espa pkm

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2026, 5:21:54 μμ
Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2022 19:52

Αφιέρωμα: Όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Βασίλη Μακρίδη, η Ελλάδα δεν θα χαθεί

Γράφει ο Μάκης Ιωσηφίδης.

Το όνομά του είναι πια συνώνυμο του σπηλαίου Κιλκίς. Σπήλαιο ίσον Βασίλης Μακρίδης και Βασίλης Μακρίδης ίσον σπήλαιο.

 

Ο Βασίλης αποτελεί μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου που το όνομα και η μορφή του ταυτίστηκαν με το αντικείμενο της δουλειάς του. Δεκαετίες ολόκληρες έκανε δεύτερο σπίτι του το χώρο της εργασίας του με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς το σπήλαιο της πόλης μας χωρίς τον Βασίλη. Είναι μια ερωτική σχέση που κρατάει χρόνια και οφείλουμε πάρα πολλά ως πόλη και ως νομός στον άνθρωπο αυτόν που ουσιαστικά ξεκίνησε την λειτουργία του σπηλαίου μας και επί 35 χρόνια συντήρησε και φρόντισε σαν τα μάτια του ένα από τα λίγα αξιοθέατα του τόπου μας. Ξενάγησε αναλυτικά χιλιάδες επισκέπτες μικρούς και μεγάλους και αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές του τόπου μας σε σπηλαιολογικές και παλαιοντολογικές έρευνες σ’ όλη την Ελλάδα

 

Οικογενειακή διαδρομή
Βρισκόμαστε στο μακρινό 1950. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε δικό του σπίτι από πλινθότουβλα και σκεπή από λαμαρίνα στην περιοχή των Δεκαπέντε Μαρτύρων (Κιολαλίδικα) στους πρόποδες του λόφου του Κιλκίς. Είναι ο Παύλος Μακρίδης από το Πρόχωμα Θεσσαλονίκης και η Δέσποινα Ιωαννίδου από το Μεταλλικό Κιλκίς, ποντιακής καταγωγής και οι δύο. Το ζευγάρι απέκτησε τρία παιδιά, την Αρετή, τον Κώστα και το 1959 το στερνοπούλι τους Βασίλη. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και ο πατέρας Παύλος για να τα φέρει βόλτα έκοβε ξύλα και τα πουλούσε, αργότερα έγινε αγωγιάτης με κάρο και κατέληξε οικοδόμος. Η μητέρα δούλευε στα καπνά, στα χωράφια, στη φύλαξη παιδιών και στη συνέχεια καθαρίστρια.
Ο μικρός Βασίλης Μακρίδης με τον αδελφό του Κώστα μπαίνουν από μικρή ηλικία στον στίβο της ζωής. Τα παιδικά και τα πρώιμα εφηβικά τους χρόνια είναι ο καθρέφτης της ζωής στο Κιλκίς τις δεκαετίες του 60 και του 70. Ένα Κιλκίς που δεν υπάρχει πια παρά στις μνήμες των παλιών Κιλκισιωτών. Τις Κυριακές από τα χαράματα έπαιρναν ζεστά κουλούρια από το φούρνο του Σταλίδη (1,5 χιλιόμετρο απόσταση από το σπίτι τους) και τα πουλούσαν έξω από τις εκκλησιές και τα στρατόπεδα. Ο Βασίλης φοίτησε στο Γ’ Δημοτικό σχολείο. Οι αναμνήσεις του από τα παιδικά του χρόνια ταξιδεύουν σαν ασπρόμαυρη ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Αναμνήσεις από τον χωματόδρομο που περνούσε από το πατρικό του σπίτι και κατέληγε κατηφορικά στο σχολείο και όταν έβρεχε μετατρεπόταν σε χείμαρρο που παράσερνε τα πάντα στο διάβα του και πλημμύριζε το ξύλινο περίπτερο του Θόδωρου Μάκαλη. Παιχνίδια σε μικρές γκιόλες που σχηματίζονταν από τα νερά της βροχής και βαρκούλες από σκληρή φλούδα πεύκου. Ποδόσφαιρο στην αλάνα πίσω από τις σιταποθήκες της Ένωσης και τσιλίκι, μηλαρόνια και άλλα παιχνίδια στην αυλή του Γ’ Δημοτικού. Καουμπόηδες και Ινδιάνοι στη γειτονιά. Μπάνιο στα ‘’τούρκικα’’ όπως λέγανε το μικρό ποταμάκι στα ΒΔ της πόλης παρέα με ψάρια, βατράχια και νερόφιδα. Παιχνίδια στο ‘’Σχοινί του Ταρζάν’’ όπως ονόμαζαν το πεδίο ασκήσεων του στρατοπέδου Καμπάνη όπου υπήρχαν ξύλινα εμπόδια, κινητές γέφυρες και τάφροι που τα παιδιά τα υπερπηδούσαν κρατώντας μεγάλα σχοινιά. Ποδηλατοδρομίες για την Αργυρούπολη, την Άνω και Κάτω Ποταμιά και την Κολχίδα, ψάρεμα και μπάνιο στον Γαλλικό. Στα Κιολαλίδικα είχανε κουνέλια, περιστέρια, πουλιά που τα πιάνανε με ξόβεργες όπως καρδερίνες, σκαθιά, φλώρους που τα βάζανε σε κλουβιά και όλη η γειτονιά αντηχούσε από τα κελαηδίσματά τους. Πού μυαλό για διάβασμα. Το βράδυ στην επιστροφή ξύλο από τη μάνα.
Στο σχολείο ο Βασίλης ήταν μέτριος μαθητής και πολύ ζωηρός γι’ αυτό έτρωγε πολύ ξύλο από τους δασκάλους του. Το κολατσιό του ήταν μια φέτα ψωμί βρεγμένη από πάνω για να κολλάει η ζάχαρη.
Εκατό μέτρα πιο πάνω από το σπίτι του Βασίλη ήταν το σπήλαιο που από μικρό παιδάκι το επισκεπτόταν πολύ συχνά επειδή του ασκούσε μια περίεργη έλξη.

 

Η ιστορία του σπηλαίου
Το 1925, ο λατόμος Γιώργος Παυλίδης γνωστός με το παρατσούκλι ‘’Μπουλασίκης’’ με τον γαμπρό του Γιάννη Σαλτσίδη εργάζονται στις πλαγιές του λόφου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τους αποκαλύφθηκε τυχαία μία τρύπα που στη συνέχεια κατάλαβαν ότι ήταν η είσοδος μιας σπηλιάς που έκρυβε στα σπλάχνα της υπέροχους σταλακτίτες και σταλαγμίτες και πανέμορφα πέτρινα κοράλλια. Ο κόσμος του Κιλκίς ονόμασε την σπηλιά ‘’Του Μπουλασίκη η τρύπα’’ ή ‘’του Πουλασίκ το τρυπίν’’ και στη συνέχεια ‘’Σαράντα κάμαρες’’. Πολλοί παράτολμοι οπλισμένοι με φακούς, σπίρτα, κεριά αλλά και με αυτοσχέδιους πυρσούς έμπαιναν από την στενή είσοδο και πολλές φορές σερνάμενοι προχωρούσαν στα ενδότερα για να θαυμάσουν αλλά και να πάρουν μαζί τους σταλακτίτες, σταλαγμίτες, κοράλλια. Έτσι με το πέρασμα των χρόνων έγιναν μεγάλες καταστροφές στον εσωτερικό διάκοσμο του σπηλαίου.
Η πρώτη γνωριμία του Βασίλη με το σπήλαιο
Το 1967 ο οκτάχρονος Βασίλης μπήκε για πρώτη φορά στο σπήλαιο με άλλους τρεις μεγαλύτερους ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αδελφός του Κώστας. Η στενόμακρη τρύπα-είσοδος είχε δυο μέτρα ύψος και πενήντα πόντους πλάτος αλλά παρακάτω άνοιγε. Μετά από πορεία μέσα στο σκοτάδι ξάφνου ο Βασίλης θαμπώθηκε και τα έχασε από την ομορφιά που πρωταντίκρισε. Οι σταλακτίτες γίνονταν ομορφότεροι από το φως του φακού που έπεφτε πάνω τους και δημιουργούσε παράξενα παιχνίδια στο ερυθρόμορφο χρώμα τους. Οι σταλαγμίτες είχαν παράξενα σχήματα που μερικά απ’ αυτά φάνταζαν σαν παράξενα ζώα και υπήρχαν κοράλλια σαν αυτά της θάλασσας. Στην οροφή πετούσαν τρομαγμένες εκατοντάδες νυχτερίδες.
Έτσι άρχισε η ισόβια ερωτική σχέση του Βασίλη με το σπήλαιο. Μέχρι το καλοκαίρι του 1969, με τη βοήθεια του αδελφού του έμαθε πολλά μέρη του σπηλαίου. Άρχισε κι αυτός να πηγαίνει στο σπήλαιο με άλλα παιδιά και να
ανακαλύπτουν νέους θαλάμους και σχισμές που τους βάφτιζαν μάλιστα με ονόματα όπως ‘’το στενό των Θερμοπυλών’’, ‘’η μεγάλη κάμαρα’’ κτλ. Στη συνέχεια ανακάλυψαν τον δεύτερο όροφο που ήταν ομορφότερος σε διακόσμηση. Ο Βασίλης έμπαινε πια στο σπήλαιο και μόνος του και μια φορά έπιασε αρκετές νυχτερίδες που του τις είχε ζητήσει ένας Αμερικανός γιατρός. Γύρω στο 1974 κάποια παιδιά χάθηκαν στο σπήλαιο και η αστυνομία ειδοποιημένη από τους γονείς τους, ζήτησε την συνδρομή του Βασίλη και του αδελφού του που βοήθησαν στην εύρεση και τη διάσωσή τους. Κάποια άλλη φορά ο Βασίλης μόνος του βρήκε έναν Γερμανό με τον γιο του που μπήκαν στο σπήλαιο για να μαζέψουν σταλακτίτες και κοράλλια και χάθηκαν. Ξεκαρδιστική είναι η αφήγηση του Βασίλη που αναφέρει ότι ψάχνοντας τους δύο Γερμανούς φώναζε δυνατά: «Ντόιτσλαντ… Ντόιτσλαντ».
Επειδή λεγόταν τότε ότι το σπήλαιο έβγαινε πάνω στην κορφή του λόφου αλλά και στο παλιό κτήριο των καλογραιών, προσπάθησε ο Βασίλης αλλά δεν βρήκε άλλη έξοδο. Βρήκε όμως οστά ζώων, άλλα κολλημένα στους βράχους και άλλα κάτω απ’ το χώμα. Κατά γενική παραδοχή ο Βασίλης ήταν πια ο καλύτερος γνώστης του σπηλαίου. Οδηγούσε και ξεναγούσε άλλα παιδιά της ηλικίας του που του έλεγαν:
«Βασίλη αν κάποτε αξιοποιηθεί το σπήλαιο, εσύ θα είσαι ο ιδανικός φύλακας». Το 1974 ο Βασίλης με υπεράνθρωπη και ριψοκίνδυνη προσπάθεια και έρποντας, κατάφερε να ανακαλύψει τον τελευταίο θάλαμο του δεύτερου ορόφου.
Όσο περνούσαν τα χρόνια ο Βασίλης δενόταν με την σπηλιά που τον τραβούσε στα σπλάχνα της σαν μαγνήτης πράγμα που δεν μπορούσε να το εξηγήσει. «Ίσως το μυστήριο, το άγνωστο, το απόλυτο σκοτάδι, ο ονειρικός διάκοσμος, η γαλήνια ησυχία που το μόνο που τη διατάρασσε ήταν τα τιτιβίσματα και τα φτερουγίσματα των νυχτερίδων και ο ήχος από τις στάλες που έπεφταν από τις οροφές» μάς λέει ο Βασίλης.

 

Η αξιοποίηση του σπηλαίου
Κάποτε, περίπου το 1975, έφθασε η είδηση ότι θα αξιοποιηθεί το σπήλαιο από τον Δήμο Κιλκίς. Ο Βασίλης χάρηκε αλλά και στενοχωρέθηκε συνάμα επειδή δεν θα μπορούσε πια να μπαινοβγαίνει στο αγαπημένο του σπήλαιο.
Οι εργασίες άρχισαν το 1977 επί δημαρχίας Νίκου Αγγελίδη και το προσωπικό με τα μηχανήματα ξεκίνησαν. Φυσικά απαγορεύτηκε η είσοδος στην σπηλιά. Υπεύθυνη της αξιοποίησης του σπηλαίου ήταν η κυρία Άννα Πετροχείλου, πρόεδρος τότε της ελληνικής σπηλαιολογικής εταιρίας. Ο Βασίλης παρακολουθούσε τις εργασίες απ’ έξω και μετά από αρκετό χρόνο και πολλά παρακαλετά, τον άφησαν επιτέλους να περάσει μέσα. Εκεί δοκίμασε τεράστια έκπληξη επειδή το σπήλαιο ήταν σχεδόν αγνώριστο. Παντού τσιμεντένιοι διάδρομοι στο δάπεδο, δεκάδες φώτα παντού, άνεση στο πέρασμα από θάλαμο σε θάλαμο, νέα και άνετα ανοίγματα κτλ. Παράλληλα ο Βασίλης ένιωσε πολύ άσχημα για τις ζημιές που προκάλεσε μαζί με άλλους τα προηγούμενα χρόνια στον εσωτερικό διάκοσμο του σπηλαίου. Έδωσε τότε μια υπόσχεση στον εαυτό του να κάνει ότι μπορεί στο μέλλον για να αποκαταστήσει ό,τι μπορεί.
Ο Βασίλης σπούδαζε τότε στην τεχνική σχολή του Κιλκίς από την οποία αποφοίτησε το 1979 και πήρε το πτυχίο του εργοδηγού ηλεκτρολόγου. Τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιά στρατεύτηκε. Όταν απολύθηκε το 1982, η αξιοποίηση του σπηλαίου είχε σχεδόν τελειώσει. Ο Βασίλης έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές (στις οικοδομές με τον πατέρα του, στο ΙΓΜΕ, έκτακτος εργάτης στον ΟΤΕ) και το 1983 παντρεύτηκε την Μαρία Παναγιωτίδου. Το 1986 ο Βασίλης ήταν άνεργος, είχε ήδη το πρώτο του παιδί, την κόρη του Νατάσα και περίμενε το δεύτερο παιδί του την Κική.

 

Φύλακας στο σπήλαιο
Καλοκαίρι του 1986 τον κάλεσε στο γραφείο του ο τότε Δήμαρχος, ο αείμνηστος Σπύρος Αυγητίδης και του είπε: «Βασίλη, με πληροφόρησαν ότι γνωρίζεις την σπηλιά καλύτερα απ’ τον καθένα και πως θα είσαι ο πιο κατάλληλος για φύλακας. Αποφάσισα να σε διορίσω στη θέση αυτή και πιστεύω ότι θα με βγάλεις ασπροπρόσωπο». Τρελάθηκε και δάκρυσε από τη χαρά του ο Βασίλης. Το όνειρο που είχε από παιδάκι, έγινε πραγματικότητα. Αποδέχθηκε αμέσως την πρόταση και διαβεβαίωσε τον Δήμαρχο ότι δεν θα πέσει έξω στην επιλογή του. Πήρε τα κλειδιά και την άλλη μέρα 1 Ιουλίου του 1986 βρισκόταν στο σπήλαιο. Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από το 1982 που τέλειωσαν οι εργασίες και τα πάντα ήταν κατεστραμμένα. Σπασμένα τζάμια, χώματα που μαζεύτηκαν στο βαθύ κοίλωμα στην είσοδο της σπηλιάς από τα βρόχινα νερά, σκουπίδια κι εγκατάλειψη. Στο εσωτερικό, από τον περιμετρικό φωτισμό άναβαν μόνο οι μισές λάμπες και καθημερινά πάλευε να λύσει τα προβλήματα. 3.785 τενεκέδες με χώματα και σκουπίδια πέταξε με τα χέρια του μέσα σ’ έναν μήνα. Δέντρα δεν υπήρχαν τότε και με το αγροτικό αυτοκίνητο που είχε τότε έφερε και φύτεψε μόνος του εξήντα δέντρα από διάφορα είδη. Νερό δεν υπήρχε και το κουβαλούσε σε δοχεία επί ενάμισι χρόνο.
Ο Βασίλης φρόντισε να διαφημιστεί το σπήλαιο στον τοπικό τύπο και σε συνεργασία με τις δημοτικές αρχές να τοποθετηθούν πινακίδες στις εισόδους της πόλης που να οδηγούν στο σπήλαιο. Φρόντισε επίσης να τυπωθεί ενημερωτικό φυλλάδιο και κάρτες για το σπήλαιο. Εκείνη την εποχή, οι γνώσεις του Βασίλη γύρω από το σπήλαιο ήταν μηδαμινές. Έψαχνε σε διάφορα περιοδικά, εγκυκλοπαίδειες και βιβλία για να μάθει οτιδήποτε σχετικό. Θυμήθηκε τις θέσεις στις οποίες υπήρχαν οστά ζώων μέσα στο σπήλαιο, φρόντισε να φωτογραφηθούν και να δημοσιευτούν στον τοπικό τύπο μήπως τα δουν κάποιοι ειδικοί και αναγνωρίσουν την αξία τους. Παράλληλα βρήκε κατάλληλα βιβλία για τα σπήλαια και έμαθε σημαντικά στοιχεία για τη δημιουργία και την ιστορία τους. Ο Βασίλης δεν περιορίστηκε στην απλή φύλαξη του σπηλαίου και στην πώληση εισιτηρίων αλλά με τις γνώσεις που απέκτησε έκανε ξεναγήσεις επαγγελματικού επιπέδου.
Τον Σεπτέμβρη του 1987 τον επισκέφτηκε ο σπηλαιοερευνητής της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρίας Κώστας Ατακτίδης και έδειξε ενδιαφέρον για το σπήλαιο και τα ευρήματά του. Σε μερικούς μήνες ήρθε πάλι με τον Νίκο Πουλιανό του Υπουργείου Πολιτισμού και ο Βασίλης τούς ανέφερε ότι υπήρχαν αρκετά απολιθωμένα οστά μέσα στο σπήλαιο. Έκαναν τότε μια αυτοψία και του συνέστησαν να μην ξεθάψει άλλα, επειδή υπήρχε κίνδυνος να χαθούν πολλά πολύτιμα στοιχεία. Ο Νίκος Πουλιανός δημοσίευσε τότε μια έκθεση για τις εντυπώσεις του καθώς και τις προτάσεις του ζητώντας παράλληλα να αποδοθεί στον Βασίλη εύφημος μνεία από το Υπουργείο Πολιτισμού πράγμα που δεν είχε συνέχεια. Το 1988 ήρθε στο σπήλαιο ο κ. Ιωάννης Μελέντης, καθηγητής Γαιολογίας-Παλαιοντολογίας του ΑΠΘ με την τότε επιστημονική συνεργάτιδά του κυρία Ευαγγελία Τσουκαλά. Ο Βασίλης τους έδειξε τα οστά και μαζί τα συντήρησαν για να μην καταστραφούν. Έτσι έγινε η πρώτη γνωριμία του με την κυρία Τσουκαλά η οποία συνεχίστηκε όπως θα δούμε για τα επόμενα τριάντα τρία χρόνια.

Μέλος της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρίας
Το 1988 ο Βασίλης έγινε μέλος της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρίας προτεινόμενος από τον κ. Μελέντη και την κυρία Τσουκαλά. Από τότε μέχρι σήμερα συμμετέχει σε έρευνες και ανασκαφές σε σπήλαια αλλά και έξω απ’ αυτά συνεργαζόμενος με την ομάδα της κυρίας Τσουκαλά. Την ίδια χρονιά μαθαίνει από τον σπηλαιοερευνητή Κώστα Ατακτίδη ότι το σπήλαιό μας καταστρέφεται από τον υπάρχοντα κοινό φωτισμό που δημιουργεί μύκητες (μια πρασινάδα στα τοιχώματα που κυρίως φωτίζονται) και ότι πρέπει το γρηγορότερο να γίνει αντικατάσταση με λαμπτήρες ψυχρού φωτισμού κατάλληλους για το σπήλαιο. Για το πρόβλημα ενημερώθηκε και ο Δήμαρχος. Τον ίδιο χρόνο επισκέφθηκαν το σπήλαιο Τσεχοσλοβάκοι επιστήμονες γιατροί και σπηλαιολόγοι και μετά από έρευνες μέσα στο σπήλαιο ανακοίνωσαν ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες για το βρογχικό και αλλεργικό άσθμα κυρίως για τα παιδιά 5-15 ετών.
Το 1989 μετά από υπόδειξή του Βασίλη αξιοποιήθηκε και ο τελευταίος θάλαμος του σπηλαίου και άρχισε ένας αγώνας ενημέρωσης του κοινού στις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα του Κιλκίς που τώρα ήταν περισσότερα. Σε διαλέξεις σε διάφορες λέσχες και συλλόγους σε νομούς της Μακεδονίας ο Βασίλης ενημέρωνε τον κόσμο και πρόβαλλε το σπήλαιό μας.
Από το 1990 ο Βασίλης συνεργάζεται εθελοντικά με την επιστημονική ομάδα του Τμήματος Γεωλογίας του ΑΠΘ σε παλαιοντολογικές ανασκαφές που πραγματοποιούνται υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Γεωλογίας-Παλαιοντολογίας Ευαγγελίας Τσουκαλά και συμμετέχει για πρώτη φορά σε πανελλήνια σπηλαιολογική έρευνα στα σπήλαια των Λουτρών Πέλλας (Πόζαρ) και από τότε πηγαίνει σχεδόν κάθε χρόνο εκεί.
Ο Βασίλης απέκτησε πολλές εμπειρίες και συνεργάστηκε με πολλούς Έλληνες και ξένους επιστήμονες που έπαιρναν μέρος στις διάφορες ανασκαφές. Καθημερινά διάβαζε με μεγάλο πάθος για να μάθει όσο μπορούσε περισσότερα. Την περίοδο 1994-97 η ομάδα πραγματοποίησε παλαιοντολογικές έρευνες στην πόλη των Γρεβενών, στο χωριό Μηλιά και σε άλλες περιοχές του νομού. Για την προσφορά του τιμήθηκε από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Γρεβενών.
Το 1996 ο Βασίλης ανακάλυψε χαυλιόδοντες μαστόδοντα μήκους 4,39 μ. και στη συνέχεια το 2006 η ομάδα αποκάλυψε χαυλιόδοντες μήκους 5,02 μ. Ήταν οι μεγαλύτεροι παγκοσμίως χαυλιόδοντες μαστόδοντα. Με ενέργειες της ομάδας, η ανακάλυψη αυτή δημοσιεύτηκε το 2006 στο βιβλίο ρεκόρ Γκίνες και κατοχυρώθηκε στην ομάδα της κυρίας Τσουκαλά.
Όσον αφορά το δικό μας σπήλαιο, με πρωτοβουλία του Βασίλη ξεκίνησε ενημέρωση των σχολείων και των τοπικών συλλόγων. Παντού έδειχνε διαφάνειες και μιλούσε για τα πετρώματα και τα απολιθώματα. Παράλληλα πληροφορούσε εγγράφως την Νομαρχία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση για την αναγκαιότητα της αντικατάστασης του φωτισμού του σπηλαίου και της τοποθέτησης φωτισμού ασφαλείας, συστήματος ενδοεπικοινωνίας, μουσικής και αγγελιών και κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Το έργο ξεκίνησε επιτέλους τον Οκτώβριο του 1993 επί δημαρχίας Τάσου Αμανατίδη και το σπήλαιο μεταμορφωμένο ξανάνοιξε το 1996.
Με το νέο περιβάλλον και τον καινούργιο φωτισμό ο Βασίλης έκανε ό,τι μπορούσε για να ευχαριστήσει τον κάθε επισκέπτη που ερχόταν να δει αυτό το μνημείο της φύσης που σύμφωνα με βιβλίο της σπηλαιολόγου Άννας Πετροχείλου «…σε πολλά σημεία του είναι σκαμμένο, κούφιο, κυριολεκτικά καταφαγωμένο, με υπόγειες στοές και θαλάμους όλων των μεγεθών. Σταλακτίτες και σταλαγμίτες με διάφορες μορφές, σπάνια πέτρινα κοράλλια, εκπληκτικά καλλιτεχνήματα της φύσης που διαρκώς μεγαλώνουν. Ένας υπόγειος καλλιτεχνικός πλούτος, ένας πλούτος με τον οποίο η πραγματικότητα γίνεται όνειρο, φαντασμαγορία, παραμύθι, μυστήριο. Το νερό που με τη διαβρωτική του δύναμη, δουλεύοντας επί αιώνες την πέτρα σαν ακούραστος και εμπνευσμένος καλλιτέχνης, δημιούργησε ασύλληπτες και για την πιο γόνιμη φαντασία συνθέσεις».
Το 2009 επί δημαρχίας Δημήτρη Τερζίδη πραγματοποιήθηκαν τα έργα διαμόρφωσης του εξωτερικού χώρου του σπηλαίου. Ο Βασίλης ξεναγεί στο σπήλαιο γκρουπ από τα δημοτικά σχολεία και τα γυμνάσια του Κιλκίς. Ξεναγεί επίσης γκρουπ από σχολεία άλλων νομών και μεμονωμένους επισκέπτες. Ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά ο Βασίλης μίλαγε στη γλώσσα τους διανθίζοντας την ξενάγησή του με αρκετή δόση χιούμορ που κρατούσε πάντα ζωηρό το ενδιαφέρον τους.
Οι εντυπώσεις των επισκεπτών από την ξενάγηση καταγράφονται στο βιβλίο επισκεπτών και είναι όλες υμνητικές και διθυραμβικές για την ποιότητα της ενημέρωσης. Παραθέτω μία μόνο απ’ αυτές που εμπεριέχει συμπυκνωμένα και όλες τις άλλες: « Όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Βασίλη Μακρίδη, η Ελλάδα δεν θα χαθεί». Γράφτηκε από την κυρία Μαίρη Σταυρίδου που επισκέφτηκε το σπήλαιό μας με τον Μορφωτικό Σύλλογο ‘’Καποδίστριας’’ από το νησί Αίγινα. Το σπήλαιο της πόλης μας με την άοκνη προσπάθεια του Βασίλη Μακρίδη γίνεται πασίγνωστο σ’ όλη την ελληνική επικράτεια. Στο σπήλαιό μας έρχονται και επισκέπτες από μακρινές χώρες του εξωτερικού.
Ο Βασίλης εξελίσσεται σε άνθρωπο για όλες τις δουλειές. Είναι ο φύλακας του σπηλαίου, είναι ο ξεναγός, είναι ο δάσκαλος για τα μικρά παιδιά, είναι ο ηλεκτρολόγος που λύνει όλα τα προβλήματα στο ηλεκτρικό σύστημα φωτισμού είναι…και τι δεν είναι…

 

Παλαιοντολογικό Μουσείο Κιλκίς
Με πρωτοβουλία και ενέργειες του Βασίλη δημιουργήθηκε το Παλαιοντολογικό Μουσείο σε τμήμα του αναψυκτηρίου του λόφου που αποτελεί κέντρο προβολής και μόνιμη έκθεση απολιθωμάτων από το σπήλαιο του Κιλκίς αλλά και από άλλους τόπους. Ολοκληρώθηκε το 2012. Εκεί ο Βασίλης ενημέρωνε μέχρι την συνταξιοδότησή του σχολεία και γκρουπ επισκεπτών.
Στις αρχές του 2013 η ομάδα της κυρίας Ευαγγελίας Τσουκαλά με τη συμμετοχή και του Βασίλη πήρε μέρος σε επιστημονική εκδήλωση στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας στο οποίο η κυρία Τσουκαλά παρουσίασε ελληνικά σπήλαια ανάμεσα στα οποία περίοπτη θέση είχε το δικό μας σπήλαιο. Τις υπόλοιπες μέρες η ομάδα επισκέφθηκε διάφορα Μουσεία Φυσικής Ιστορίας και κέντρα ερευνών σε κάποιο από τα οποία στην Βόρεια Θάλασσα ο Βασίλης εντόπισε απολίθωμα βραχίονα μαμούθ ηλικίας 20.000-50.000 ετών. Το απολίθωμα μεταφέρθηκε με ασφάλεια στην Ελλάδα και στο Κιλκίς, προκειμένου να κοσμήσει το Παλαιοντολογικό Μουσείο του Λόφου Αγίου Γεωργίου, στο τμήμα της έκθεσης που αφορά τη Βόρεια Θάλασσα.
Παράλληλα ο Βασίλης παίρνει μέρος σε εξερευνήσεις σπηλαίων και σε ανασκαφικές αποστολές σ’ όλη την Βόρεια Ελλάδα, διδάσκει σε σεμινάρια Ελλήνων και ξένων φοιτητών, συμμετέχει σε συνέδρια, συντηρεί απολιθώματα και δέχεται διακρίσεις, επαίνους, βραβεία και τιμές για την σπουδαία και εθελοντική προσφορά του.
Το 2014 το Δημοτικό Συμβούλιο Γρεβενών τον ανακηρύσσει επίτιμο δημότη Γρεβενών αναγνωρίζοντας την προσφορά του στις έρευνες σε όλον τον νομό και ιδιαίτερα τις σπουδαίες ανακαλύψεις απολιθωμάτων στο χωριό Μηλιά.
Ο Βασίλης τιμήθηκε και από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Ο Δήμος Κιλκίς τίμησε πολλαπλώς τον Βασίλη. Στις 28 Οκτωβρίου του 2017 ενόψει των χειμερινών Ολυμπιακών αγώνων του 2018 στη Νότια Κορέα, η Ολυμπιακή φλόγα στη διαδρομή της πέρασε και από την πόλη μας. Ο Δήμος Κιλκίς με Δήμαρχο τον Δημήτρη Σισμανίδη αποφάσισε να την κρατήσουν τιμητικά και να την μεταφέρουν τέσσερις συμπολίτες μας λαμπαδηδρόμοι. Οι τρεις ήταν αθλητές που διακρίθηκαν στα αθλήματά τους και ο ένας ήταν συμπολίτης μας που διακρίθηκε για την κοινωνική του προσφορά. Για τη θέση του πολίτη επιλέχθηκε ο Βασίλης Μακρίδης ο οποίος μετέφερε τιμητικά την ολυμπιακή φλόγα στο τελευταίο μέρος της διαδρομής.
Με την συνταξιοδότησή του τον Μάιο του 2021, ο Δήμος Κιλκίς τον τίμησε με εκδήλωση στο σπήλαιο και απονομή τιμητικής πλακέτας από τον Δήμαρχο Δημήτρη Κυριακίδη.

 

Είπαν και έγραψαν για τον Βασίλη Μακρίδη

Θανάσης Χατζημητάκος στο βιβλίο του ‘’Κιλκισιώτικες αναμνήσεις’’ ( Έκδ. Δήμου Κιλκίς 2005)
«Οι σαράντα κάμαρες των παιδικών μου χρόνων είναι πια το αξιοποιημένο σπήλαιο του λόφου του Αη Γιώργη. Κι αφέντης του-ας μου επιτρέψει έτσι να τον αποκαλώ- χρόνια τώρα φύλακάς του, είναι ο Βασίλης Μακρίδης, αυτός ο σπηλαιάνθρωπος, αυτός ο άνθρωπος των εγκάτων της γης, αυτός ο ‘’αγράμματος’’ σπηλαιολόγος που όχι μόνο συντηρεί το σπήλαιο αλλά και ξεναγεί περίφημα ακόμα και γκρουπ αποτελούμενα από επιστήμονες, μετέχει ενεργώς σε σπηλαιολογικά συνέδρια και κάθεται δίπλα σε ονομαστούς ανά τον κόσμο σπηλαιολόγους. Βασίλη, εύγε σου».

Τάσος Αμανατίδης (Δήμαρχος Κιλκίς 1990-1998)
«Το Κιλκίς πριμοδοτήθηκε από την φύση με μια σπάνιας ομορφιάς κληρονομιά. Είναι το Σπήλαιο του λόφου του Αγίου Γεωργίου που είναι διακοσμημένο με απαράμιλλης ομορφιάς κοραλλιογενείς και άλλης μορφής σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Οι μετά την μεταπολίτευση δήμαρχοι της πόλης, φρόντισαν να το αναδείξουν προκειμένου να αποτελέσει ελκυστικό επισκέψιμο τουριστικό μνημείο της πόλης. Τα πήγαν περίφημα, με τις επεμβάσεις τους, που σέβονται ό,τι δημιούργησε σε διάστημα χιλιάδων χρόνων η φύση.
Από εκεί και πέρα ‘‘όλα τα λεφτά’’ που λέει ο λαός, ήταν η επιλογή του φύλακα και συντηρητή συγχρόνως, που στο πρόσωπο του Βασίλη Μακρίδη βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο. Διότι o Βασίλης εκτός από τις βασικές του υποχρεώσεις, ανέλαβε αφ’ εαυτού την διαφήμιση από όλες τις πλευρές του σπηλαίου με συνεντεύξεις, δημοσιεύσεις, ντοκιμαντέρ, σκίτσα και ευφυολογήματα.
Πρόθυμος, άοκνος, εργατικός, ευγενικός, επιμελής, με τεχνικές και καλλιτεχνικές δεξιότητες, εργάστηκε όσο κανένας άλλος για την αξιοποίηση και προβολή του σπηλαίου στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Διατηρούσε τον χώρο υποδοχής καθαρό με άριστη εικόνα ενώ συνόδευε στο εσωτερικό τους επισκέπτες στο ρόλο εξειδικευμένου ξεναγού (αν και αυτοδίδακτος), σε θέματα γεωλογίας, παλαιοντολογίας, αρχαιολογίας αλλά και τοπικής ιστορίας.
Εργάστηκε για την ανάδειξη του Σπηλαίου ως σπηλαιοθεραπευτηρίου υποδεχόμενος την ομάδα Τσέχων ειδικών επιστημόνων ερευνητών ενώ επισκέφθηκε δύο φορές ανάλογα κέντρα σπηλαίων στην Τσεχοσλοβακία για απόκτηση της σχετικής τεχνογνωσίας.
Δημιούργησε το Παλαιοντολογικό Μουσείο Κιλκίς σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στον εξώστη του Αναψυκτηρίου του Λόφου, όπου εκτίθενται σπάνια ευρήματα της γης του Κιλκίς και της ευρύτερης Μακεδονίας. Συμμετείχε σε ανασκαφικές επιστημονικές παλαιοντολογικές ομάδες ανά την Ελλάδα με ανακάλυψη σπάνιων παλαιοντολογικών ευρημάτων. Πήρε μέρος σε πολλά σπηλαιολογικά και παλαιοντολογικά συνέδρια και ανάλογου περιεχομένου σεμινάρια στην Ελλάδα εκπροσωπώντας το Κιλκίς και αποσπώντας εύσημα και τιμητικά βραβεία, δείγμα της πανελλήνιας αναγνώρισής του.
Είναι πλήγμα για το Σπήλαιο αλλά και για το Κιλκίς, η προ εννεαμήνου αποχώρηση του Βασίλη από τους προσφιλείς του χώρους λόγω συνταξιοδότησής του. Το Σπήλαιο του Αγίου Γεωργίου Κιλκίς φαντάζει απορφανισμένο και εγκαταλειμμένο.
Θα πρότεινα να ονομασθεί με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ‘’Σπήλαιο λόφου Αγίου Γεωργίου ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ’’ όχι τόσο για την υστεροφημία του σεμνού αυτού δημοτικού υπαλλήλου όσο για να υπενθυμίζει στους επιγενόμενους το έργο του και να ακολουθούν το παράδειγμά του οι διάδοχοι.

Δημήτρης Τερζίδης
(Δήμαρχος Κιλκίς 1998-2010)
«Στη θητεία μου ως δήμαρχος Κιλκίς έχω συνεργαστεί με πολλούς δημόσιους ή δημοτικούς υπαλλήλους. Τον Βασίλη θα τον θυμάμαι πάντα σαν παράδειγμα ευσυνειδησίας και αφοσίωσης στον μεγάλο σκοπό της ζωής του, το σπηλαίο του Κιλκίς. Ο Βασίλης θα υπενθυμίζει σε όλους μας ότι το παιχνίδι των παιδικών μας χρόνων μπορεί να γίνει εργασία και καθημερινή προσφορά στο τόπο μας. Θα θυμόμαστε τον Βασίλη Μακρίδη ως τον δικό μας άνθρωπο που μας υποδεχόταν πάντα σε κάθε μας επίσκεψη στο σπήλαιο της πόλης μας για να μας ξεναγήσει στα μυστικά του θαυμάσιου αυτού μνημείου της φύσης. Με εισιτήριο το πλατύ του χαμόγελο και εφόδιο τις γνώσεις του, η ξενάγηση στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του σπηλαίου μας με έναν σπανιότατο διάκοσμο από κοραλλιογενές υλικό και πλήθος σταλακτιτών, σταλαγμιτών και συνθέσεων, μεταμορφωνόταν σε ένα αξέχαστο και γοητευτικό ταξίδι στον χρόνο, ζωντανεύοντας το μακρινό παρελθόν του τόπου μας. Στον άνθρωπο που έβαζε την εξυπηρέτηση του επισκέπτη πάνω από τον περιορισμό του τυπικού οκτάωρου, στον φίλο που είχε την υπομονή να απαντάει σε κάθε λογής ερωτήσεις και στον δημοτικό υπάλληλο που αισθανόταν τον Δήμο σπίτι του για κάτι λιγότερο από 40 χρόνια, αξίζει μόνον έπαινος κι ένα μεγάλο Ευχαριστώ από όλους μας. Προσωπικά θέλω να τον ευχαριστήσω και για έναν ακόμη λόγο. Τον ευχαριστώ γιατί με το πάθος του να διευρύνει τις γνώσεις του στο αντικείμενο της Σπηλαιολογίας και την προσπάθεια που κατέβαλλε στην ανεύρεση και διατήρηση σε πολύ καλή κατάσταση 300 και πλέον απολιθωμένων οστών ζώων ηλικίας από 10.000 έως 100.000 χρόνων, συνέβαλε καθοριστικά στην οργάνωση Παλαιοντολογικού Μουσείου προσθέτοντας στο Κιλκίς ένα σπάνιο τουριστικό αξιοθέατο. Αγαπημένε μου φίλε το παράδειγμά σου αποτελεί μάθημα αφοσίωσης στο καθήκον για τους νεότερους».
Ευαγγελία Τσουκαλά (Γεωλόγος-Βιολόγος- Δρ. Παλαιοντολογίας, Διευθύντρια Μουσείου Γεωλογίας-Παλαιοντολογίας-Παλαιοανθρωπολογίας, Τμήμα Γεωλογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)
«Ο Βασίλης Μακρίδης είναι ο άμεσος και ο πιο πολύτιμος συνεργάτης μου από το 1988 μέχρι σήμερα, με συμμετοχή σε 10 παλαιοντολογικές ανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα και στην οργάνωση και ανάδειξη 22 παλαιοντολογικών εκθέσεων και
Μουσείων. Η προσφορά του με τις σπουδαίες ανακαλύψεις, την εμπειρία του στοανασκαφικό έργο, στη συντήρηση και ανάδειξη των απολιθωμάτων και τη μέγιστη συμβολή του στην προβολή των περιοχών μέσω της Παλαιοντολογίας είναι μοναδική για τον δαιμόνιο αυτόν ερευνητή. Επίσης σημαντικό είναι το έργο του στη Σπηλαιολογία. Επιπλέον διακρίνεται για το άριστο ήθος του, τη συνέπεια την ικανότητα και το χαρακτήρα του, αφού όλοι οι συνεργάτες και φοιτητές, Έλληνες και ξένοι, τον αποκαλούν Δάσκαλο. Προτάθηκε και του αποδόθηκε επάξια το 2014 ο τίτλος του επίτιμου Δημότη Γρεβενών. Επίσης αναγνωρίστηκε με έπαινο, μεταξύ των άλλων, η προσφορά του από το ΑΠΘ».

Επίλογος
Ο Βασίλης ξέχωρα από όλα τα παραπάνω υπήρξε και υπέροχος οικογενειάρχης. Με τη σύζυγό του Μαρία ανάθρεψαν υποδειγματικά τις δύο κόρες τους στις οποίες μεταλαμπάδευσαν διαχρονικές αρχές κι αξίες και τις προίκισαν με μορφωτικά εφόδια για τον στίβο της ζωής. Απλός και αγνός άνθρωπος ο Βασίλης είναι παράλληλα και ταλαντούχος σκιτσογράφος. Προικισμένος με αίσθηση του χιούμορ σκορπά παντού την θετική του αύρα.
Ο Βασίλης συνταξιοδοτήθηκε στις 2 Μαΐου του 2021. Το οχτάχρονο αγοράκι που έπαιζε ξένοιαστα στα Κιολαλίδικα τη δεκαετία του 60 όταν πρωτομπήκε στο σπήλαιο, συνταξιούχος πια απολαμβάνει τον σεβασμό όλων των κατοίκων της πόλης μας και χαίρεται την οικογένειά του και τα δύο χαριτωμένα του εγγόνια που τα λατρεύει. Παρ’ όλ’ αυτά δεν αρνείται ποτέ μέχρι σήμερα να ανταποκριθεί σε οποιοδήποτε κάλεσμα για ξενάγηση διατηρώντας τον ομφάλιο λώρο που τον συνδέει με το αγαπημένο του σπήλαιο.
Ο Βασίλης Μακρίδης αποτελεί πια ένα ζωντανό σύμβολο της πόλης μας και ένα φωτεινό παράδειγμα για τις νέες γενιές του τόπου μας για το μέλλον. Μέσα στα χρόνια αυτά της απόλυτης παρακμής που ζούμε, το αφιέρωμα αυτό κλείνει όπως άρχισε: «Όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Βασίλη Μακρίδη, η Ελλάδα δεν θα χαθεί».