espa pkm

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2026, 7:02:43 πμ
Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2026 08:49

Το Καρς μετά την αποχώρηση των Ρώσων

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης

Εκπαιδευτικός - συγγραφέας

Γλυκοχαράζει. Το αγριοπούλι τινάζει τα φτερά του, πριν το πρωινό του πέταγμα. Το φως ανάλαφρο διαχέεται ανάμεσα από τα φύλλα. Ήρθε  η ώρα του για την αναζήτηση τροφής. Τούτη η στιγμή είναι η πιο ιερή για τα νεογνά του.

Αντίκρυ, στον βαθύ ορίζοντα  κάποια κουρασμένα σύννεφα παίζουν με τον άνεμο κυνηγητό, όταν ο ήλιος ανεβαίνοντας στον ουρανό τον βάφει σε χρώμα ρόδινο. Την ίδια στιγμή ο Έλληνας του Καυκάσου  εξαναγκάζεται να εγκαταλείψει τη γη στην οποία έζησε για σαράντα χρόνια και την μπόλιασε με τα όνειρά του.

Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, κι αφού ο ρωσικός στρατός έφυγε από το Καρς, ολόκληρος ο διοικητικός μηχανισμός παρέλυσε. Παντού επικρατούσε σύγχυση και αναρχία. Κανείς δεν μπορούσε πια να εγγυηθεί για τη ζωή των Ελλήνων της συγκεκριμένης περιοχής, μετά κι από την αποχώρηση των Ρώσων από το Καρς.

 Στο βιβλίο του ο Γεώργιος Γρ. Γρηγοριάδης. «Ο Πόντος και το Καρς, μια ουσιαστική προσφορά στην Ιστορία των Καρσλήδων», στο κεφάλαιο «Το κότσεμαν», αναφέρει σχετικά:  Τα πρώτα τουρκικά στρατεύματα προχωρούν ανεμπόδιστα από τους Ρώσους, αφότου πέρασαν στην ταραγμένη χώρα τους. Η αντίσταση που προβάλλεται από τα ελληνικά χωριά, δεν αποδίδει. Το μόνο που μένει τώρα είναι η φυγή. Τα χωριά του Καρς «εσκώθαν σο ποδάρ». Αποφασίζουν να ξεριζωθούν, από τα μέρη που ρίζωσαν. «Το μούγκρισμα της εκρίζωσης τραντάζει τον τόπο… Ένα πανδαιμόνιο κι ένας πανζουρλισμός ανακατώνονται με τον φοβερό απόηχο της εντολής: «γοσέψτεν, λαλέστεν, φυέστεν» και συνταράζουν τον τόπο. Τρομάζουν μικρούς και μεγάλους, γενναίους και λιπόψυχους, ψύχραιμους και μικρόκαρδους: «φουργούνια… σάνκας, άλογα, βούδα, κομέσια», ζεύονται φορτώνονται «σελέκια» και μπόγους… Δισάκια, κρεβάτα και λώματα» και παίρνουν γέρους, ανήμπορους, άρρωστους από κοντά και λεχώνες κι έγκυες… Ο παπάς σημαίνει για στερνή φορά την καμπάνα της μικρής εκκλησιάς, τρισμέγιστης τώρα στα αγριεμένα μάτια των «που θ’ αχπάσκουν» αυτήν την φορά στ’ αλήθεια, «για τον κρεμόν και τον αγύριστον». Και την ακούν οι άνθρωποι και παίρνουν δύναμη. Και φορτώνουν - φορτώνουν. Κι είναι η ώρα που αδίστακτα μπορούν να φωνάζουν: «Εβγάτεν αποθαμέν να εμπαίνε οι ζωντανοί σα ταφία. Άλλο κι γίνεται!»

Και «αφί’νε πόρτας ανοιχτά, τα καρακίδια   ακλείδεα και φιλούν την πόρταν τ’ οσπιτί’ κι ευτάνε νε την ευχήν ατουν και λένε με τ’ όνομα τη Θεού». Μπαίνουν στους χιονισμένους δρόμους και λαλούν – λαλούν.». Οι πιο τολμηροί οι πιο αποφασιστικοί κόβουν δρόμο για το Καρς. Άλλοι από Τιφλίδα για Καρς, άλλοι από Κιόλα, από Καγισμάν, το Χοροσάν κι άλλοι από αλλού, μια φάλαγγα ατέλειωτη ανθρώπων, ζώων που βοούν, τροχοφόρων που γρυλίζουν, κατηφορίζουν, σκοντάφτουν, βουλιάζουν, σπάνουν, πέφτουν, ανασηκώνονται, τρικλίζουν, «κόπτουν γόνατα, κόπτουν ωμία, κόπτουν «άνασμας», κλαίνε, χτουπίγουν», γογγύζουν αναστενάζουν, βαρυγκομούν: «ντο εν’ αβούτο το κακόν το εύρε μας»… Ντο θα ’ίνουμες απαγκέσ’ σα στράτας, ση χώρας τα πόρτας και σα ξένα χέρια…

Απρίλιος 1918. Η νέα Ρωσία, η χώρα των Σοβιέτ, υπέγραψε τον Μάρτη του ιδίου χρόνου  συνθήκη ειρήνης με τις κεντρικές δυνάμεις, κι ανάμεσα στ’ άλλα, εκχώρησε τις  επαρχίες Καρς – Αρταχάν στην Τουρκία, με τη συνθήκη Μπρεστ – Λιτόφσκ.  Η φυγή των Ελλήνων από το Καρς είναι πλέον η μόνη λύση, μετά από σαράντα χρόνια ζωής εκεί.  Μερικά χωριά της Όλτης, όπως το Μερενίσ’ το Τσορμίκ, το Αρσενιάκ οσμίστηκαν εγκαίρως τον κίνδυνο και διάβηκαν προς την Κιόλα, από όπου ακολούθησαν την τύχη των Κιολαλήδων. Τ’ άλλα, τα νοτιότερα χωριά και τα παραμεθόρια  της υποδιοίκησης Χορασάν, όπως το Μουζικέρτ, το Σουμπασάν το Καράουργαν, το Κιόρογλου, το Γενίκιοϊ, το Κιζιλκιλισέ επιμένουν να παραμένουν στις εστίες του, με αποτέλεσμα να περάσουν τα πάνδεινα. 

Το ίδιο ακριβώς διάστημα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Σελίμ βρίσκεται ο Πολεμαρχάκης, συνταγματάρχης της ελληνικής Δικαιοσύνης και αρχηγός της ελληνικής αποστολής περίθαλψης στον Καύκασο, που σε δήλωσή του προς τους Έλληνες της περιοχής τους λέγει μεταξύ άλλων: «αδέρφια, μ’ έστειλε εδώ η κυβέρνηση της ελευθέρας πατρίδος να σας προστατέψω και να σας περιθάλψω». Κι οι ακροατές του Ρωμιοί φωνάζουν: «Ζήτω ο ελεύθερος Πόντος», «Ζήτω η ελευθερία», «Ζήτω η ένδοξη ελληνική σημαία», και αισθάνονται αναπτερωμένες τις ελπίδες για μια ασφαλή επιστροφή στην Ελλάδα.

Τα χωριά της περιοχής του Καγισμάν δίνουν κι αυτά αιματηρή μάχη για την επιβίωσή τους. Στο χωριό Καρακιλισέ συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι  από το  Άνθεν και Κάθεν Τσαπίκ, από την Τσιλαχανά, το Ορτάκιοϊ, το Γιαλαούτσαμ, και το Κετσιβάν. Το Ιβαμπόλ και το Όλουχλι έφυγαν νωρίτερα, προς την πόλη του Καρς.  Στο Καρς δεν μένει πλέον παρά μονάχα το μουσουλμανικό στοιχείο. Μέσα σ’ αυτό το χάος και την αναταραχή που επικρατεί, συνεχίζεται το έργο κάθε λεηλασίας και αρπαγής. Οι μόνοι που μένουν πίσω στην αρχή είναι οι Αρμένιοι, που θέλουν να πάρουν πίσω το αίμα του ενός εκατομμυρίου ομοεθνών τους, που σφάχτηκαν στα χρόνια της γενοκτονίας τους.

Τον Αύγουστο του 1919 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Καρς και προχωρούν για τον Άρπα-τσάι, το παλιό σύνορο, ανάμεσα σε Τουρκία και Αρμενία.  Οι Άγγλοι αποβιβάζονται στο Βατούμ και ανεβαίνουν ψηλά στο Αρταχάν, στα σύνορα του 1878. Από την κίνησή τους αυτή παίρνουν θάρρος οι Έλληνες και μαζί με τους Αρμένιους ιδρύουν τη λεγόμενη Νοτιοδυτική Δημοκρατία, γνωστή ως Μελισσουρά.  Οι Άγγλοι σπεύδουν, την διαλύουν για το δικό τους συμφέρον και παραδίδουν την περιοχή στη νεαρή δημοκρατία της Αρμενίας, μαζί με όλα τα ελληνικά χωριά που άδειασαν, εκτός από εκείνα  που βρίσκονται βόρεια του Κύρου ποταμού. Το Πεπερέκ, το Μπαγτάτ, το Φαχρέλ, το Σιντισκόμ, το Χάσκιοϊ, το Τοροσκώφ απομένουν στην, επίσης, νεαρή Δημοκρατία της Γεωργίας.

Οι ως άνω νεοσύστατες δημοκρατίες δεν μπορούν  από τη μια μέρα στην άλλη να σχηματίσουν κυβερνήσεις και να επεκτείνουν το κράτος του νόμου παντού, γι’ αυτό και χειροτέρεψε στην περιοχή τους η κατάσταση από άποψης ασφάλειας και τάξης. Οι Έλληνες της Κιόλας οπλίζονται για να προστατευθούν από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Και μη υποκύπτοντας στις παράλογες απαιτήσεις των νέων κυρίαρχων, αρχίζουν τα δεινά τους: «Στη Λάλογλη  λεηλατούν περιουσίες και κακοποιούν ανθρώπους. Στο Μουζαρέτ κατακρατούν μια αγέλη ζώων. Τους Γενίκιοληδες, τους Απουλπατλήδες  και τους Σουρπασανσλήδες, που έχουν τις οικογένειές τους στο Καρς και πηγαίνουν πίσω στα χωριά τους ν’ ανεφοδιαστούν σε τρόφιμα, τους εμποδίζουν. Τους Μαγαρατσιχλήδες και τους Αζατλήδες που θέλουν να θερίσουν τα σπαρτά, τους παρενοχλούν, τους εμποδίζουν και αλλού κάνουν άλλα. Στα χωριά που απέμεινε μουσουλμανικό στοιχείο η συμπεριφορά των Αρμενίων είναι τρισχειρότερη, τόσο, που τον Αύγουστο του 1919, οι μουσουλμάνοι ξανακαλούν τους Έλληνες σε συνεργασία για να εκδιώξουν τους τυράννους Αρμένιους από τον τόπο και να αυτοδιοικηθούν.  Μα και πάλι οι Έλληνες αρνούνται να υποφέρουν από τους νέους «ξύλινους» κυρίαρχους. Κι ενώ ολόκληρος ο κόσμος πανηγυρίζει τη λήξη του πολέμου, ένας κόσμος 350.000 πολυεθνικών ψυχών, εκεί στο Καρς, κοιμάται χωρίς τη βεβαιότητα να ξημερωθεί σωστά.  (Πηγή: Ο Πόντος και το Καρς, Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδη).

Ήδη από την άνοιξη του 1915 οι Έλληνες της Κιόλας φοβούμενοι επιθέσεις στα χωριά τους από Τούρκους και Κούρδους σχημάτισαν ένα τάγμα για την περιφρούρηση της περιοχής, διοικητής του οποίου ήταν ο Χρήστος Αδαμίδης, με το ψευδώνυμο «Χουσούρ» (καταστροφέας) από το Μουζαρέτ και με αξιωματικούς τον Γεώργιο Αδαμίδη, τον Ανδρέα Ιασονίδη (Πεπερέκ), τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, τον Ηρακλή Κιλλαχίδη, τον Ιωάννη Κεσίδη (Σιντισκόμ), το Νικόλα Εμπορόπουλο (Τοροσκώφ-Αρταχάν) και τον Κωνσταντίνο Πετρίδη από το Ντορτκιλισέ. Το τάγμα αυτό τελικά δεν μπόρεσε να επιβιώσει ως σύνολο και λίγο αργότερα διαλύθηκε σε μικρές ομάδες οι οποίες επέστρεψαν στα χωριά τους, για να τα προφυλάξουν από τις βιαιοπραγίες του μουσουλμανικού στοιχείου. Έγιναν προσπάθειες να αποσπαστεί ένα ελληνικό τάγμα από το Καρς στο Αρταχάν, για να προστατευτούν οι Ελληνοπόντιοι του Αρταχάν και της Κιόλας. Το τάγμα όμως αυτό, αν και ξεκίνησε, δεν έφθασε ποτέ στον προορισμό του, γιατί αφοπλίστηκε στο χωριό Ζαβότ από Κούρδους της περιοχής.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1920 oι κάτοικοι των ελληνικών χωριών της Κιόλας, και συγκεκριμένα του Σιντισκόμ, του Ντoρτκιλισέ, του Τουρκιασόν και του Κογκ έφυγαν για το Βατούμ ακολουθώντας το δρόμο μέσω της οροσειράς του Άρτβιν. Στα σύνορα Αρμενίας-Γεωργίας οι Αρμένιοι τους ζήτησαν να παραδώσουν τα όπλα που είχαν μαζί τους και να  πληρώσουν φόρο. Οι Έλληνες αρνήθηκαν να υπακούσουν και τους επιτέθηκαν. Οι Αρμένιοι υποχώρησαν και οι Έλληνες εισήλθαν στην περιοχή του Αρταχάν, που είχε εντωμεταξύ παραχωρηθεί στη Δημοκρατία της Γεωργίας. Εκεί, εγκαταστάθηκαν σε σκηνές κοντά στα ελληνικά χωριά Πεπερέκ και Τοροσκώφ, αναμένοντας οδηγίες από την Ελληνική Πρεσβεία στην Τιφλίδα σχετικά με τη μετεγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Ο Ηρακλής Κιλλαχίδης γράφει: «Μόλις περάσαμε τον ποταμό Κύρο στα σύνορα της Αρμενίας και της Γεωργίας, νιώσαμε ασφαλείς. Μέναμε σε σκηνές αναμένοντας οδηγίες. Ο Βασίλης Παπαμιχαηλίδης, ως πληρεξούσιος όλων, πήγε στην Τιφλίδα μαζί με τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου της Γεωργίας Γρηγόρη Τηλικίδη, για να λάβουν τη συγκατάθεση της Γεωργιανικής Κυβέρνησης, να περάσει ο ελληνικός πληθυσμός από τα δικά τους εδάφη και να φθάσει στο Βατούμ.

Τέλη του Οκτώβρη 1920 ξεκίνησαν για το Βατούμ τα χωριά της Κιόλας, στα οποία προστέθηκαν και τα μισά ελληνικά χωριά του Αρταχάν (Μπαγδάτ, Χάσκιοϊ, Σιντισκόμ, Κιουλαπέρτ), καθώς και μερικά χωριά της Όλτης. Οι Έλληνες των υπόλοιπων χωριών του Αρταχάν (Φαχρέλ, Χανάχ, Τοροσκώφ και Πεπερέκ) δεν είχαν ξεσηκωθεί ακόμη. Ο αξιωματικός του τσαρικού στρατού Ιβάν Καλτσίδης έπεισε τους κατοίκους των χωριών Χανάχ και Φαχρέλ να αναχωρήσουν για το Βατούμ, ενώ οι κάτοικοι των άλλων δύο χωριών, του Πεπερέκ και του Τοροσκώφ, που αριθμούσαν περίπου 120-130 οικογένειες, έμειναν στα χωριά τους, επειδή είχαν πεισθεί, είτε στη διατήρηση της γεωργιανής κυριαρχίας είτε στην ομαλή συμβίωση με τους Μουσουλμάνους. Μετά όμως από επίθεση που δέχτηκαν από στρατεύματα ατάκτων Τούρκων (10 Φεβρουαρίου 1921) και τη σφαγή δεκάδων συγχωριανών τους, καθώς και την ολοκληρωτική καταστροφή των χωριών τους, αναγκάστηκαν να πάρουν πανικόβλητοι το δρόμο και να καταφύγουν τρομοκρατημένοι στο Βατούμ (πηγές: Ιωάννης Καλτσίδης «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου», σελ. 206-208. «Το χρονικό του Καρς» του Χρήστου Σαμουηλίδη, σελ. 232 κ.ε., 245 κ.ε.).

Στα τέλη του 1921, κανείς  Έλληνας δεν ζούσε πια στο Κυβερνείο του Καρς. «’Ολ’ οι Ρωμαίοι εκοιμέθαν το υστερ’νόν την νύχταν ατουν και: Μάνα ντο τρανόν έσονε τ’ αποψιζ’νόν η νύχτα! Όνταν εσ’κώθα αποπουρνούς δάκρυα έκ’σα κι ενίφτα, είπαν κι εδέβαν πλαν. Αρ’ εχ’ ύαν Γαρς, αρ εχ’ ύαν, ήταν ο πικρός αποχαιρετισμός, απ’ το μακρύ πολυάνθρωπο καραβάνι των Γαρσλήδων που περπατεί τώρα, έχοντας την κεφαλή πέρα μακριά σε διάφορα σημεία της Καυκασίας και την ουρά στη Γεωργία.  «Αρ εχ’ ύαν Γαρς», αποχαιρετίζ’νεν οι Ρωμαίοι και παίρνουν την απάντηση απ’ τον Μικρόν Καύκασο που κρατεί και το Γαρς: «Αμέτεν σο καλόν! Αμέτεν σο καλόν και ση θεού τη στράταν καλοί μ’ κι αγαπημέν’ μ’. Καλόν στρατείαν, σο καλόν». Με ένα τέτοιο τέλος κλείνει η ιστορία του Κυβερνείου του Καρς, σαν τόπος διαμονής και διαβίωσης 75.000 Ελλήνων, επί σαράντα χρόνια…». (Γεώργιος Γρ. Γρηγοριάδης, «Ο Πόντος και το Καρς»).