
Ο ήρωας αυτός της Ε.Ο. Κ.Α Γρηγόρης Αυξεντίου, ο αητός του όρους Μαχαιρά, αρχές της δεκαετίας του 1950, ήρθε στην Αθήνα από την Κύπρο.
Έλαβε μέρος στις εισαγωγικές εξετάσεις, με σκοπό να εισαχθεί στην σχολή ευελπίδων. Αφού ήρθε στην Αθήνα, γράφει στη μάνα του: «Μην λυπάσαι που έφυγα από την αγκαλιά σου, γιατί βρίσκομαι στην αγκαλιά της Ελλάδας, της πιο στοργικής μάνας όλου του κόσμου, που είναι υλικά φτωχή, αλλά ψυχικά η πλουσιότερη μάνα όλων των αιώνων». Η μάνα του Γρηγόρη Αυξεντίου, του απαντά με τους παρακάτω στίχους: «Γιατί εμέν αρνήθηκες και αγκάλιασες άλλη, σ’ άρεσαν από μακριά τα ατίμητά της κάλλη».
Ο Γρηγόρης ανταπαντά: «Δεν είναι από μακριά, που γνώρισα τα κάλλη της μητέρα, Μες την καρδιά μου είχαν την, τσέ νύχταν, τσέ ημέραν».
Η Ελληνική πολιτεία, έστω και καθυστερημένα το 2002 τον τίμησε, προάγοντάς τον αναδρομικά, στον ύπατο βαθμό, του αντιστράτηγου.
Όραμα του ήταν η ένωση της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα. Ένα άπιαστο όνειρο, που είναι στα αζήτητα.
Στα αφτιά μου, ακούγεται ο θόρυβος, από τις ζαριές του τάβλι που έπαιζε με τους κατοίκους του Ακρίτα Κιλκίς, το 1954, όταν υπηρετούσε στον Ακρίτα, σας έφεδρος αξιωματικός.
ΓΡΗΡΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ:
Ζήλεψα την αγάπην σου, πούναι πιο πάνω απ’ την δική μου,
Γιατί θαρρούσα μόνο, εγώ, την είχα στην ψυχή μου.
Σε είπαν βομβιστή, σε είπαν Τρομοκράτη,
λες και η λευτεριά χαρίζεται, χωρίς καπνό και στάχτη.
Ο αητός πετά, στης Κύπρου τα ψηλά βουνά,
για να μην τον δούν τα άλλα πουλιά.
Όταν ξεσπά σε κλάμμα.
Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, έδωσε στην μάνα πατρίδα, ότι πολυτιμότερο είχε: την ίδια του την ζωή. Όταν έγραφα αυτές τις σκέψεις ένοιωθα την αντίθεση, με αυτούς που την πατρίδα μας την ποδοπατούν, την καίνε την πουλούν!... ε’ τότε απρόσκλητα δάκρυα γέμισαν το πρόσωπό μου από θυμό, διότι και αυτοί λέγονται Έλληνες και φέρουν τον τίτλο του Έλληνα, που δεν τους αξίζει και δεν τους ανήκει.
Η περιέργειά μου είναι: Πόσο περήφανη μπορεί να ήταν αυτή η μάνα και οι χωριανοί του, της τουρκοκρατούμενης τώρα, Λύσης Αμμοχώστου.



