Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021, 11:52:11 πμ
etpa
Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2020 21:33

Το εξωκκλησί του Αγίου Γεωργίου του Κάτω Βολοβότ – Παντελεήμων Κιλκίς

Συντάκτης:

Του Νίκου Σιάνα.

Αμέτρητα τα εξωκκλήσια ανά την ελληνική επικράτεια, κτισμένα άλλα σε λόφους, άλλα σε ψηλές βουνοκορφές και άλλα στα λαγκάδια, με τα περισσότερα να είναι αφιερωμένα στην Παναγία μας, σε γνωστούς αγίους καθώς και τοπικούς νεομάρτυρες. Το καθένα από αυτά έχει την δική του μικρή ή μεγάλη ιστορία, πολλά συνεχίζουν έως σήμερα να προσελκύουν πλήθος πιστών και τα πανηγύρια τους παραμένουν ακόμη ζωντανά και ξακουστά όπως τα χρόνια τα παλιά.

 

Ένα τέτοιο μικρό και ταπεινό εξωκκλήσι υπάρχει εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια μεταξύ των χωριών Ν. Σάντας, Μονολόφου, Πετρωτού και Αγ. Παντελεήμονα, κτισμένο στη νότια όχθη του Κουρού – ντερέ (ξεροπόταμος στα τούρκικα).
Ένα εξωκκλήσι – προσκυνητάρι – το οποίο ο κτήτορας του το αφιέρωσε σ’ ένα νεομάρτυρα, τον Άγιο Γεώργιο εξ Ιωαννίνων που μαρτύρησε στις 17 Ιανουαρίου 1838.
Ο Άγιος αυτός για τους κατοίκους της περιοχής ήταν άγνωστος και ο κτήτορας του εξωκκλησίου αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία όταν αποκάλυψε το όραμα που είδε. Αργότερα, όταν οι Άγγλοι στρατιώτες (Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος) κατασκεύασαν το δεύτερο ξωκκλήσι το οποίο ανέλαβαν οι κάτοικοι του Δρυμού, το τιμούσαν στις 23 Απριλίου. Έτσι το γνώρισαν και οι πρόσφυγες που ήρθαν λίγο αργότερα στην περιοχή, και πολύ σύντομα το εξωκκλήσι έγινε σημείο αναφοράς και για τους νέους τώρα κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα των πρώτων χρόνων δεν λυγίζουν.
Η χριστιανική τους πίστη που είναι βαθειά χαραγμένη στην ψυχή τους, δίνει δύναμη και κουράγιο. Το πρώτο τους μέλημα είναι το που θα εκκλησιάζονται. Για τις πρώτες πενήντα οικογένειες ποντίων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν το φθινόπωρο του 1922 στην τοποθεσία που ονομάστηκε τότε Κάτω Βολοβότ (Παντελεήμονας) το εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, που ήταν σχετικά κοντά στο νέο τους χωριό, ήταν μια καλή λύση, όπως μας πληροφορεί ο Βασίλης Ξενίδης στο σχετικό του πόνημα για το εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου.
Έτσι ζήτησαν την άδεια από τους κατοίκους του Δρυμού και η ανταπόκριση ήταν θετική. Τον χειμώνα του 1923 -24 έρχεται το πρώτο θανατικό, αποβιώνει ο Χρήστος Γολιδόπουλος και στο εξωκκλησία που μέχρι τότε είχαν τελεσθεί άλλα μυστήρια, θα τελεσθεί και η πρώτη εξόδιος ακολουθία. Στον περίβολο πίσω από το ιερό θα γίνει η πρώτη ταφή ή σωστότερα η δεύτερη γιατί σε απόσταση εκατόν μέτρων υπάρχει το μνήμα της Μαριγώς Καμάρη Χαλή 1.
Χειμώνας 1934 -1935, ο κουρού – ντερέ όπως κάθε χειμώνα έτσι και τώρα γίνεται απειλητικός για το μικρό εκκλησάκι, όμως αυτή τη φορά τα θολά νερά του το χτυπούν αλύπητα και πράγματι αυτό δεν αντέχει . Στον Παντελεήμονα σήμανε συναγερμός, όλοι τρέχουν να προλάβουν μήπως και σώσουν κάτι. Μάταια όμως, η ορμητικότητα των νερών καθιστά αδύνατη ακόμη και την σκέψη για προσέγγιση έστω κάποιας εικόνας που άλλοτε ανεβαίνουν στα κύματα και άλλοτε τις βλέπουν να χάνονται από τα μάτια τους.
Όμως ο Κωνσταντίνος Καμουρίδης αψηφά τον κίνδυνο, σηκώνει το κεφάλι του προς τον ουρανό, ζητά τη βοήθεια του Αγίου Γεωργίου και πέφτει στο ποτάμι, παλεύει με τα μανιασμένα κύματα και μετά από λίγο προσπαθεί να βγει στην όχθη. Τρέχουν τώρα όλοι προς βοήθεια του και φτιάχνουν μια ανθρώπινη αλυσίδα για να τον τραβήξουν έξω και τα καταφέρνουν. Στα χέρια του κρατάει την φορητή εικόνα του Νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου εξ Ιωαννίνων του φουστανελά (έτος εικονογράφησης 1919).
Με την υποχώρηση των νερών φάνηκε το μέγεθος της καταστροφής. Από το παρεκκλήσι μόνο τα πέτρινα θεμέλια παρέμειναν στη θέση τους και διασώθηκαν οι εικόνες του τέμπλου και κάποιες φορητές. Χωρίς δεύτερη σκέψη οι κάτοικοι του Αγίου Παντελεήμονα το καλοκαίρι ξεκινούν την κατασκευή του νέου, όχι όμως στην ίδια θέση, αλλά πιο νοτιοανατολικά προς αποφυγή μελλοντικής καταστροφής. Το κτίσιμο του εξωκκλησίου το ανέλαβαν τεχνίτες του χωριού, βοηθούμενοι και από τεχνίτες των διπλανών χωριών.
Στα χρόνια που ακολουθούν την ημέρα της εορτής του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) στο εξωκκλήσι πραγματοποιούνται ονομαστά πανηγύρια. Πλήθος πιστών από τα γύρω χωριά και όχι μόνο, συρρέουν από τα ξημερώματα ακόμη στο εξωκκλήσι, άλλοι με τα πόδια και άλλοι με τα κάρα. Πολλοί μάλιστα έρχονταν την παραμονή στον εσπερινό μένοντας ξάγρυπνοι όλη την νύχτα με μόνη συντροφιά την εικόνα του Αγίου, το καντήλι του και την φλόγα των κεριών. Να προσευχηθούν και να ζητήσουν την ευλογία του Αγίου Γεωργίου. Την επομένη ανήμερα της εορτής και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, ακολουθούσαν κεράσματα, χοροί και τραγούδια, ως αργά το απόγευμα. Αυτή η συνήθεια κράτησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, σύμφωνα με τον Β. Ξενίδη.
Σε ένα τέτοιο πανηγύρι (δεκάχρονο παιδί τότε) βρέθηκα και εγώ μαζί με πολλούς συγχωριανούς μου από το Πετρωτό και παρ΄όλο που από τότε έχει περάσει μισός αιώνας η εικόνα της προσέλευσης του κόσμου από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα παρέμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μου. Ένας κόσμος φτωχός μα χαρούμενος, έτσι τουλάχιστον φαινόταν στα παιδικά μου μάτια. Εκείνα όμως που ήταν χαρούμενα ήταν τα παιδιά και πώς να μην ήταν... πανηγύρι ήταν αυτό, ημέρα ξεγνοιασιάς και παιχνιδιού, άσε που όλο και κάτι θα μας αγόραζαν οι δικοί μας. Όχι σπουδαία πράγματα, κανένα παγωτό ξυλάκι, κανένα σάμαλι ή κανένα τενεκεδένιο βατραχάκι που έκανε κλακ – κλακ ή καμία πήλινη σφυρίχτρα, όλα ήταν καλοδεχούμενα.
Τα χρόνια πέρασαν, ο κόσμος γύρω μας άλλαξε, μαζί και εμείς και να τώρα, μισό σχεδόν αιώνα μετά με αφορμή ένα ευχάριστο γεγονός συγγενικού μου προσώπου, βρίσκομαι ξανά στο εξωκκλήσι του Αη Γιώργη. Η συγκίνηση έντονη, παιδικές αναμνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, συγχρόνως όμως θέλω να μάθω κάτι για την ιστορία του, ποιος και πότε κτίστηκε.
Στην μαρμάρινη εντοιχισμένη πλάκα διαβάζω: Ιερά Μητρόπολις Πολυανής και Κιλκισίου. Ο ιερός ναός του Αγ. Γεωργίου ανηγήρθη το 1915 -16 από τον Αναστάσιο και την Μαρία Γούκου. Ανακαινίσθηκε για πρώτη φορά το 1935-36. Κατά τα έτη 1987 -88 ανακαινίσθη εκ βάθρων υπό των ενοριτών του Παντελεήμονα και ευλαβών χριστιανών της περιοχής.
Από το βιβλίο του Β. Ξενίδη που μου προσφέρθηκε ευγενικά από τον παρόντα εκκλησιαστικό επίτροπο έμαθα περισσότερα για την ιστορία του εξωκκλησίου καθώς και την γύρω περιοχή.

Υ.Γ.1: Σε ένα κόσμο που αστόχαστα προσπαθεί να ξεκόψει από τις ρίζες του κάποιοι αντιστέκονται με λόγο ειρηνικό με προβολές στο χρόνο και εμμονή στις παραδόσεις έχοντας πάντα στο νου και την ψυχή τη ρήση του Πλούταρχου.
«Καλόν εστί τα οικεία κοσμείς και σώζεις…»
Ο Βασίλης Ξενίδης είναι ένας από αυτούς, στο πόνημα του καταγράφει λεπτομερώς τα ιστορικά, εκκλησιαστικά και πολιτικά γεγονότα από την ημέρα εύρεσης της Ιερής εικόνας του Αγίου Γεωργίου εξ Ιωαννίνων έως το πρώτο κτίσιμο του εξωκκλησίου, και από την σύσταση του προσφυγικού χωριού του Παντελεήμονα. Είναι άξιος συγχαρητηρίων γιατί παραδίδοντας κανείς την ιστορία του τόπου του, των ανθρώπων του, των πιστευμάτων τους και των ιερών τους παραδόσεων στη νέα γενιά των ανθρώπων, στην νεολαία μας, πιστεύω ότι ανάβει ένα κερί στη μνήμη των προγόνων, που το φως του θα φωτίσει τον κόσμο που έρχεται με την ευχή να τον κάνει καλύτερο από αυτόν που τον παραδώσαμε.
Υ.Γ. 2: Το 1955 ο Αναστάσιος Γούκος από την Μπάλτζα (Μελισσοχώρι) βλέπει στον ύπνο του ένα όραμα. Βλέπει έναν νεαρό φουστανελοφόρο άντρα, ο οποίος τον παροτρύνει με έντονο τρόπο να πάει σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο στον ξεροπόταμο Κουρού – ντερέ απ΄όπου περνούν οι άμαξες, να σκάψει και θα βρει μια εικόνα. Πράγματι, χωρίς να χάσει χρόνο και αφού εξιστόρησε το γεγονός στη γυναίκα του Μαρία, ξεκίνησαν για το σημείο που του υπέδειξε η άγνωστη μα καθαρή μορφή του φουστανελοφόρου άντρα. Δεν χρειάστηκε να σκάψει πολύ βαθειά, το φτυάρι του σε λίγο κτύπησε πάνω σε ξύλο και ανασύροντας το από τη γη βλέπει έκπληκτος ότι πάνω σε καμβά είναι αποτυπωμένη η μορφή του προσώπου που είδε στο όραμα του. Έντρομος και μη ξέροντας τι να κάνει γυρίζει σπίτι του. Το βράδυ εμφανίζεται ξανά ο νεαρός φουστανελοφόρος στον ύπνο του και του ζητάει να κατασκευάσει ένα προσκυνητάρι στο σημείο που βρήκε την εικόνα και να την τοποθετήσει εντός αυτού. Με υλικά της περιοχής ξεκίνησε την κατασκευή του προσκυνηταρίου σχεδόν μέσα στην κοίτη του ξεροπόταμου. Είκοσι χρόνια άντεξε στα ορμητικά νερά του Κουρού – ντερέ το πρώτο ξωκκλήσι.
 Ο Άγιος Γεώργιος Πολιούχος των Ιωαννίνων, είναι ο μόνος Άγιος που εικονίζεται με φουστανέλα, φέρει και τσαρούχι. Ιπποκόμος στην υπηρεσία τούρκου, καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δεν δέχθηκε να απαρνηθεί την χριστιανική του θρησκεία και μαρτύρησε στην κεντρική πύλη του φρουρίου από τον Μουσταφά Νούρη Πασά την 17η Ιανουαρίου 1838 σε ηλικία τριάντα ετών. Στις 17 Ιανουαρίου 2018 ανακηρύχθηκε προστάτης της προεδρικής φρουράς των Ελλήνων. Η δε εικόνα που βρήκε ο Γούκος βρίσκεται στην εκκλησία του Παντελεήμονα.