Ξεκινώντας την ομιλία του παραδέχθηκε ότι πράγματι, η διαδικασία που ακολουθείται δεν είναι «μια ομαλή κοινοβουλευτική διαδικασία, όπως δεν είναι ομαλές και οι συνθήκες βάσει των οποίων το σώμα συναινεί». Ωστόσο, ο κ.Τσίπρας ζήτησε τα οποία επιχειρήματα να στηρίζονται στις πραγματικές συνθήκες. «Να βλέπουμε την ουσία», είπε και πρόσθεσε: «Η ουσία είναι ότι στις 12 του Ιούλη, οδηγηθήκαμε σε δύσκολο συμβιβασμό, βάσει του οποίου καλούμαστε σε έκτακτες συνθήκες να νομοθετήσουμε. Οδηγηθήκαμε εκεί έχοντας εξαντλήσει κάθε όριο και περιθώριο διαπραγμάτευσης. Αγγίξαμε τα όρια της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος. Αναδείξαμε όμως και τα όρια της Ευρώπης που ηγεμονεύουν δυνάμεις συντηρητικές που θέλουν να την κρατήσουν πιστά προσηλωμένη στο πνεύμα της λιτότητας».
Ο πρωθυπουργός συνέχισε με απολογητικό τόνο, επαναλαμβάνοντας ότι στους έξι μήνες έγιναν λάθη. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι «δεν μετανιώνω για τη σκληρή μάχη, αλλά είμαι περήφανος που σηκώσαμε το ανάστημα του ελληνικού λαού, που ακούστηκε το δίκιο του, που σηκώσαμε ανάστημα διεκδίκησης. Λάθη δεν κάνουν μόνο αυτοί που δεν προσπαθούν. Ναι, θα μπορούσε να πει κάποιος, αλλά ηττηθήκατε. Πράγματι. Οι συσχετισμοί ήταν εκπληκτικά ετεροβαρείς. Ο αγώνας αυτός δεν θα πάει χαμένος».
Ο κ.Τσίπρας επέμεινε ιδιαίτερα στην επισήμανση ότι στην Ευρώπη, που «δεν είναι ίδια μετά την 12η Ιούλη», συνεχίζουν να κυριαρχούν οι συντηρητικές δυνάμεις που επιμένουν στα σχέδια εκδίωξης της Ελλάδας από την ευρωζώνη. «Όμως, ο διάλογος έχει ήδη αρχίσει και αφορά το μέλλον της Ευρώπης. Οι συντηρητικές δυνάμεις πέτυχαν πύρρειο νίκη απέναντι στην κυβέρνηση, το λαό, την Ελλάδα. Εχασαν, όμως, την αίσθηση της ηγεμονίας τους στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια κοινή γνώμη».
Απευθυνόμενος κυρίως στο εσωκομματικό του ακροατήριο ο κ.Τσίπρας υποστήριξε ότι το πρόγραμμα δεν αποτελεί ιδιοκτησία της κυβέρνησης. «Μετά από όσα συνέβησαν τους έξι μήνες, δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι η ιδιοκτησία αυτού του προγράμματος, η έμπνευσή του, ανήκει στην ελληνική πλευρά. Θα εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα που δεν πιστεύουμε, αλλά κανείς δεν μπορεί να μας αποδώσει την ιδιοκτησία και αυτό είναι ουσιαστική διαφορά. Πήραμε δύσκολες επιλογές ευθύνης και σήμερα όλοι πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τις δυνατότητες παρέμβασης στα νέα δεδομένα», είπε.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε ξανά στις επιλογές που υπήρχαν στο τραπέζι πριν από τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου: ή αυτή του σχεδίου Σόιμπλε με συμβιβαστική έξοδο από το ευρώ ή αυτή της άτακτης χρεοκοπίας.
«Δεν τελειώνουμε εδώ», είπε ο κ.Τσίπρας. «Αμέσως μετά πάμε ξανά στη διαπραγμάτευση, προκειμένου να διαμορφώσουμε τους όρους της δανειακής σύμβασης. Να προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε κάθε δυνατότητα συμμαχιών στην Ευρώπη. Να διαμορφώσουμε το κείμενο της συμφωνίας προς όφελος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Να βρούμε αντισταθμιστικά, να διεκδικηθούν κονδύλια προκειμένου μεγάλες κατηγορίες να έχουν τις λιγότερες δυνατές αρνητικές επιπτώσεις».
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έθεσε ξανά το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, λέγοντας ότι «η συμφωνία που από αύριο ξεκινάμε να διαπραγματευόμαστε περιλαμβάνει και τη σαφέστατη δέσμευση για αναδιάρθρωση του χρέους, προκειμένου να γίνει βιώσιμο. Σήμερα πλέον συζητείται σε τι βάθος θα γίνει η αναδιάρθρωση. Η διακυβέρνηση της χώρας δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαπραγμάτευση».
Ο κ.Τσίπρας επανέλαβε ότι το βάρος της διακυβέρνησης στο εξής θα πέσει σε τέσσερις άξονες, που είναι :
-Καταπολέμηση διαφθοράς και διαπλοκής.
-Αγώνας και μάχη για να χτυπήσουμε την φοροδιαφυγή.
-Διάλογος για μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στο πολιτικό σύστημα .
-Προσέλκυση επενδυτών για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο κ.Τσίπρας δεσμεύθηκε ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν τίθεται επ’ ουδενί σε κίνδυνο. «Η προστασία της πρώτης κατοικίας ήταν, είναι και θα είναι διαρκής», είπε. Καταλήγοντας σημείωσε ότι η Αριστερά θα δώσει τους αγώνες της για τη διακυβέρνηση της χώρας: «Δεν θα γίνουμε ούτε δειλοί, ούτε ριψάσπιδες, ούτε απολογητές χαμένων αγώνων», είπε.
Πηγή: Το Βήμα



