Σε ένα από τα σκίτσα εμφανίζεται ένας πατέρας με το γιο του και μεταξύ τους διαμείβεται ο εξής διάλογος:
- Τι ωραίο που είναι να γίνεσαι μάρτυρας.
- Μα πατέρα! Γιατί να θέλει κανείς να γίνει μάρτυρας.
- Φυσικά και το θέλει. Ποιος δεν θέλει να κερδίσει τον παράδεισο;
Στο άλλο σκίτσο το ίδιο αγόρι εμφανίζεται μαζί με την αδελφή του και τη μητέρα του. Λέει το μικρό κορίτσι: «Μακάρι να μπορούσα να γίνω και εγώ μάρτυρας» για να εισπράξει την υποτιμητική απάντηση του αδελφού της: «Μα εσύ δεν μπορείς να πας στο στρατό». Τα πράγματα έρχεται να βάλει στη θέση τους η μητέρα: «Αν το θέλεις τόσο πολύ ο Θεός θα σου χαρίσει αυτή τη χαρά».
Στο τρίτο σκίτσο, το οποίο στην πραγματικότητα αποτυπώνει την τραγική καθημερινότητα των θανάτων στην Τουρκία εξαιτίας των συγκρούσεων με τους Κούρδους αντάρτες, το ίδιο αγόρι επισκέπτεται μαζί με τον πατέρα του ένα νεκροταφείο, όπου είναι ενταφιασμένοι νεκροί στρατιώτες του πολέμου, μάρτυρες κατά την επίσημη ορολογία. Αναρωτιέται ο γιος: «Ποιος ξέρει πόσο πόνεσαν πριν μαρτυρήσουν». Και η απάντηση του πατέρα: «Οι μάρτυρες δεν πονούν όπως νομίζεις παιδί μου».

Πηγή: Το Βήμα



