Δυνάμεων σχετικά με τη Θράκη. Στην ουσία δηλαδή η Βουλγαρία αναγνώρισε το δικαίωμα των συμμάχων να αποφασίσουν στο μέλλον για τη τύχη της Δυτικής Θράκης, χωρίς να τη ρωτήσουν.
Προέβλεπε επίσης την εθελοντική και αμοιβαία μετανάστευση ανάμεσα στη Βουλγαρία και την Ελλάδα. Υπολογίζεται ότι, μέχρι το 1925, αντηλλάγησαν 60.000 Βούλγαροι της Ελλάδας με περίπου 45.000 Έλληνες της Ανατολικής Ρωμυλίας.
Από τους Βούλγαρους η Συνθήκη του Νεϊγύ θεωρήθηκε η δεύτερη εθνική τους καταστροφή, με πρώτη την ήττα τους στο Β΄ Βαλκανικό πόλεμο το 1913.
Αμέσως μετά την δημιουργία της Διασυμμαχικής Θράκης, η Ελλάδα επιδόθηκε σε έναν αγώνα επαναπατρισμού των 70.000 Ελλήνων που είχαν καταφύγει, στην ελεύθερη Ελλάδα την περίοδο 1913-1918. Η παλινόστηση των προσφύγων ήταν υψίστης σημασίας, προκειμένου η Θράκη να αποκτήσει το απαραίτητο πληθυσμιακό έρεισμα, πριν ληφθούν οριστικές αποφάσεις για την τύχη της. Για το σκοπό αυτό στάλθηκε από την ελληνική κυβέρνηση στην Κομοτηνή, ως Διπλωματικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Πολιτεία, ο Χαρίσιος Βαμβακάς, οποίος συνέβαλε αποφασιστικά στην επιστροφή, σε μικρό χρονικό διάστημα, 40.000 Ελλήνων προσφύγων, οι οποίοι προσέδωσαν στη Δ. Θράκη την ελληνική της φυσιογνωμία. Κατάφερε επιπλέον ο Βαμβακάς με τη διπλωματικότητά του να πάρει με το μέρος του στο συμβούλιο των αντιπροσώπων τη σημαντική παλαιοτουρκική μουσουλμανική κοινότητα που δεν επιθυμούσε την υπαγωγή της Δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία. Τελικά, τον Μάρτιο του 1920 οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων ψήφισαν υπέρ της ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα.
Η τελευταία πράξη του θρακικού ζητήματος έλαβε χώρα μεταξύ 6 και 13 Απριλίου 1920 (π.η.) στη Διάσκεψη Κορυφής στο Σαν Ρέμο, όπου οι σύμμαχοι αποφάσισαν την αντικατάσταση των συμμαχικών στρατευμάτων από Ελληνικά, σε ολόκληρη τη Θράκη, Δυτική και Ανατολική.
Στις 14 Μαΐου 1920, ο Ελληνικός Στρατός διατάσσεται να αναλάβει, εξ ονόματος των συμμάχων, την κατάληψη και διοίκηση της Δυτικής Θράκης, αντικαθιστώντας τα Γαλλικά στρατεύματα. Αμέσως τμήμα του ελληνικού στρατού με αφετηρία την Ξάνθη, προήλασε υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη και εισήλθε στην Κομοτηνή, ενώ ένα άλλο τμήμα υπό τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης και προχώρησε στην κατάληψη των Φερών, του Σουφλίου, του Διδυμότειχου και του Κάραγατς.
Η εγκαθίδρυση της ελληνικής διοίκησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση του συνόλου των κρατικών υπηρεσιών από τις γαλλικές αρχές της Διασυμμαχικής Θράκης, και μέχρι τις 29 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά στρατεύματα.
Στις αρχές Ιουλίου 1920, o Ελληνικός Στρατός έλαβε εντολή από τους συμμάχους να προωθηθεί και στην Ανατολική, με αντικειμενικό σκοπό να καταστείλει το κίνημα του Κεμαλικού Συνταγματάρχη Τζαφέρ Ταχιάρ (Διοικητή Α΄ Σώματος Στρατού) που αρνείται να δεχθεί τη Συνθήκη του Μούδρου για την Τουρκία.
Στη συνδυασμένη επιχείρηση πήραν η Μεραρχία Σμύρνης και η Ελληνική Στρατιά Δυτικής Θράκης.
Στις 7 Ιουλίου, η Μεραρχία Σμύρνης πραγματοποίησε απόβαση από τα λιμάνια της Πανόρμου και της Αρτάκης, στη Ραιδεστό και την Ηράκλεια και αφού κατέλαβε την Ηράκλεια, τη Ραιδεστό και την Τυρολόη, στις 10 Ιουλίου κατέλαβε το Λουλέ Μπουργκάζ και τη Χαριούπολη.
Ταυτόχρονα, η Στρατιά της Θράκης, που είχε αναπτυχθεί από το Πύθιο ως το Κάραγατς, κατάφερε να αποκρούσει τις επιθέσεις των Τούρκων του Τζαφέρ Ταγιάρ και στις 12 Ιουλίου τμήματα Ευζώνων πέρασαν τη γέφυρα του Έβρου και εισήλθαν στην Αδριανούπολη.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 28 Ιουλίου 1920, υπογράφτηκε μεταξύ των συμμάχων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η Συνθήκη των Σεβρών.
Με τη Συνθήκη αυτή:
παραχωρήθηκε στην Ελλάδα ολόκληρη η Θράκη (Ανατολική και Δυτική), ως τις Μέτρες (Τσατάλτζα).
αναγνωρίστηκε η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου μαζί με την Ίμβρο και την Τένεδο, εκτός από τα Δωδεκάνησα που παραχωρήθηκαν στην Ιταλία.
ανατέθηκε στην Ελλάδα η προσωρινή διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης για μια 5ετία, οπότε θα διεξαγόταν δημοψήφισμα για να αποφασισθεί αν θα πήγαινε στην Ελλάδα ή την Τουρκία.
Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά χαρακτηρίστηκαν ουδέτερη ζώνη και τέθηκαν υπό τον έλεγχο της διεθνούς συμμαχικής επιτροπής,
Ταυτόχρονα υπογράφτηκε και χωριστή συνθήκη, με την οποία η Βουλγαρία μεταβίβαζε στην Ελλάδα τα δικαιώματα που είχε εκχωρήσει στους Συμμάχους με τη Συνθήκη του Νεϊγύ τον Νοέμβριο 1919.

Αμέσως μετά τη Συνθήκη των Σεβρών και την ενσωμάτωση της Ανατολικής Θράκης στο ελληνικό κράτος, άρχισαν να επιστρέφουν από την Ελλάδα όσοι Έλληνες είχαν επιζήσει από τις απελάσεις της περιόδου 1914-1918, ενώ είχαν ήδη επιστρέψει με τη λήξη του πολέμου και όσοι είχαν επιζήσει από τους εκτοπισμένους στη Μικρά Ασία.
Συνολικά, επέστρεψαν περίπου 190.000 Θρακιώτες και μαζί με τους 50.000 που είχαν γλιτώσει την εξορία, το 1920 η Ανατολική Θράκη αριθμούσε περίπου 240-250.000 Έλληνες, έναντι των 370.000 του 1911. Έλειπαν περίπου 130.000. Αυτοί ήταν τα θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης της περιόδου 1914-1918.
Για τους ίδιους τους Θρακιώτες, όλα όσα βίωσαν εκείνη την περίοδο έμειναν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη τους ως «Πρώτος Διωγμός», για να τον ξεχωρίζουν από τον οριστικό ξεριζωμό του 1922. Ο όρος «Γενοκτονία» δεν ήταν γνωστός τότε.
Με την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος, η Ανατολική Θράκη άρχισε να αναπτύσσεται, με ένα ρυθμό πρωτόγνωρο, που και σήμερα ακόμη εκπλήσσει τους μελετητές.
Δυστυχώς, η χαρά της επιστροφής και της αναδημιουργίας κράτησε μόνο δυο χρόνια. Στις 13 Αυγούστου 1922 (π.η.) έσπασε το μέτωπο της Μικράς Ασίας στο Αφιόν Καραχισάρ. Να πώς έμαθαν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης την καταστροφή:
«Aνήμερα της Παναγίας (1922) μάς βάρεσε το μεγάλο αστροπελέκι. Ο κόσμος έβγαινε απ’ την εκκλησία, όντας ήρθε το μαύρο μαντάτο. “Έσπασε το μέτωπο! Έπεσε η Μικρασία! Αντίκρυ σφάζουνε αράδα!”. Και βγαίνοντας ο Αύγουστος: “Κάηκε η Σμύρνη! Η θάλασσα γιόμισε άψυχα κορμιά!”. Ο νους σταμάτησε. Δεν χώραγε τέτοιο αναποδογύρισμα.
»Κι αντάμα με τα μαντάτα, οι ξεριζωμένοι. Χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες, με φανερό τον τρόμο στα μάτια, στοιβαγμένοι σε βάρκες και καΐκια, ήρχουνταν απ’ αγνάντια, μερόνυχτα ολάκερα. Ούλος ο γιαλός, απ’ την Καλλικράτεια ως τη Ραιδεστό και την Καλλίπολη, γιόμισε ανθρώπινα κουρέλια. Γυναικόπαιδα, παππούδες, γιαγιές κι ανήμποροι. Οι άντρες λιγοστοί. Μάνες αλλοπαρμένες, με τα μάτια πεταμένα όξω απ’ τον τρόμο, γύρευαν τα παιδιά τους και, την ίδιαν ώρα, παιδιά αδέσποτα γύρευαν σαν χαμένα γονιούς και συγγενείς. Ανάμεσα, και λαβωμένοι στρατιώτες που κατάφεραν, όπως όπως, να γλιτώσουνε το μαχαίρι. Νηστικοί, μισόγυμνοι και ξυπόλυτοι, διακόνευαν ένα κομμάτι ψωμί, για να σταθούνε στα ποδάρια τους.
»Τα βράδια, κλάματα και μαύρα μοιριολόγια έσκιζαν τη σιγαλιά της νύχτας σ’ ούλη την αμμουδιά. Λόγος με κόπο έβγαινε απ’ τα χείλια τους. Κι όντας κανένας έπαιρνε το κουράγιο να ιστορήσει τι γίνηκε, μια ανατριχίλα απλώνονταν ολόγυρα κι ο φόβος μεγάλωνε πιότερο».

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:

Ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη

Το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Δυτικής Θράκης

Η κατάληψη της Αδριανούπολης 12 Ιουλίου 1920

Η Διάταξη των ελληνικών δυνάμεων για την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης

Η Ελλάδα της Συνθήκης των Σεβρών

Η Σμύρνη στις φλόγες 31 Αυγούστου 1922.