
Μια οικογένεια από τη Ραμάλα βλέπει τον κόσμο της να γκρεμίζεται και σκορπίζει στα σημεία του ορίζοντα. Από εκεί και πέρα, η αφήγηση αποκτά έναν ήσυχο, στοχαστικό παλμό μια σιωπηλή ευγένεια. Δεν κυριαρχεί η κραυγή, αλλά κυριαρχεί η σιωπή των αποχωρισμών, το βλέμμα που γυρίζει πίσω σε ένα σπίτι που ίσως δεν θα υπάρξει ξανά. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τους ήρωες του στη διαδρομή τους προς άγνωστες πατρίδες, εστιάζοντας περισσότερο στο εσωτερικό τους τοπίο παρά στον θόρυβο των γεγονότων.
Η «ηλιαχτίδα» του τίτλου δεν έρχεται ως από μηχανής θεός. Είναι ένα φως χαμηλό, σχεδόν επίμονο, που επιμένει να περνά μέσα από τις ρωγμές. Είναι η δύναμη της μνήμης, η θαλπωρή της οικογένειας, η πίστη πως ακόμη και μέσα στα ερείπια μπορεί να ανθίσει μια καινούργια αρχή. Ο συγγραφέας γράφει με γλαφυρότητα αλλά χωρίς υπερβολές, επιλέγοντας την εσωτερική ένταση αντί της ρητορικής έξαρσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νίκος ο Κωνσταντινίδης, με βαθιές αναφορές στον ποντιακό ελληνισμό και το ζήτημα της διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, αγγίζει διακριτικά σε αυτό το νέο του συγγραφικό εγχείρημα το διαχρονικό τραύμα του ξεριζωμού. Χωρίς να μεταφέρει το κέντρο βάρους αλλού, αφήνει να διαφανεί πως η εμπειρία της απώλειας πατρίδας σε κάθε γωνιά του κόσμου δεν είναι ένα κλειστό κεφάλαιο της Ιστορίας. Είναι μια μνήμη που διασώζεται, μια πληγή που μετατρέπεται σε ταυτότητα. Έτσι, η αφήγηση για την Παλαιστίνη συνομιλεί σιωπηλά με τις ελληνικές εμπειρίες προσφυγιάς, υπενθυμίζοντας πως ο ξεριζωμός έχει κοινή γλώσσα.
Η γραφή του συγγραφέα παραμένει λυρική, συγκρατημένη, χωρίς μελοδραματισμούς αποπνέοντας μια βαθειά αίσθηση αξιοπρέπειας. Ενσωματώνει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο και τις καταβολές του συγγραφέα, αλλά δεν εγκλωβίζεται σε αυτό. Το ενδιαφέρον του στρέφεται στην ανθρώπινη αντοχή. Το πώς ξαναχτίζεις την καθημερινότητά σου όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει ερείπια. Πώς διατηρείς την πίστη στον άνθρωπο όταν η πραγματικότητα τη δοκιμάζει;
Η «Ηλιαχτίδα μέσα από τα χαλάσματα» είναι τελικά ένα μυθιστόρημα για τη γενναιότητα της ψυχής και την μνήμη ως πράξη αντίστασης. Για την πατρίδα που μπορεί να χαθεί στον χάρτη, αλλά επιμένει να ζει μέσα στη γλώσσα, στις αφηγήσεις, στις σχέσεις. Και για εκείνο το μικρό φως που δεν θριαμβεύει θεαματικά — απλώς δεν σβήνει.
Το βιβλίο θα παρουσιαστεί Σάββατο 21 Μαρτίου στην αίθουσα της Αυστροελληνικής Καπναποθήκης του Δήμου και θα έχω τη χαρά και την τιμή να συμμετάσχω μαζί με άλλους εκλεκτούς συμπολίτες των γραμμάτων, στην παρουσίασή του. Τα περισσότερα, όμως, θα τα πούμε από κοντά, εκεί όπου ο λόγος γίνεται ζωντανός διάλογος και η σκέψη συναντά το συναίσθημα.




