Ευκαιρία λοιπόν για όλους μας, μικροί μεγάλοι, σε όλο τον κόσμο, να θυμηθούμε μια στιγμή από τις χιλιάδες φορές που στενοχωρήσαμε τη μάνα μας. Να ενώσουμε τις σκέψεις μας σε δισεκατομμύρια ευχαριστίες, ευχές και πράξεις ευγνωμοσύνης στο γλυκύτερο πλάσμα του Πλάστη της ανθρωπότητας, τη Μάνα.
Δεν είναι απαραίτητο να ζητήσουμε συγνώμη και συγχώρεση για τα σφάλματά μας, η μάνα ποτέ δεν θυμώνει με τα παιδιά της, δεν επιδιώκει συγνώμη, για λίγο πικραίνεται, στενοχωριέται αμέσως όμως ξεχνά και συγχωρεί. Αν μπορούσαμε να διαβάσουμε το βιβλίο της ζωής της, πουθενά δεν θα ανακαλύπταμε ασυγχώρητο λάθος των παιδιών της.
Ας της προσφέρουμε και πάλι ένα λευκό αγριολούλουδο, που το χρώμα του ορίστηκε να συμβολίζει την αλήθεια, την αγνότητα, τη φιλευσπλαχνία της και το άρωμα του, τη μνήμη και τις προσευχές της.
Καθημερινά μπορώ να πω, αλλά περισσότερο αυτές τις μέρες, έρχονται στο νου μου ιδιαίτερες στιγμές από την απέραντη αγάπη της.
Ήταν άνοιξη του 1955, δεν ήμουν ακόμη μαθητής στο δημοτικό σχολείο. Άρχισα όμως να ξεπορτίζω κρυφά και να απομακρύνομαι από το σπίτι. Χωριατόπαιδα εμείς, εκεί στους πρόποδες των Κρουσίων, μαχαλόμαγκες, από τις φασκιές μας ακόμη.
Ένα μεσημέρι, βρέθηκα κρυμμένος και ταμπουρωμένος στης θείας Παρέσας το σπίτι, που τότε κτιζόταν και άρχισα να πετροβολώ, χωρίς αιτία, τα παιδιά που μόλις σχόλασαν, από το διπλανό δημοτικό σχολείο του χωριού μας.
Η πρώτη πέτρα που πέταξα, στο τσούρμο των παιδιών, χτύπησε και άνοιξε το κεφάλι το Βασίλη της Λεμόνας. Στη σύγχυση που επακολούθησε έφυγα τροχάδην και έφτασα, ωσάν λευκή περιστερά, στο σπίτι.
Σε λίγο εμφανίσθηκε στο σπίτι μας η μάνα του Βασίλη, η Λεμόνα και ανάφερε με έντονο παράπονο το γεγονός στη μάνα μου. Άκουσε η μάνα μου η Ντόλη το κατόρθωμά μου και άρχισε να με ψάχνει. Όταν με εντόπισε, κριμένο στο μαντρί με τα ζώα, μετά από δυο τρεις σφαλιάρες, προσπάθησε, στενοχωρημένη, προβληματισμένη και ντροπιασμένη, να με συμβουλεύσει.
Δεν πέρασαν δυο τρεις βδομάδες και εγώ, την ίδια ώρα, έστησα και πάλι καρτέρι, κρατώντας μερικές πέτρες στο χέρι. Τώρα ήμουν κρυμμένος στο στενό αδιέξοδο που οδηγεί στο σπίτι μας, απέναντι από την κοινότητα, πίσω από τον αυλόγυρο με τα τσαλιά της γειτόνισσας μας, της Παντσικίνας.
Σε λίγο εμφανίσθηκαν, με τις τσάντες στον ώμο, τα τρία παιδιά της Παναΐλας, ο μεγάλος ο Γιάννης και τα δίδυμα αδέλφια του ο Αντώνης και ο Γιώργος..
Όταν η απόσταση ήταν κατάλληλη, ο μικρός πολεμιστής άρχισε τον πετροπόλεμο. Μέχρι να καταλάβουν τα παιδιά τί γίνεται το κεφάλι του Αντώνη άνοιξε. Άρχισαν οι φωνές και τα κλάματα και εγώ εξαφανίσθηκα από προσώπου γης. Κρύφτηκα αμέσως στα σκοτεινά αμπάρια του σπιτιού μας και περίμενα τα γεγονότα.
Σε ελάχιστα λεπτά κατέφθασε στην αυλή του σπιτιού μας, πολύ χολιασμένη, η κυρά Παναΐλα, με τον καταματωμένο τραυματία, ακολουθούμενη από ένα τσούρμο παιδιά της γειτονιάς.
Βγήκε η μάνα μου, είδε το τσούρμο, είδε τα αίματα στο κεφάλι του Αντώνη, άκουσε τα δίκαια και έντονα παράπονα της γειτόνισσας, που κατέληξε λέγοντας:
- Έπαρ' 'τον και ποίσον ατόν, ήντιαν θέλ' ς... Εγώ, αφήν' ατόν ('ς σα σιέρια ΄ς) και φεύω...
Άφησε τον Αντώνη στη μέση της αυλής και έφυγε, ακολουθούμενη από τα παιδιά.
Εμβρόντητη η Ντόλη, πήρε τον Αντώνη, που τώρα έκλεγε περισσότερο, όχι μόνο από τον πόνο, αλλά ίσως και από τον φόβο, που έμεινε μόνος και καταματωμένος και τον περιποιήθηκε. Έπλενε με νερό από το μπακίρι την πληγή και το πρόσωπό του, πήρε καθαρό πεσκίρι και τον σκούπισε, έβαλε οξυζενέ στην πληγή, πήρε λίγο καπνό από το τσουβαλάκι του παππού Ηλία, κάλυψε την πληγή και με μια άσπρη μαντήλα της, έδεσε το κεφάλι του, έτσι που φαινόταν πλέον σαν μαντιλοδεμένο κοριτσάκι με κοντό παντελόνι.
Τον έπιασε στοργικά από το χέρι και τον πήγε στο σπίτι του. Πιστεύω ότι ζήτησε συγνώμη, ντροπιασμένη και καταστενοχωρημένη, αλλά κυρίως πολύ θυμωμένη με τα απανωτά μου κατορθώματα. Έφθασε, σχεδόν τρέχοντας, στο σπίτι.
Μόλις την είδα, από το μικρό παράθυρο, που παρακολουθούσα μέσα από τα αμπάρια, έτρεξα στο πιο σκοτεινό αμπάρι, που ήταν γεμάτο σιτάρι και προσπάθησα να κρυφτώ. Εκείνη όμως ήξερε την κρυψώνα μου και από άλλες σκανδαλιές και ζαβολιές που τακτικά έκανα, άκουσα την πόρτα που άνοιξε, σταμάτησα προς στιγμή να αναπνέω, αλλά το δυνατό και μακρύ της χέρι με άρπαξε και με έσυρε έξω, μαζί με τους σπόρους από το σιτάρι.
Δεν είπε τίποτα, δεν φώναξε. Κοκκίνισε, το αίμα της ανέβηκε στο κεφάλι, ο θυμός της, η προσβολή της, η ντροπή της, φαίνονταν στις γρήγορες κινήσεις της. Δεν έβαλε τις φωνές, δεν με συμβούλεψε. Έφαγα πολύ, μα πάρα πολύ, αλλά βουβό ξύλο. Πονούσα, όμως δεν φώναζα, μόνο βουβό κλάμα έβγαινε. Ήξερα ότι η μάνα μου είχε απόλυτο δίκαιο. Ούτε η γιαγιά θέλησε να με προστατεύσει.
Μόνο, σαν τέλειωσε η μάνα μου με την δική μου (περιποίηση), έφυγε για την κάμαρή της, όπου κλαίγοντας με λυγμούς, προσπάθησε να περάσει αυτή τη δύσκολη στιγμή. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που την είδα σε αυτή την κατάσταση.
Τότε με πήρε στην αγκαλιά της η γιαγιά να με παρηγορήσει.
Σα νύχτωσε και ξάπλωσα στρωματσάδα, κάνοντας τον κοιμισμένο, ένοιωσα τη μάνα να με σκεπάζει και να κάθεται μερικές στιγμές χαϊδεύοντας ελαφρά το κεφάλι μου, σα να ζητούσε συγνώμη για την αυστηρή τιμωρία μου.
Αυτό το χάδι δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Με συντροφεύει στη ζωή σαν το πολυτιμότερο αγαθό που απόκτησα. Αόρατη ομπρέλα προστασίας. Πόσες και πόσες φορές δεν απολαμβάνω αυτή την ευλογία κι ας πέρασαν χρόνια που η μάνα μου αναπαύεται στους κήπους του παραδείσου.
Δεν μπορώ να φανταστώ, μάνα, έξω από τον παράδεισο.
Δεν έχει τέλος η αγάπη της, όποια και να είναι τα σφάλματα των παιδιών της. Και η επιβεβλημένη τιμωρία της, ξεχειλίζει από αγάπη.
Θυμούμαι τα γεγονότα και πιστεύω ότι η μάνα μου, από εκεί ψηλά, χαίρεται με την αδελφική και παντοτινή φιλία μου με τους δύο τραυματίες συμμαθητές μου.
Πέρασαν από τότε εξήντα πέντε χρόνια. Με το Βασίλη χαθήκαμε από τα νεανικά μας χρόνια. Η μόνιμη διαμονή του είναι στο Μόναχο. Πολύ θα ήθελα να τον έβλεπα, να μάθω αν θυμάται το ματωμένο του κεφάλι.
Με τον Αντώνη κάναμε ιδιαίτερη οικογενειακή παρέα. Όταν του αφηγήθηκα το γεγονός, επέμενε ότι δεν το θυμόταν. Ίσως ήταν αλήθεια, ίσως όμως δεν ήθελε να ρίξει ούτε την παραμικρή σκιά στην εκτίμηση και τη φιλία που μας έδεσε, μέχρι την ημέρα που τον πήρε ο Θεός κοντά του.
ΑΧΓ
Μάιος 2020



