
Η αμπελοκαλλιέργεια στον βορειοελλαδικό χώρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη, έχει ιστορία αιώνων, όπως αποδεικνύεται από τις διάφορες ιστορικές μαρτυρίες: Γραπτά κείμενα, ανασκαφική έρευνα και την παράδοση του τόπου .
Ο Διόνυσος, θεός του δωδεκαθέου των αρχαίων Ελλήνων, λατρεύονταν από τους αρχαίους Παίονες, το όνομα των οποίων φέρει η σημερινή επαρχία Παιονίας, η επαρχία της Γουμένισσας. Υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη λατρεία του θεού αυτού, ο οποίος ονομάζονταν Διόνυσος ο Παιονικός. Μαρτυρείται η ύπαρξη αρχαίας σχετικής επιγραφής, η οποία ήταν τοποθετημένη στη βάση του αγάλματός του . Επίσης σε αρχαίο νόμισμα του βασιλιά των Παιόνων Αυδολέοντα στην μία όψη εικονίζεται ο Διόνυσος και στην άλλη ίππος με το όνομα του μονάρχη.
Από τα ύστερα Βυζαντινά χρόνια και τα πρώτα της τουρκοκρατίας η Γουμένισσα ήταν γνωστή ως διοικητικό κέντρο της περιοχής και τόπος όπου ανθούσαν η σηροτροφία και η αμπελουργία. Η αμπελοκαλλιέργεια και η παραγωγή κρασιού στην περιοχή της είναι ταυτισμένη με την ιστορία, τη ζωή και την ιστορική της πορεία. Οι δύο αυτές ενασχολήσεις των κατοίκων της ήταν στο παρελθόν παράγοντα ανάπτυξης και προόδου. Η αρχιτεκτονική των οικιών και οι βοηθητικές εγκαταστάσεις αυτών διαμορφώθηκαν με βάση τις καλλιέργειες που προαναφέρθηκαν, την επεξεργασία των προϊόντων τους, την αποθήκευση και την εμπορία αυτών.
Από ανέκδοτο κατάστιχο του έτους 1528, στο οποίο υπάρχει καταγραφή των φορολογικών προσόδων μεγάλου μέρους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, υπάρχει αναφορά για την καλλιέργεια αμπελιών και την παραγωγή κρασιού στις περιοχές Γιαννιτσών, Βέροιας και Σερβίων . Η Γουμένισσα και η επαρχία της καθ΄ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας αποτελούσαν τμήμα του καζά (διοίκησης) των Γιαννιτσών. Δεν αποκλείεται η σχετική αναφορά στο κατάστιχο που προαναφέρθηκε να έχει σχέση με την περιοχή για την οποία κάνουμε λόγο.
Εμπορία κρασιού
Σχετικά με την εμπορία και τη διακίνηση του κρασιού του τόπου μας σώζονται πολλοί λογαριασμοί της περιόδου 18ου – 19ου αιώνα, όπου φαίνονται καθαρά τόποι και άνθρωποι που διακινούν το προϊόν, αλλά και εκείνοι που το απολαμβάνουν .
Σε έναν από αυτούς του έτους 1879 σημειώνεται:
Κωνστανδινόπολη (!)
Χαλευβρά 2 βαρέλια
Πρώτον 42
Δεύτερον 45
-----------------
Σούμα 87
Στάλθηκαν, δηλαδή, σε κάποιον στην Πόλη δυο βαρέλια με κρασί Γουμένισσας. Και πολλές άλλες αποστολές κρασιού και προς άλλους τόπους συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο βιβλίο λογαριασμών παλιού κατοίκου του τόπου μας .
Ο Ιωάννης Καλοστύπης στη μελέτη του για τη Μακεδονία του 1909 γράφει πως το εμπόριό στην περιοχή ήταν σπουδαιότατο. Ανάμεσα στα σημαντικότερα προϊόντα της ήταν τα σιτηρά από τον κάμπους του Αξιού, του Αλιάκμονα και του Στρυμόνα, τα καπνά της Δράμας και των Σερρών, τα κρασιά της Νάουσας και της Γουμένισσας. Σημειώνει για τη Γουμένισσα, πως είναι κωμόπολη του Ν. Θεσσαλονίκης φημισμένη για τους οίνους της .
Αδιάψευστοι μάρτυρες της οινοπαραγωγής είναι τα διασωζόμενα και σήμερα, ελάχιστα έστω, ξύλινα πατητήρια εγκαταστημένα στα υπόγεια οικιών, χωρητικότητας μάλιστα πολλών χιλιάδων οκάδων. Αναφορά σε τέτοια πατητήρια γίνεται στο «Κώδικα Διαθηκών Γουμέντζης 1908», όπου σε διαθήκες περιγράφονται πατητήρια και κάδοι αποθήκευσης οίνου .
Στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό των Μπαρτ και Χίρστ, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1892-1893 στο λήμμα «Γουμέντσα», μεταξύ των άλλων αναφέρεται χαρακτηριστικά: «..Παράγει άριστον οίνον τον της Γουμέντσας λεγόμενον ούτινος γίνεται μεγάλη εξαγωγή. Παρά ταύτην κείται ο ομώνυμος σταθμός του σιδηροδρόμου απέχον από Θεσσαλονίκης 60,1 χλμ….».
Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Γουμενίσσης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξαγωγή των κρασιών της Γουμένισσας τόσο προς τη Θεσσαλονίκη όσο και προς βορρά στην κεντρική και δυτική Ευρώπη.
Η λειτουργία των ελληνικών εκπαιδευτηρίων της πόλης κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας στηρίχθηκε και στα κρασιά που παρήγαγε ο τόπος. «Τα Ελληνικά Σχολεία Γουμέντζας» είχαν εκδώσει ειδικές έντυπες επιγραφές (ετικέτες) «αποδεικτικού στοιχείου του γνησίου οίνου Γουμέντζης», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται πάνω σε αυτές. Τις αποδείξεις αυτές ήταν υποχρεωμένοι να τις προμηθεύονται από την εφορεία των σχολείων, όσοι εμπορεύονταν το κρασί, αποδεικνύοντας με το έντυπο που είχαν στα χέρια τους τη γνησιότητα του προϊόντος .
«Εύοινος κωμόπολης»
Ο Τζώρτζ Άμποτ, Άγγλος περιηγητής στη Μακεδονία του 1900, ονομάζει το κρασί της Γουμένισσας …εξαιρετικά αψύ αλλ΄ όχι πικρό…, το οποίο δοκίμασε ευχαρίστως, όταν του προσφέρθηκε από ευρωπαίο συνταξιδιώτη του .
Στις αρχες του 20ου αιώνα ο επιθεωρητής των Ελληνικών Σχολείων της Μακεδονίας Γ. Χ. Χατζηκυριακού γνώριζε τη Γουμένισσα και στα απομνημονεύματά του την ονόμασε «εύοινο». Ταξιδεύοντας από τη Θεσσαλονίκη για την περιοχή της Γευγελής σημείωσε χαρακτηριστικά «…ολίγον πέραν της γεφύρας ιστάμεθα εις τον σταθμόν της Γουμενίτσης (Γουμέντζας) εξ ου και η ονομαστή εύοινος κωμόπολης απέχει τρίωρον ίππου οδόν…» .
Η πρώτη οργάνωση του Δήμου Γουμένισσας μετά την απελευθέρωση του 1912 στηρίχθηκε σε έσοδα από την κίνηση των σταφυλιών, των κρασιών και των κουκουλιών. Σχετικά με τα οικονομικά η πρώτη Δημοτική Αρχή της περιόδου 1912-1914 αποφάσισε με μειοδοτικό διαγωνισμό να ανατεθεί σε ιδιώτη την είσπραξη του φόρου της δεκάτης επί της παραγωγής των σταφυλιών, κύριο προϊόν του τόπου, αφού πρώτα το Δικαστήριο Γιαννιτσών ορίσει την τιμή ανά οκά. Ο εισπραττόμενος φόρος περιέρχονταν στο κεντρικό ταμείο του Κράτους. Επίσης τα πρώτα έργα του Δήμου (ύδρευση, άρδευση, αποχέτευση, σχολεία κλπ) στηρίχθηκαν σε φόρους επί των σταφυλιών και κρασιού. .
Το κρασί της Γουμένισσας γοήτευε όσους το γνώριζαν και ένα τέτοια χαρακτηριστικό παράδειγμα περιγράφει ο Γ. Μόδης. Αναφέρεται στο ναύαρχο του θωρηκτού «ΑΒΕΡΩΦ», όταν αυτό κατέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας και μετά την Συνθήκη των Σεβρών. Ο ναύαρχος στους καλεσμένους και ιδιαίτερα στο Γάλλο δημοσιογράφο Παγιαρές πρόσφερε κρασί Γουμένισσας. Και οι δύο, Κακουλίδης και Παγιαρές, γνώριζαν τη Γουμένισσα από την περίοδο του Μακεδονικοί Αγώνα, όπου ο πρώτος έδρασε ως οπλαρχηγός και ο δεύτερος περιόδευσε ως δημοσιογράφος .
Κατά την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, 1914-1918, η περιοχή της Γουμένισσας συμπεριλήφθηκε στον τομέα που ήλεγχαν οι Γάλλοι. Αξιωματικοί και οπλίτες θετικά εκφράστηκαν και αντιμετώπισαν το κρασί του τόπου και έγιναν θαυμαστές του. Την ίδια όμως εκείνη περίοδο η φυλλοξήρα κατέστρεψε τον αμπελώνα της κωμόπολης που εκτιμάται πως ξεπερνούσε τότε τα 11.000 στρέμματα. Η καταστροφή αποδόθηκε από τους καλλιεργητές στους ξένους οπλίτες. Πάντως ήταν πολύ αρνητικό για τον τόπο το συμβάν, το οποίο όμως δεν ήταν τοπικό φαινόμενο αλλά είχε καλύψει σταδιακά ολόκληρη την Ευρώπη .
Το 1924 με την εγκατάσταση στη Γουμένισσα προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, την περιοχή Στενημάχου, συνέβαλε στην τόνωση της καλλιέργειας του αμπελιού, μια και οι νέοι τότε κάτοικοι της κωμόπολης είχαν την αμπελοκαλλιέργεια βασική τους ενασχόληση.
Σε μονογραφία για τη Γουμένισσα που δημοσιεύθηκε σε ξένο περιοδικό το 1930 γίνεται εκτενής αναφορά στην καλλιέργεια της αμπέλου στην κωμόπολη και στην ευρύτερη περιοχή της για την περίοδο 1860-1930. Ιδιαίτερα υπογραμμίζεται η τοπική ποικιλία σταφυλιών που φέρει το όνομα «πιπόλκα» από την οποία κυρίως παράγεται ο ονομαστός μπρούσκος οίνος Γουμένιτσας. Ο συγγραφέας τον κατατάσσει σε ανώτατη κατηγορία και καλύτερη εκείνης της Ναόυσας, του Αμυνταίου, της Κρέσνας, του Τίκβες και του Μελενίκου, δηλαδή γνωστών κρασιών του ευρύτερου Μακεδονικού χώρου.
Από ένα βιβλίο – τετράδιο, που βρέθηκε στα χέρια μας ανασυρμένο από άλλα προς απόρριψη αντικείμενα, και επιγράφεται «ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΑΠΛΩΝ ΚΑΙ ΕΝΡΡΙΖΩΝ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΩΝ» αντλούμε πληροφορίες για την αμπελοκαλλιέργεια στη Γουμένισσα κατά την περίοδο 1950-1955. Αναφέρονται καλλιεργητές, ποικιλίες, εκτάσεις και πολλά άλλα ενδιαφέροντα .
Κρασί «ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ»
Το 1955 ιδρύθηκε ο Αμπελουργικός Συνεταιρισμός Γουμενίσσης από καλλιεργητές, οι οποίοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη μεγάλη τοπική αμπελουργική παράδοση και στη συνέχεια να επιδοθούν στη χρήση σύγχρονων μέσων και μεθόδων ενασχόλησης με το αντικείμενο αυτό. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τα μέλη του συνεταιρισμού ανέρχονταν σε περισσότερα από 80.
Το 1974 με τη συμβολή της εταιρείας «ΜΠΟΥΤΑΡΗ» δημιουργήθηκαν τα πρώτα σύγχρονα αμπέλια. Η προσπάθεια συνεχίσθηκε και έδωσε πολλά και θετικά αποτελέσματα .
Από το 1979 το κρασί «ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ» περιλαμβάνεται στο κατάλογο των ελληνικών κρασιών ονομασίας προελεύσεως ανωτέρας ποιότητας (ΟΠΑΠ). Τα σχετικά Προεδρικά Διατάγματα 801 και 13 δημοσιεύθηκαν αντίστοιχα στα ΦΕΚ 235/13-10-1979, τ. Α΄ και 2/5-1-1982 τ. Α΄ (για την επέκταση της αμπελουργικής ζώνης).
Η παρασκευή των κρασιών, αληθινή τελετουργία, είναι μια αδιάκοπτη μέσα στους αιώνες ενασχόληση των ανθρώπων της Μεσογείου, όπως και άλλων περιοχών του κόσμου. Επί σειρά αιώνων συνεχίζεται και στη Γουμένισσα με τέχνη, αγάπη, και πραγματική λατρεία. Το κρασιά αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής των ανθρώπων ευλογήθηκε ξέχωρα από το Θεό.
Η αμπελοκαλλιέργεια, το κρασί και το τσίπουρο συνέβαλαν και στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα κοινωνικής ζωής στη Γουμένισσα. Επέδρασαν ακόμη και στη θρησκευτική ζωή των ανθρώπων της. Σε παλαιούς ναούς, όπως στην Παναγία της Γουμένισσας και στο Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου στο Ομαλό, είναι αγιογραφημένος από πολύ παλιά ο προστάτης των αμπελουργών Άγιος Τρύφων κρατώντας το κλαδευτήρι του.
Στον οικισμό των Ανατολικορωμυλιωτών υπάρχει το παρεκκλήσι του Αγίου, όπου την ημέρα της μνήμης του, την 1η Φεβρουαρίου, τελείται σχετικό πανηγύρι με την τέλεση Θείας Λειτουργίας, Αγιασμού για το ραντισμό των αμπελώνων και θυσία μόσχου .
Σήμερα η καλλιέργεια του αμπελιού στη Γουμένισσα και σε όμορους οικισμούς της παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη, όπως και η ποιοτική παραγωγή οίνου.



