Ο εισαγγελέας απέρριψε τον ισχυρισμό του πρώην υπουργού ότι το ποσό που έλαβε ήταν χορηγία από την εν λόγω εταιρεία για την προεκλογική του εκστρατεία, επισημαίνοντας ότι οι εκλογές απείχαν 1,5 χρόνο από το διάστημα που έλαβε την πρώτη δόση της μίζας ύψους 200.000 μάρκων (Νοέμβριο '98).
Υπογράμμισε δε ότι αποδείχτηκε - εκ της τραπεζικής δραστηριότητας - ότι τα χρήματα δεν δαπανήθηκαν προεκλογικά, παρά μόνο για οικογενειακά έξοδα σπουδών (για τον γιο του στο Columbia).
Όπως προσέθεσε ο εισαγγελέας, ο Τσουγκράνης (κατηγορούμενος που αθωώθηκε) που άνοιξε και τον επίμαχο λογαριασμό σε όνομα τρίτου, στην πρωτοβάθμια απολογία του είπε ότι την επομένη της κατάθεσης του ποσού ενημέρωσε τον πρώην υπουργό για αυτό, κι αυτός δεν αντέδρασε. «Άρα γνώριζε από που προήλθαν τα χρήματα και για ποιο λόγο».
«Και οι δύο καταθέσεις έγιναν εκτός προεκλογικού αγώνα. Και οι δύο ήταν παράνομες, γιατί απαγορεύεται η χρηματοδότηση από εταιρείες που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς με το δημόσιο. Ήταν επίσης παράνομες γιατί η χρηματοδότηση από ένα νομικό πρόσωπο δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 3.000 €. Τα χρήματα που βρέθηκαν στο λογαριασμό του υπουργού υπερέβαιναν δυο φορές το προεκλογικό κονδύλι για έναν υποψήφιο της Β' Αθηνών, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών»
«Γιατί ο λογαριασμός ήταν απόρρητος και όχι στο όνομα του; Γιατί να θέλει χρήματα από αγνώστους; Κι αν του έβαζε χρήματα ή Καμόρα και η μαφία; Τι θα έλεγαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι; Η ενέργεια του ήταν ούτε ηθική ούτε νόμιμη».
Ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή και του δεύτερου κατηγορουμένου, Ηλία Γεωργίου, πρώην στελέχους της Siemens. Πρωτόδικα ο Τάσος Μαντέλης καταδικάστηκε σε 8 χρόνια με αναστολή και ο Γεωργίου σε 12 χρόνια με αναστολή αντιστοίχως.
Πηγή: Το Βήμα



