Αξιοποιώντας τη νομολογία του ΣτΕ, οι αιτούντες αντιτείνουν μεταξύ άλλων ότι είναι αναγκαία η εκπροσώπηση (με τουλάχιστον ένα μέλος) των παλαιών μετόχων στη διαδικασία εκκαθάρισης, στην οποία τέθηκε η εταιρεία, κάτι που, κατά την αίτηση ακύρωσης, δεν προβλέφθηκε από τον νόμο κρατικοποίησης του ΟΑΣΘ.
Οι ίδιοι αναφέρουν επίσης ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη και ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της διαλύσεως και της διαδικασίας εκκαθαρίσεως του ΟΑΣΘ, αλλά και να μην προχωρήσει το (νέο) Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΑΣΘ σε προκήρυξη διαγωνισμού για την επιλογή ιδιωτικής ελεγκτικής εταιρίας που θα ενεργήσει την απογραφή και αποτίμηση της αξίας της επιχειρήσεως, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου επί της αιτήσεως ακυρώσεως.
Επιπρόσθετα, ζητούν να διαταχθούν τα ακόλουθα «κατάλληλα μέτρα», «προς αποτροπή ανεπανόρθωτης βλάβης των αιτούντων»:
Πρώτον, να εκπροσωπηθεί η Γενική Συνέλευση των μετόχων των οποίων οι μετοχές περιήλθαν αναγκαστικώς στο Δημόσιο στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως του ΟΑΣΘ, είτε με ορισμό εκπροσώπου της στο Διοικητικό Συμβούλιο που αποτελεί τον κατά νόμο εκκαθαριστή, είτε με ορισμό ορκωτού ελεγκτή - λογιστή της επιλογής της, είτε με ορισμό προσώπου που τούτη θα υποδείξει το οποίο θα έχει εξουσία να συνεργαστεί με την ελεγκτική εταιρία η οποία θα αναλάβει το έργο της απογραφής - αποτιμήσεως της περιουσίας του ΟΑΣΘ έχοντας πλήρη πρόσβαση στο σύνολο του αρχείου και των εγγράφων στοιχείων του Οργανισμού.
Δεύτερον, να εκπροσωπηθεί η Γενική Συνέλευση των μετόχων στις δύο εκκρεμείς από 5.7.2017 και 1.8.2017 αιτήσεις υπαγωγής διαφορών με το Ελληνικό Δημόσιο σε διαιτησία, προς αποτροπή συγκρούσεως καθηκόντων.
Και τρίτον, να διαταχθεί κάθε άλλο, πρόσφορο κατά την κρίση του δικαστηρίου μέτρο, εις τρόπον ώστε να μην αρχίσει η διαδικασία εκκαθαρίσεως του ΟΑΣΘ.
Η αντισυνταγματικότητα
Σύμφωνα με την αίτηση, η αντισυνταγματικότητα του νόμου εδράζεται σε δυο σημεία :
Α) Η σκέψη 15 της 3818/1997 αποφάσεως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου θεωρεί «αναγκαία την εκπροσώπηση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων των οποίων οι μετοχές τους εξαγοράσθηκαν αναγκαστικώς από το Δημόσιο στην διαδικασία εκκαθαρίσεως". Συγκεκριμένα σύμφωνα με την παλιά απόφαση (αφορά αφαίρεση συγκοινωνιακού έργου από τις "Συγκοινωνιακές επιχειρήσεις ΑΕ» της Αθήνας και ανάθεσή του στον ΟΑΣΑ) που επικαλείται η αίτηση, το Δημόσιο όφειλε: - να ορίσει ως μέλος ή μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΣΘ πρόσωπο υποδεικνυόμενο από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, των οποίων οι μετοχές περιήλθαν αναγκαστικώς στο Ελληνικό Δημόσιο, ή να ορίσει ως ορκωτό λογιστή - ελεγκτή του Ο. Α. Σ. Θ. πρόσωπο υποδεικνυόμενο από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων των οποίων οι μετοχές περιήλθαν αναγκαστικώς στο Ελληνικό Δημόσιο, ή έπρεπε να προβλέψει κάποιον τρόπο αποτελεσματικής εκπροσωπήσεως της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων των οποίων οι μετοχές περιήλθαν αναγκαστικώς στο Ελληνικό Δημόσιο, στην διαδικασία εκκαθαρίσεως του ΟΑΣΘ, και συγκεκριμένα στη διαδικασία απογραφής και αποτιμήσεως της αξίας της επιχειρήσεως.
Όπως αναφέρεται στην αίτηση, δεύτερος λόγος ακύρωσης είναι «η μη συμπερίληψη των αξιώσεων που έχει ο ΟΑΣΘ έναντι του Ελληνικού Δημοσίου στην αξία της αναγκαστικώς εξαγοραζόμενης επιχειρήσεως (...). Τούτο διότι, οι εν λόγω αξιώσεις ανέρχονται στο ποσό των 112.685.321 (102.685.321 ευρώ από τις εκκρεμείς αιτήσεις υπαγωγής σε διαιτησία και 10.000.000 ευρώ από διαφορά από αύξηση του Φ. Π. Α.), με αποτέλεσμα να επαυξάνουν την αξία της αποτιμώμενης περιουσίας του ΟΑΣΘ και να επιδρούν συνακόλουθα ευθέως και αμέσως στο ύψος του τιμήματος εξαγοράς των μετοχών των αιτούντων. Συνακόλουθα, παρίσταται προδήλως αντίθετο προς το Σύνταγμα, αλλά και στους κανόνες της οικονομικής λογικής το να αποτιμάται η αξία μίας επιχειρήσεως μόνον επί τη βάσει του παθητικού της και όχι επί τη βάσει των αξιώσεων που έχει έναντι τρίτων».
Πηγή: Το Βήμα



