Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα με αναφορά σε τέσσερα αδέρφια, δυο αγόρια και δυο κορίτσια από την Παλαιστίνη, που χάνονται μετά από βομβαρδισμό, στους προσφυγικούς δρόμους της Ευρώπης, στον αγώνα της επιβίωσής τους και της προσπάθειά τους να βρεθούν μαζί ξανά…
Τέσσερα μικρά παιδιά, ορφανεμένα από γονείς και όνειρα, δύο αγόρια και δύο κορίτσια, βγαλμένα μέσα από τα ερείπια του πολέμου, με το δάκρυ να αυλακώνει τα μάγουλά τους και τον πόνο να πλημμυρίζει στην καρδιά τους, κρυμμένα σε σκοτεινά λαγούμια, είχαν απωλέσει τη λάμψη από τα μάτια τους. Μαζί τους γριές και γέροι, απόμαχοι της ζωής, με τα σημάδια του χρόνου χαραγμένα στα πρόσωπά τους, θλιμμένοι και καταπονημένοι να αποζητούν τρόπο φυγής από τη γη τους, για τη σωτηρία τους. Η ειρήνη ματωμένη και ταπεινωμένη στα ερείπια της Γάζας βαριαστενάζοντας, ακολουθεί το καραβάνι της προσφυγιάς…
«...Τα περιστέρια της ειρήνης με τα φτερά τους λαβωμένα, έπαψαν να πετούν στον ουρανό της Γάζας. Τα γέλια των παιδιών σίγησαν στις γειτονιές της. Ο ουρανός μπογιατισμένος με τα χρώματα της νύχτας ακουμπούσε πάνω στα χαλάσματα των σπιτιών και στις καρδιές των ανθρώπων, μετρώντας πληγές και αίματα. Οι κήποι, που άλλοτε μύριζαν δυόσμο και λεβάντα, μυρίζουν τώρα μπαρούτι και καπνίλα. Τα άλση έχασαν το άρωμα από την ανάσα του πεύκου κι αυτά….
Μια νεροποντή μέσα στην άγρια νύχτα, στάθηκε η αφορμή να αποκοπεί η Χανάν από την παρέα των ομοεθνών της, όταν πέρασαν τον Έβρο για να έρθουν στην Ελλάδα, ώσπου κατέληξε μόνη της μπροστά σ’ ένα μοναχικό σπίτι, με αναμμένο το φως. Καθώς πλησίασε άκουσε γαβγίσματα σκύλου. Δεν φοβήθηκε όμως και συνέχισε. Το σκυλί, με το αλάνθαστο ένστικτό του, όταν είδε το μικρό κορίτσι τρομαγμένο, με τον φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια του, σταμάτησε το γάβγισμα.
Η Χανάν βρήκε το θάρρος και πλησίασε την εξώπορτα του σπιτιού. Αφού σκούπισε το μουσκεμένο της πρόσωπο τράβηξε στην άκρη τα μαλλιά της και χτύπησε απανωτά τρεις φορές την πόρτα, καθώς το μικρό σκυλί, από καθαρό ένστικτο, άρχισε να κουνά χαρούμενα την ουρά του…
Η Πολυξένη, νοικοκυρά του σπιτιού, μαζί με τον γιο της Θεόδωρο ζούσαν σ’ ένα προάστιο της Καβάλας. Ο Θεόδωρος είχε χάσει τη γυναίκα του και την κόρη του Ευτυχία πρόσφατα, σ’ ένα τροχαίο δυστύχημα, Η Πολυξένη ήταν μια αγία φυσιογνωμία, ένα κομμάτι του “θείου”. Μια Πόντια γυναίκα που συνδύαζε αρμονικά νου και καρδιά, δίνοντας ζωή στο συναίσθημα και πνοή στην ψυχή.
Στο μειλίχιο ύφος της Πολυξένης αντανακλούσε ακέραιο το ήθος της. Άνοιξε την αγκαλιά της εκείνη τη νύχτα της νεροποντής στη Χανάν, καθώς την είδε σαν ένα δώρο, σταλμένο από τον Θεό!
Έξω οι αστραπές φιλοτεχνούσαν μια εικόνα τρόμου, που κρατούσε τον Θεόδωρο ξυπνητό. Μόλις άκουσε το χτύπημα της εξώπορτας, πήγε στο σαλόνι να δει ποιος ήταν. Όταν μπήκε στο σαλόνι, είδε τη μάνα του με ένα ξένο κοριτσάκι. Όταν του εξήγησε η μητέρα του ότι στο πρόσωπο του κοριτσιού ζωντάνεψαν οι δικές της προσφυγικές μνήμες, σαν ήρθε πρόσφυγας από την Τραπεζούντα, η καρδιά του Θόδωρου ήχησε δυνατά.
Κοίταξε τη Χανάν με βλέμμα που έσταζε συμπόνια, επειδή στο πρόσωπό της εκείνη τη στιγμή έβλεπε την αδικοχαμένη κόρη Η εικόνα του φοβισμένου προσφυγόπουλου δεν τον άφησε απαθή. Πλησίασε τη Χανάν, τη χάιδεψε στα μαλλιά, λέγοντάς την σε απλά αγγλικά: «Μη φοβάσαι, να αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου». Κι όταν του απάντησε εκείνη ότι το δικό της σπίτι είναι μισογκρεμισμένο από τους βομβαρδισμούς, από τους οποίους και έχασε τους γονείς της, μια πίκρα ρίζωσε στην καρδιά του Θεόδωρου.
Η Πολυξένη πήρε ύστερα από το χέρι τη μικρή Χανάν και πήγανε στο δωμάτιο της εγγονής της. Έβγαλε από το ντουλάπι καθαρά ρούχα και τη συνόδεψε στο μπάνιο. Κατόπιν χτένισε τα μαύρα της μαλλιά και τα έκανε πλεξούδες. Ζέστανε τσάι, έβγαλε ψωμί, βούτυρο, μέλι και θρεψίνη και έγνεψε στη Χανάν να προσέλθει στο τραπέζι, σε μια στιγμή που η γλώσσα περισσεύει...»
Με απαράμιλλη λογοτεχνική γραφή και χειμαρρώδες λυρικό ύφος ο συγγραφέας εξιστορεί γεγονότα, τραύματα και βιώματα της προσφυγιάς. Ιχνηλατεί τη διαδρομή της ζωής των προσώπων του βιβλίου, με φόντο το ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό, και πολιτιστικό περιβάλλον, με ιδιαίτερη αναφορά στον ξεριζωμό, την προσφυγιά, στην ξενιτιά, τη νοσταλγία.
Η φανταστική πλοκή των γεγονότων, δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να παρεμβάλλει συχνά φιλοσοφικά αποστάγματα γύρω από έννοιες, όπως η ζωή, ο θάνατος, ο έρωτας, η αγάπη, η παιδεία, η μόρφωση, η φιλία, η φιλοξενία, η ειρήνη κ.ά., κι όλα όσα κάνουν ένα βιβλίο εξαιρετικό και αξιοδιάβαστο.



