Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2020, 11:46:29 πμ
Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020 23:13

Το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη

Συντάκτης:

Γράφει ο Κωνσταντινος Βαστάκης, Θεολόγος πρώην Λυκειάρχης, Πρώην Υπεύθυνος Σ.Ε.Π. Ν. Κιλκίς.

Ολοκαύτωμα είναι ο συστηματικός διωγμός που υποκινείται από κάποιο κράτος εναντίον συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων μέχρι τέλειας εξόντωσης των δια πυράς. Αυτές οι ομάδες μπορεί να είναι εθνικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές κ.ο.κ. Τέτοια ολοκαυτώματα συνέβησαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από την ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ εναντίον των Εβραίων και άλλων μικρότερων εθνικών ομάδων, με σκοπό την τέλεια εξαφάνιση τους.


Τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν ένα ολοκαύτωμα είναι α) το πογκρόμ (= συντριβή, από το ρώσικο ρήμα γκρομήτ = συντριβή) ήτοι η οργανωμένη από το κράτος βίαιη και καταστροφική επίθεση εναντίον κάποιας συγκεκριμένης ομάδας πολιτών και β) το «Πρόγραμμα Ευθανασίας Τ – 4».
Αυτό το πρόγραμμα πήρε το όνομα του από μια οδό του Βερολίνου, την Tiergantensrasse αριθ. 4, στην οποία βρίσκονταν η έδρα της αρχιγραμματείας, αυτού του προγράμματος, αποτέλεσμα της εφαρμογής του οποίου υπήρξαν η θανάτωση 2.000.000 ανθρώπων. Αυτό το πρόγραμμα οδήγησε στα «τάγματα θανάτου» και στα στρατόπεδα εξόντωσης.
Σκοπός του πογκρόμ ήταν η βίαιη εξόντωση μιας ειδικής ομάδας του πληθυσμού χωρίς οίκτο, και η ταυτόχρονη καταστροφή του περιβάλλοντός της, όπως σπίτια, θρησκευτικοί και πολιτιστικοί χώροι, θρησκευτικοί και εκπαιδευτικοί χώροι, επιχειρήσεις κ.ο.κ. Μετά τη διαρπαγήν των πολύτιμων αντικειμένων, όλα έπρεπε να γίνουν στάχτη. Αυτά τα ολοκαυτώματα εφάρμοσαν οι Γερμανοί – Ναζί όπου επεκράτησαν. Ένα τέτοιο ολοκαύτωμα είναι και το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη, που συνέβηκε την 2η Σεπτεμβρίου 1944.

 

Το ιστορικό γεγονός της φρίκης
Το 1944 ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για τη ναζιστική Γερμανία. Η αποχώρηση από τον Άξονα του Ιταλού στρατάρχη Μπαντόλιο και η προσχώρησή του στην πλευρά των Συμμάχων και οι μεγάλες επιτυχίες των συμμαχικών δυνάμεων στα μέτωπα των εμπολέμων έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση τη Γερμανία του Χίτλερ. Η Γερμανία έμοιαζε σαν άγριο θηρίο μέσα σε σιδερένιο κλουβί. Φοβούμενοι την τελική κατάρρευση του Άξονα, συμπεριφέρονταν με απίστευτη βαρβαρότητα. Τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής στη Θεσσαλονίκη ήθελαν να χτυπήσουν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα, που είχαν αφετηρία τους τον ορεινό όγκο του Χορτιάτη, επιζητούσαν μια οποιαδήποτε αφορμή, για να επιτεθούν κατά του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Και η επιζητούμενη αφορμή δόθηκε. Όπως μας πληροφορεί ο Θεόδωρος Βαλαχάς.
Ήταν πρωί της 22ης Σεπτεμβρίου 1944. Ημέρα ήσυχη και τίποτε δεν επρόδιδε τι επρόκειτο ν’ ακολουθήσει. Μια διμοιρία του ΕΛΑΣ με αρχηγό τον Βάιο Ρικούδη που ανήκε στον αντάρτικο λόχο του Καπετάν φλωριά (Αντώνη Καζάκου) ενέδρευε στη θέση «Καμάρα» έξω από το χωριό Χορτιάτη. Εκεί κατέφθασαν πρωί – πρωί δύο αυτοκίνητα με προορισμό να προβούν στον καθαρισμό του Υδραγωγείου και τη χλωρίωση του νερού. Επρόκειτο για παλαιό ρωμαϊκό υδραγωγείο, από το οποίο υδρευόταν ένα μεγάλο τμήμα της Θεσσαλονίκης. Στο πρώτο αυτοκίνητο που ήταν της ύδρευσης (Ο.Υ.Θ.) επέβαιναν πέντε Έλληνες, ήτοι ο εργοδηγός Σιδερίδης, τρεις τεχνίτες και ο Αλ. Σωτηρχόπουλος για να πραγματοποιήσει τη χλωρίωση του νερού. Στο δεύτερο αυτοκίνητο που ήταν γερμανικό, λέγεται, ότι επέβαιναν τρεις Γερμανοί και δύο Έλληνες. Ο ένας ήταν ο εργοδηγός, ο άλλος ήταν υπάλληλος της Ο.Υ.Θ. . Κατά μια άλλη σε αυτό (το δεύτερο) αυτοκίνηυτο επέβαιναν δυο άνδρες της Γκεστάπο , ένας Αυστριακός χημικός και δυο έλληνες, υπάλληλοι του ΟΥΘ που ήταν ο Αλ. Σωτηρχόπουλος και ο Γ. Τρώντσιος.
Τέλος κατά μία τρίτη εκδοχή σ’ αυτό το αυτοκίνητο επέβαιναν ο Αυστριακός χημικός, ένα αξιωματικός της Γκεστάπο, δύο στρατιώτες και ο οδηγός Κώστας Πασχαλούδης. Αυτός οι οδηγός ήταν κρυφός καθοδηγητής της λεγόμενης «Υποδειγματικής ομάδας της Νεολαίας της ΕΠΟΝ», πράγμα άγνωστο στους Γερμανούς και τους ταγματασφαλίτες. Αυτή η ομάδα αποτελούσε μέρος του λόχου του Καπετάν Φλωριά.

 

Η επίθεση των ανταρτών:
Κατά τον Θεόδ. Βαλαχά οι αντάρτες επιτέθηκαν στο πρώτο αυτοκίνητο και τραυμάτισαν τον οδηγό Κλεάνθη Τερζόπουλο και τον εργοδηγό Γεώργιο Σιδερίδη, ο οποίος αργότερα υπέκυψε στα τραύματα του. Ο Ιωάννης Ταμιολάκης αναφέρει στο βιβλίο του «Η Ιστορία της ύδρευσης της Θεσσαλονίκης σε. 28) ότι κατά την επίθεση σκοτώθηκε και ο οδηγός του αυτοκινήτου. Κατόπιν έγινε επίθεση και στο δεύτερο αυτοκίνητο, το γερμανικό. Οι επιβαίνοντες ανταπάντησαν στα πυρά των ανταρτών. Ένας σκοτώθηκε, πιθανώς να ήταν ο Αυστριακός χημικός. Ένας από τους Γερμανούς πιάστηκε αιχμάλωτος από τους αντάρτες. Ίσως παραδόθηκε ο ίδιος. Ένας άλλος Γερμανός, ίσως και αυτός τραυματισμένος κατόρθωσε να διαφύγει να φτάσει στο Ασβεστοχώρι. Εκεί ειδοποίησε τις Γερμανικές Αρχές για τα συμβάντα. Υπάρχουν και άλλες παρεμφερείς εκδοχές. Ο Ιω. Ταμουλάκης γράφει, ότι οι αντάρτες εκτέλεσαν τους Γερμανούς που αιχμαλωτίσθηκαν (Ενθ. Άνωτ. Σελ. 28).
Το μεγάλο δίλημμα των κατοίκων του χωριού ήταν αν έπρεπε να φύγουν και να κρυφτούν στα βουνά, για να γλυτώσουν από τα γερμανικά αντίποινα ή να παραμείνουν στα σπίτια τους. Άλλωστε δεν εγνώριζαν τον νόμο «περί συλλογικής ευθύνης» που εφάρμοζαν οι κατακτητές. Μετά την καθησυχαστική, αλλά και ολέθρια συμβουλή του Αντ. Καζάκου παρέμειναν στα σπίτια τους, εκτός από εκείνους που έφυγαν για γεωργικές εργασίες στα χωράφια τους. Οι εναπομείναντες ήταν κυρίως γυναικόπαιδα, άρρωστοι, γέροι και παιδιά. Όσο για τους αντάρτες αυτοί έφυγαν προς το Λιβάδι και την Πετροκέρασα.

 

Η καταιγίδα του θανάτου:
Μετά από αρκετή ώρα κατέφθασαν στο χωριό του Χορτιάτη περί τα είκοσι φορτηγά αυτοκίνητα γεμάτα με Γερμανούς στρατιώτες. Μαζί τους ήταν και ένα απόσπασμα καταδίωξης ανταρτών, υπό την διοίκηση ενός Γερμανού αξιωματικού της Wehrmacht, που λεγόταν Fritz Schubert. Αυτό το απόσπασμα σχημάτιζαν Έλληνες ταγματασφαλίτες, φίλοι και συνεργάτες των κατακτητών, αποβράσματα και κατακάθια της κοινωνίας.
Οι Γερμανοί – Ναζί και οι συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες αμέσως περικύκλωσαν το χωριό, έβγαλαν τους κατοίκους από τα σπίτια τους, τους συγκέντρωσαν στην κεντρική πλατεία του χωριού και άρχισαν συστηματικά τη λεηλασία. Αφού λεηλάτησαν όσα σπίτια μπορούσαν άρχισαν την πυρπόληση. Εν συνεχεία, κατά τις αφηγήσεις της Ελένης Νακακούδη, δεκάχρονης ή δωδεκάχρονης τότε, οδήγησαν τους κατοίκους που βρίσκονταν στην πλατεία με βρισιές και λακτίσματα, στο ευρύχωρο σπίτι του Ευάγγελου Νταμπούδη και εκεί τους έκαψαν ζωντανούς, μη λυπούμενοι ούτε τα βρέφη. Τους άλλους που βρίσκονταν μπροστά στο καφενείο της πλατείας, τους οδήγησαν στο φούρνο του Στέφανου Γκουραμάνη. Κατά την ώρα της μεταφοράς τους στο φούρνο ο διοικητής των Ταγματασφαλιτών Schubert έπαιζε χαμογελώντας στο βιολί του ένα χαρούμενο σκοπό. Αφού τους έκλεισαν όλους μέσα στο φούρνο οι ταγματασφαλίτες του Schubent, άνοιξαν ένα παραθυράκι της πόρτας, έστησαν ένα πολυβόλο και άρχισαν να τους πυροβολούν και να βρίζουν στα ελληνικά. Μετά τους πολυβολισμούς έβαλαν φωτιά και έκαψαν ζωντανούς όσους δεν είχαν σκοτωθεί από τις ριπές του πολυβόλου. Όσοι από τους εγκλωβισμένους προσπάθησαν να διαφύγουν από το φλεγόμενο κτήριο που καιγόταν από παντού, μαχαιρώθηκαν από τους ταγματασφαλίτες του Schubert, που τους περίμεναν από έξω. Από το φούρνο του Γκουραμάνη μόνο δύο κατάφεραν να γλυτώσουν. Εκτός από τους ως άνω εκτελεσθέντες, πολλοί άλλοι δολοφονήθηκαν έξω από τα σπίτια τους. Τέλος περί τους ένδεκα διέφυγαν καταδιώχθηκαν έξω από το χωριό και εκτελέσθηκαν. Ας σημειωθεί εδώ, ότι άνδρες του Schubert εβίασαν κτηνωδώς πολλές γυναίκες και μετά τις δολοφόνησαν. Συνολικά εκείνη την ημέρα δολοφονήθηκαν 149 άτομα μεταξύ των οποίων 109 γυναίκες και κορίτσια. Για την ακρίβεια 51 θύματα ήσαν κάτω των 18 ετών, ένα βρέφος, ο Αλέξανδρος Σαρβάνης, ήταν 2 μηνών, η Δρικούδη Μηλίτσα ήταν 3 μηνών, τα νήπια Χριστίνα Ευγενούδη, Γιώργος Κουπαράνης, Χριστόδουλος Λασκαρίδης και Βαγγελίτσα Σκαραγκά ήσαν δύο ετών και τέλος η Ειρήνη Γκουραμάνη, και τα δίδυμα αδέλφια Ελισσάβετ και Ζαχαρίας Μπουζούδης ήταν τριών ετών. Στους 04-9- 1944 οι άνδρες του Schubert επέστρεψαν και ολοκλήρωσαν τη λεηλασία του χωριού και πυρπόλησαν και τα υπόλοιπα σπίτια, συνολικά περί τα τριακόσια. Αίμα, καπνοί και στάχτη το αδελφοκτόνο έργο τους.

 

Μετά τη λήξη του πολέμου:
Μετά τον πόλεμο έπρεπε οι υπαίτιοι του πολέμου και οι εγκληματίες πολέμου να δικαστούν και να καταδικαστούν. Δεν γνωρίζω πόσοι δικάσθηκαν από αυτούς τους και πόσοι κατόρθωσαν να γλυτώσουν και ίσως να αναρριχηθούν σε κρατικές θέσεις και πολιτικά αξιώματα. Πάντως ο Φρίtς Σιούμπερτ συνελήφθη στη Γερμανία δικάσθηκε και καταδικάσθηκε εις θάνατον ως εγκληματίας πολέμου. Οι πληροφορίες μου λένε ότι εκτελέσθηκαν στην Ελλάδα και μάλιστα στο Χορτιάτη, όπου διέπραξε τα στυγερά εγκλήματα του σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Δεν γνωρίζω αν αυτά τα ανθρωπόμορφα τέρατα, οι Έλληνες ταγματασφαλίτες, ζηλωτές συνεργάτες των απαίσιων Γερμανών Ναζί λογοδότησαν και τιμωρήθηκαν. Αυτά τα απόβλητα της κολάσεως με τις μαύρες και δαιμονικές ψυχές, οι Έλληνες ταγματασφαλίτες που έμίαναν και αμαύρωσαν το ελληνικό όνομα που ήσαν σκληρότεροι και απαισιώτεροι των Γερμανών κατακτητών Ναζί πως μπόρεσαν να χύσουν κρουνηδόν αδελφικό ελληνικό αίμα, για χάρη των κατακτητών;