«Με αφορμή», όπως αναφέρει, «τις βολές κατά του θεσμού της Προέδρου του Αρείου Πάγου» ανακοινώνει τα εξής:
* Αρμοδιότητα άσκησης πειθαρχικής δίωξης έχουν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο προϊστάμενος Επιθεώρησης, οι πρόεδροι Εφετών διευθύνοντες τα δικαστήρια, οι διευθύνοντες τις Εισαγγελίες και προστέθηκε και η αρμοδιότητα του προέδρου του Αρείου Πάγου. Είναι ανακριβές ότι μέχρι τώρα το δικαίωμα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου είχαν πολυπρόσωπα όργανα, αναφέρει.
* Είναι επίσης ανακριβές ότι η πρόεδρος του ΑΠ ασκεί τη δίωξη και συμμετέχει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που κρίνει τον ελεγχόμενο.
* Σχετικά με τον πειθαρχικό έλεγχο της κυρίας Γεωργίας Τσατάνη αρνείται ότι αποτελεί εύλογο λόγο εξαίρεσής της, όπως αναφέρει η εισαγγελέας Εφετών, το γεγονός ότι ενεργεί η ίδια την έρευνα ή ότι είχε δήθεν φιλικές σχέσεις με τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης κ. Δημήτρη Παπαγγελόπουλο. «Αλίμονο», αναφέρει, «αν οι τυπικές υπηρεσιακές σχέσεις αποτελούν λόγο εξαίρεσης». Προσθέτει ότι δημιουργεί η κυρία Τσατάνη δήθεν υπόνοια μεροληψίας σε βάρος της αναφέροντας ότι ανέλαβε η ίδια την έρευνα καθ' υπόδειξη των κυπρίων αξιωματούχων.
* Ουδεμία έχθρα ή εμπάθεια είχα ποτέ με την ελεγχόμενη, διαβεβαιώνει, αλλά «προς διαφύλαξη της αξιοπιστίας της θεσμικής μου θέσης ανέθεσα σε αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου την περαιτέρω διενέργεια της έρευνας».
Σχετικά με την μήνυση κατά Τσακυράκη αναφέρει ότι έχει πέσει στο κενό η συνεχιζόμενη προσπάθεια ορισμένων να πείσουν ότι δεν δικαιούται να μηνύσει κάποιον, ενώ λέει ότι δεν έκανε παρέμβαση στο κοινοβουλευτικό έργο με την επιστολή της στην πρόεδρο του ΠαΣοΚ.
Καταλήγει διαβεβαιώνοντας τους έλληνες πολίτες ότι οι έλληνες δικαστές στη συντριπτική τους πλειοψηφία ασκούν το λειτούργημά τους με ακεραιότητα και αγνοούν τις τυχόν παρεμβάσεις ή πιέσεις από οποιονδήποτε προέρχονται.
Πηγή: Το Βήμα



