Όπως επεσήμανε ένα μείζον ζήτημα που αξίζει να εξεταστεί είναι η αποτίμηση του κεφαλαίου που προκύπτει από μία τεχνητή λίμνη. «Τυπικά, οι περισσότερες λίμνες και τα φράγματα ανήκουν στην ΔΕΗ. Ωστόσο, πέρα από το κόστος κατασκευής του φράγματος, στο κεφάλαιο της λίμνης θα πρέπει να προστεθούν οι απαλλοτριωμένες περιοχές, που εκχωρήθηκαν στην ΔΕΗ από το Δημόσιο, οι δημόσιες εκτάσεις (δάση, ρέματα, δημόσια κτήματα κ. λπ.), που πάλι περιήλθαν στην ΔΕΗ αυτομάτως κατά τον πλημμυρισμό και το κοινό αγαθό «νερό», που εναποθηκεύτηκε στην λίμνη, αλλά δεν εγγράφεται σε κανένα λογιστικό βιβλίο», σημείωσε ο κ. Τσιρώνης.
Ο αναπληρωτής υπουργός δεσμεύτηκε ότι το υπουργείο θα έχει την πόρτα και τα «αυτιά» του ανοιχτά στην γνώση των επιστημόνων.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις επιπτώσεις των φραγμάτων και στην αναγκαία ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών για τα ευεργετήματα και τα τυχόν προβλήματα. «Δυστυχώς, στο παρελθόν η πολιτεία έπαιρνε αποφάσεις ερήμην των πολιτών, ή έστω με μία διαβούλευση προσιτή μόνο σε επαΐοντες», σχολίασε, προσθέτοντας ωστόσο ότι, πολλά μεγάλα φράγματα στην Ελλάδα υπήρξαν ευεργετικά, όχι μόνο για το ενεργειακό ισοζύγιο, αλλά για την προοπτική της περιοχής, όπως της λίμνης Πλαστήρα, και για το οικολογικό ενδιαφέρον, όπως η λίμνη Κερκίνη.
Από την άλλη πλευρά, ο κ. Τσιρώνης αναφέρθηκε στην ελληνική και διεθνής εμπειρία, η οποία έχει καταδείξει ότι συχνά οι μελέτες για τα μεγάλα φράγματα υπήρξαν υπέρ το δέον αισιόδοξες και ότι «παραγνωρίστηκαν οι επιπτώσεις στο μικροκλίμα και τελικά τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα των προσδοκιών».
Πηγή: Το Βήμα



